Χιλιάδες εκπαιδευτικά κενά, δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές που κάθε χρόνο απολύονται και κάθε νέα σχολική χρονιά επαναπροσλαμβάνονται (εάν και όταν), ενώ καλύπτουν στη συντριπτική πλειοψηφία πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διορισμοί με το σταγονόμετρο, γλίσχροι μισθοί, απαξίωση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος, συστηματική άνωθεν προσπάθεια εδραίωσης της αντίληψης ότι ο εκπαιδευτικός είναι ο βασικός υπεύθυνος για τα δεινά του εκπαιδευτικού συστήματος, απηνείς και συνεχείς διώξεις εκπαιδευτικών για συνδικαλιστικούς λόγους και με βάση ουσιαστικά το φρόνημα, τις ιδέες, πειθαρχικά με το κιλό και μαζί ένα σχολείο και μια εκπαιδευτική διαδικασία που στραγγαλίζει τη γνώση και προωθεί την κατάρτιση και τις «δεξιότητες», που απωθεί τους μαθητές και αναπαράγει τις ταξικές διακρίσεις και ένα σύστημα που φράζει το δρόμο προς το Πανεπιστήμιο ειδικά για τα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.
Προσδοκώντας ψήφους από το ευρύ στρώμα των εκπαιδευτικών, που τόσα υφίσταται, και από την εργαζόμενη κοινωνία, τα παιδιά της οποίας αντιμετωπίζουν τον Γολγοθά των πανελλαδικών, ο πονηρός Τσίπρας εστιάζει ακριβώς σε αυτούς τους δύο παράγοντες με υποσχέσεις και συνταγές από την εποχή διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και υπουργίας Γαβρόγλου, ο οποίος αποτελεί σήμερα τον συντονιστή της σκιώδους κυβέρνησης του κόμματος Τσίπρα.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, στο πλαίσιο της συνέντευξής του στην 90ή ΔΕΘ, ο Τσίπρας επανέλαβε αυτά που έχουν γνωστοποιηθεί ήδη για την «μισθολογική αναβάθμιση» των εκπαιδευτικών, την «αποκατάσταση της ειρήνης» στο σχολείο, την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, την «αναβάθμιση του Λυκείου και τους Απολυτηρίου του», τη «σταδιακή κατάργηση των πανελλαδικών» και την «ενίσχυση της τεχνικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης» με διετή προγράμματα σπουδών «μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους και σε συνεργασία με τα επιμελητήρια και τους φορείς της αγοράς».
Επιδιώκοντας να περάσει τον Μητσοτάκη που δίνει ετήσιο φοιτητικό στεγαστικό επίδομα 2.000 ευρώ (2.500 σε περίπτωση συγκατοίκησης με άλλον φοιτητή) με προϋποθέσεις οικογενειακού εισοδήματος και χρόνου σπουδών μέσα στον προβλεπόμενο για τα έτη προπτυχιακών σπουδών, ο Τσίπρας προσπάθησε να πλειοδοτήσει υποσχόμενος ένα φοιτητικό επίδομα 500 ευρώ το μήνα για δέκα μήνες τον χρόνο, που θα παρέχεται μέσω ειδικής προπληρωμένης κάρτας και που οι φοιτητές θα μπορούν να τη χρησιμοποιούν μόνο στην περιοχή όπου εδρεύει το Πανεπιστήμιό τους.
Εταξε, δηλαδή, ουσιαστικά ένα ενοίκιο κάθε μήνα στους φοιτητές που σπουδάζουν σε περιφερειακά Πανεπιστήμια, για 10 μόνο μήνες. Το ποσό είναι αναμφισβήτητα μεγαλύτερο από αυτό που παρέχει ο Μητσοτάκης, πλην όμως στην προεκλογική περίοδο όλα επιτρέπονται, καθώς οι περιστάσεις αλλάζουν όταν τα αστικά κόμματα γίνονται κυβέρνηση. Και η κυβέρνηση Τσίπρα έχει ως προς αυτό ιστορικό προηγούμενο. Σημειωτέον ότι ακόμη και αυτό το επίδομα Τσίπρα δεν αρκεί, αφού τα έξοδα φοίτησης αποτελούν το 85% έως 110% του μέσου μισθού ενός εργαζόμενου στον ιδιωτικό τομέα και η φοιτητική μέριμνα είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Η «μισθολογική αναβάθμιση» των εκπαιδευτικών
Οι αποδοχές των εκπαιδευτικών είναι στα τάρταρα. Είναι σημαντικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους της ΕΕ, ενώ το μισθολογικό χάσμα δεν κλείνει ουσιαστικά με την εξέλιξη των χρόνων υπηρεσίας. Οι μόνιμοι διορισμοί είναι «σταγόνα στον ωκεανό» των πραγματικών αναγκών της εκπαίδευσης και οι δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές απολύονται κάθε χρόνο.
