«Τα βασικά χαρακτηριστικά και οι βασικές απαιτήσεις του βασικού οικονομικού νόμου του σύγχρονου καπιταλισμού θα μπορούσαν να διατυπωθούν, π.χ., με τον εξής τρόπο: εξασφάλιση του ανώτατου καπιταλιστικού κέρδους μέσω της εκμετάλλευσης, της καταστροφής και της εξαθλίωσης της πλειοψηφίας του πληθυσμού της δοσμένης χώρας, μέσω της υποδούλωσης και της συστηματικής καταλήστευσης των λαών των άλλων χωρών, ιδιαίτερα των καθυστερημένων χωρών, τέλος, μέσω των πολέμων και της στρατιωτικοποίησης της λαϊκής οικονομίας που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση των πιο υψηλότερων κερδών».
Ι.Β. Στάλιν, Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, 1952.
Ενα εργοστάσιο με ιστορία μεγαλύτερη των 125 χρόνων στην παραγωγή αυτοκινήτων ετοιμάζεται να περάσει στην παραγωγή πολεμικού υλικού. Το εργοστάσιο της Volkswagen στο Osnabrück αλλάζει εποχή: η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία συμφώνησε επί της αρχής να παραχωρήσει τη μονάδα σε νέο ιδιοκτησιακό σχήμα, με πλειοψηφική συμμετοχή της Aurelius Capital και συμμετοχή του κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας, προκειμένου να μετατραπεί σε κέντρο παραγωγής συστημάτων «ασφάλειας και άμυνας».
Πίσω από την αποστειρωμένη εταιρική ορολογία των ανακοινώσεων βρίσκεται μια απλούστερη πραγματικότητα: εκεί όπου σήμερα κατασκευάζονται αυτοκίνητα, αύριο θα κατασκευάζονται εξαρτήματα οπλικών συστημάτων.
Πρώτος στρατηγικός εταίρος του νέου σχήματος θα είναι η Rafael Advanced Defense Systems, η κρατική ισραηλινή πολεμική βιομηχανία που βρίσκεται πίσω από ορισμένα από τα σημαντικότερα οπλικά συστήματα των σιωνιστών (και την ελληνική «Ασπίδα του Αχιλλέα»). Μεταξύ αυτών και ο Σιδερένιος Θόλος, το σύστημα αεράμυνας που χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση πυραύλων και βλημάτων μικρού βεληνεκούς. Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, στο Osnabrück προβλέπεται η παραγωγή συστημάτων και εξαρτημάτων αεράμυνας, με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου να συνδέουν ευθέως τη νέα παραγωγή με εξαρτήματα του Σιδερένιου Θόλου.
Απότι φαίνεται η συμφωνία δεν έχει ακόμη λάβει την τελική της μορφή. Volkswagen, Aurelius και Κάτω Σαξονία έχουν συμφωνήσει όμως στα βασικά σημεία, ενώ μένει να καθοριστούν λεπτομέρειες της ιδιοκτησιακής και οικονομικής δομής. Η κατεύθυνση, όμως, είναι σαφής. Η παραγωγή του VW T-Roc Cabriolet θα ολοκληρωθεί το 2027 και στη συνέχεια θα αρχίσει η μετάβαση του εργοστασίου στη νέα του αποστολή.
Εντωμεταξύ, η μετατροπή παρουσιάζεται παράλληλα με προκλητικό τρόπο ως «σωτηρία» για τους εργαζόμενους. Από τους περίπου 1.800 που εργάζονται σήμερα στη μονάδα, περίπου 1.400 αναμένεται αρχικά να μπορέσουν να διατηρήσουν τις θέσεις τους. Η πολεμική βιομηχανία εμφανίζεται έτσι όχι μόνο ως νέα επιχειρηματική ευκαιρία αλλά και ως σωτήρας της απασχόλησης! Εκεί όπου η παραγωγή αυτοκινήτων δεν θεωρείται πλέον αρκετά κερδοφόρα, η παραγωγή πολεμικού υλικού υπόσχεται δουλειές και «βιώσιμο μέλλον».
Και δεν πρόκειται για μια απομονωμένη επιχειρηματική επιλογή. Η Volkswagen βρίσκεται σε μια τεράστια διαδικασία αναδιάρθρωσης, ενώ η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία συνολικά αντιμετωπίζει «υπερβάλλουσα παραγωγική δυναμικότητα, υψηλό κόστος και έντονο διεθνή ανταγωνισμό». Την ίδια στιγμή, η Γερμανία και συνολικά η ΕΕ διοχετεύουν τεράστια ποσά στους εξοπλισμούς. Σύμφωνα με τους Financial Times, το Βερολίνο σχεδιάζει αμυντικές δαπάνες της τάξης των 700 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία. Οι γραμμές παραγωγής που «περισσεύουν» από την αυτοκινητοβιομηχανία αποκτούν έτσι ξαφνικά νέα χρησιμότητα για την πολεμική οικονομία.
Αποκαλυπτική είναι και η γλώσσα με την οποία παρουσιάζεται η μετάβαση. Κανείς δεν θέλει να μιλήσει για εργοστάσιο όπλων. Η νέα μονάδα βαφτίζεται «κέντρο τεχνογνωσίας για λύσεις ασφάλειας και άμυνας»! Ο διευθύνων σύμβουλος της Volkswagen, Oliver Blume, μιλά για ένα «νέο βιομηχανικό κεφάλαιο». Ο πρωθυπουργός της Κάτω Σαξονίας, Olaf Lies, εξηγεί ότι Γερμανία και ΕΕ πρέπει να ενισχύσουν τις δικές τους δυνατότητες και να μειώσουν την εξάρτησή τους από εξωτερικούς προμηθευτές.
Η πολεμική παραγωγή βαφτίζεται «τεχνογνωσία», «ασφάλεια», «βιομηχανική αυτονομία». Τα όπλα εξαφανίζονται πίσω από τα λεκτικά σχήματα των εταιρικών δελτίων Τύπου.
Από τις V1 στο «Σιδερένιο Θόλο»: Η Volkswagen γνωρίζει από πολεμική παραγωγή
Κάπου εδώ, η σκοτεινή ιστορία της Volkswagen συνδέεται άμεσα με αισχρό τρόπο με την διεθνή επικαιρότητα. Γιατί αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που η εταιρία περνά στην πολεμική παραγωγή.
Στην πραγματικότητα, η ίδια η Volkswagen γεννήθηκε μέσα στο ναζιστικό καθεστώς. Η Volkswagenwerk GmbH ιδρύθηκε το 1937 υπό το Γερμανικό Εργατικό Μέτωπο (Deutsche Arbeitsfront), τη ναζιστική οργάνωση που είχε αντικαταστήσει τα διαλυμένα ανεξάρτητα συνδικάτα. Το περίφημο σχέδιο για το «αυτοκίνητο του λαού» αποτελούσε μέρος του ευρύτερου οικονομικού και προπαγανδιστικού σχεδιασμού του ναζιστικού καθεστώτος.
Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το εργοστάσιο ενσωματώθηκε στην πολεμική οικονομία του Γ΄ Ράιχ. Οι γραμμές παραγωγής στράφηκαν σε στρατιωτικά οχήματα και πολεμικό υλικό. Από το 1943 η Volkswagen έγινε βασικός προμηθευτής για τις πρώτες εκατό ατράκτους της ιπτάμενης βόμβας Fi 103, της διαβόητης V1.
Και η παραγωγή αυτή είχε ένα ακόμη σκοτεινότερο θεμέλιο, την καταναγκαστική εργασία. Περίπου 20.000 άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να εργαστούν στη Volkswagen κατά τη διάρκεια του πολέμου, ανάμεσά τους περίπου 5.000 κρατούμενοι στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Το 1944 οι ξένοι εργάτες, στην πλειονότητά τους καταναγκαστικοί, αποτελούσαν περίπου τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού. Οι ίδιοι οι ιστορικοί της Volkswagen καταγράφουν σωματική βία, στέρηση τροφής και ένα σύστημα επιτήρησης και τιμωρίας των εργατών.
Τον Μάη του 1944, μηχανικός της Volkswagen πήγε στο Αουσβιτς και επέλεξε 300 ούγγρους εβραίους κρατούμενους, οι οποίοι θα εκπαιδεύονταν ως ειδικευμένοι εργάτες για τη γραμμή συναρμολόγησης της V1. Δεν πρόκειται για κάποια μεταγενέστερη καταγγελία αντιπάλων της εταιρίας. Τα στοιχεία βρίσκονται σήμερα στην επίσημη ιστορική τεκμηρίωση της ίδιας της Volkswagen.
Και τώρα, Rafael
Η Rafael δεν είναι κάποια ουδέτερη εταιρεία «υψηλής τεχνολογίας». Είναι κρατική ισραηλινή πολεμική βιομηχανία και ένας από τους βασικούς πυλώνες του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος των σιωνιστών (που στηρίζεται στο αμερικάνικο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα). Κατασκευάζει, μεταξύ άλλων, το Iron Dome (Σιδερένιος Θόλος), το Spike, το σύστημα ενεργητικής προστασίας Trophy, το Iron Beam και την οικογένεια συστημάτων καθοδήγησης βομβών SPICE.
Και αυτή η συνεργασία δεν πραγματοποιείται σε πολιτικό κενό. Ερχεται πάνω στα ερείπια της Γάζας, ύστερα από χρόνια στρατιωτικών επιχειρήσεων των σιωναζιστών και, κυρίως, μετά τον πόλεμο γενοκτονίας που ακολούθησε την 7η Οκτώβρη 2023. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η συνεργασία μιας ιστορικής γερμανικής βιομηχανίας με την κρατική πολεμική βιομηχανία Rafael δεν μπορεί να παρουσιάζεται σαν μια ουδέτερη συμφωνία «τεχνολογίας και ασφάλειας».
Επίσης, η Γερμανία κάθε άλλο παρά εξωτερικός παρατηρητής υπήρξε. Είναι ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές στρατιωτικού υλικού του Ισραήλ. Και αυτές ακριβώς τις ημέρες βρίσκεται ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, όπου η Νικαράγουα την κατηγορεί ότι, μέσω της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Ισραήλ, παραβιάζει υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο.
Η χρονική σύμπτωση είναι εντυπωσιακή. Στις 7 Σεπτέμβρη ανακοινώνεται η συμφωνία για το Osnabrück. Την ίδια ημέρα, στη Χάγη, η Γερμανία ζητά από το Διεθνές Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση που αφορά τη στρατιωτική της στήριξη προς το Ισραήλ!
Και ενώ διεθνείς δικαστικές και ερευνητικές διαδικασίες εξετάζουν τις παραβιάσεις του διεθνούς αστικού δικαίου σχετικά με όσα έχουν συμβεί με τη γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα, μια κρατική ισραηλινή πολεμική βιομηχανία αποκτά πρόσβαση σε μια ιστορική γερμανική βιομηχανική υποδομή.
Δεν πρόκειται πλέον μόνο για εξαγωγές γερμανικών όπλων προς το Ισραήλ. Πρόκειται για κάτι βαθύτερο, για τη διασύνδεση της ισραηλινής πολεμικής τεχνολογίας με την ίδια τη γερμανική βιομηχανική βάση. ‘Η, για να το πούμε διαφορετικά, η ιμπεριαλιστική Γερμανία αποκτά το δικό της αποτύπωμα στην αμερικανοκρατούμενη σιωνιστική πολεμική βιομηχανία, εκμεταλλευόμενη το ζεστό χρήμα της ΕΕ για εξοπλισμούς και την ανάγκη της σιωνιστικής οντότητας να έχει μια ασφαλή δίοδο προς την ΕΕ.
Η πολεμική οικονομία ως «σωτηρία»
Αυτό είναι που κάνει το Osnabrück πολύ περισσότερο από μια επιχειρηματική είδηση. Η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται σε κρίση; Κλείνουν γραμμές παραγωγής; Περισσεύουν εργοστάσια και εργαζόμενοι; Στην πραγματικότητα, τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει όπως τα παρουσιάζουν.Η VW έχει μεταφέρει γραμμές παραγωγής σε τρίτες χώρες, από την Τουρκία μέχρι την Κίνα, εκμεταλλευόμενη τη φτηνότερη εργατική δύναμη.
Σ’ αυτό που ονομάζουν κρίση της αυτοκινητοβιομηχανίας, η πολεμική οικονομία προσφέρεται ως λύση. Εκεί όπου «δεν συμφέρει» πλέον να κατασκευάζεται ένα αυτοκίνητο, μπορεί να συμφέρει να κατασκευάζεται ένα οπλικό σύστημα. Εκεί όπου το κεφάλαιο απειλεί με λουκέτο, εμφανίζονται κρατικές στρατιωτικές παραγγελίες και δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς.
Και στους εργάτες προσφέρεται ένας κυνικός εκβιασμός ως «προστασία της απασχόλησης»: για να κρατήσετε τη δουλειά σας, το εργοστάσιο πρέπει να αρχίσει να παράγει για τον πόλεμο.
Ογδόντα χρόνια μετά την ήττα του ναζισμού, η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Μια εταιρία που γνωρίζει από την ίδια της την ιστορία τι σημαίνει η πρόσδεση της μεγάλης βιομηχανίας στην κρατική πολεμική μηχανή επιστρέφει στην παραγωγή στρατιωτικού υλικού. Και αυτή τη φορά η επιστροφή παρουσιάζεται ως πρόοδος, «ασφάλεια» και διάσωση θέσεων εργασίας.
Αυτή είναι η νέα κανονικότητα που οικοδομείται στην ΕΕ. Οι κοινωνικές δαπάνες αντιμετωπίζονται ως κόστος, ενώ εκατοντάδες δισεκατομμύρια για εξοπλισμούς ως «επένδυση». Εργοστάσια αυτοκινήτων χαρακτηρίζονται πλεονάζοντα, αλλά οι ίδιες εγκαταστάσεις αποκτούν ξαφνικά στρατηγική αξία όταν μπορούν να παράγουν πυραύλους και συστήματα αεράμυνας. Οι εργαζόμενοι περισσεύουν για την πολιτική παραγωγή, αλλά ξαναγίνονται απαραίτητοι για την πολεμική.
Το πραγματικό νέο του Osnabrück, λοιπόν, δεν είναι ότι η Volkswagen βρήκε λύση για ένα προβληματικό εργοστάσιο. Είναι ότι η πολεμική οικονομία διεκδικεί πλέον ανοιχτά εργοστάσια, εργατικά χέρια, τεχνογνωσία και δημόσιο χρήμα και ζητά από τις κοινωνίες της ΕΕ να θεωρήσουν αυτή τη μετάβαση όχι μόνο αναπόφευκτη, αλλά και επιθυμητή.
***
Με πληροφορίες από:
Il Mitte, «Volkswagen–Israele: lo stabilimento di Osnabrück verso la produzione militare», Σεπτέμβριος 2026, https://www.ilmitte.com/2026/09/volkswagen-israele-arm/
International Court of Justice, Alleged Breaches of Certain International Obligations in respect of the Occupied Palestinian Territory (Nicaragua v. Germany), https://www.icj-cij.org/case/193
Volkswagen Group:
https://www.volkswagen-group.com/en/history-15914
Financial Times, https://www.ft.com/content/c6aeaefc-c978-4b0a-8a25-0e336e1872a6