Αποφεύγοντας να πει οτιδήποτε γι’ αυτά τα δύο κομβικά ζητήματα, που συμβάλλουν αποφασιστικά στο ταμείο των δαπανών, προφανώς για να μην διαταράξει την «δημοσιονομική ισορροπία» που έχουν επιβάλει ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, η ΕΛ.Α.Σ του Τσίπρα, προσπαθεί να δελεάσει τους εκπαιδευτικούς με «δώρα-καθρεφτάκια», όπως η ένταξή τους σε ειδικό μισθολόγιο, χωρίς ωστόσο να δεσμεύεται ούτε για το ύψος του εισαγωγικού μισθού, την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, κ.λπ.
Η «αποκατάσταση της ειρήνης στο σχολείο»
«Η τιμωρητική διαδικασία της αξιολόγησης δεν τιμά ούτε το κράτος ούτε τους εκπαιδευτικούς. Το κράτος πρέπει, ασφαλώς, να αξιολογεί τους λειτουργούς του, τους εκπαιδευτικούς και τις υπηρεσίες που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα. Πρέπει, όμως, να αξιολογείται και το ίδιο. Εχει δημιουργηθεί μια αχρείαστη ένταση, η οποία πρέπει να αποκλιμακωθεί. Χρειάζεται να αποκατασταθεί η ειρήνη στον χώρο της εκπαίδευσης. Πρέπει να πέσουν οι τόνοι ανάμεσα στην Πολιτεία, στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς».
Με την αναφορά του αυτή, ο Τσίπρας έκανε σαφές ότι δεν προτίθεται να καταργήσει ούτε την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά μόνο θα την «αναμορφώσει», ώστε να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι τιμωρητική. Πιθανόν, λοιπόν, σε πρώτη φάση να σταματήσουν οι πειθαρχικές διώξεις εκπαιδευτικών που αρνούνται να συμμετέχουν στη διαδικασία της ατομικής αξιολόγησης και να ακολουθηθούν προσεκτικά, σταδιακά βήματα στην εφαρμογή της στήνοντας π.χ. έναν «διάλογο συνδιαμόρφωσης» με τη συμμετοχή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των εκπαιδευτικών.
Εδώ σημειώνουμε ότι όσον αφορά αυτές τις εξαγγελίες, το κόμμα Τσίπρα είναι πίσω ακόμη και από τον ΣΥΡΙΖΑ-κυβέρνηση, που κατήργησε την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και διατήρησε μόνο την «προγραμματισμό και αποτίμηση του εκπαιδευτικού έργου» (αυτοαξιολόγηση σχολικής μονάδας) σε πρώτη φάση, γιατί, όπως έλεγε τότε ο Γαβρόγλου πρέπει πρώτα οι εκπαιδευτικοί να «αποκτήσουν κουλτούρα αξιολόγησης».
Παρά τις προσπάθειες συγκάλυψης της πραγματικής ουσίας της αξιολόγησης, που σε κάθε περίπτωση είναι μηχανισμός ελέγχου των εκπαιδευτικών και συστράτευσής τους στην εκάστοτε κυβερνητική εκπαιδευτική πολιτική χωρίς παρεκκλίσεις (μιλάμε για τον καπιταλισμό των ταξικών διακρίσεων και το αστικό σχολείο της μερικής γνώσης και της αναπαραγωγής των εκμεταλλευτικών σχέσεων στην παραγωγή), χρήσιμο είναι να θυμηθούμε ότι στους θεματικούς άξονες της αξιολόγησης Γαβρόγλου, του «Προγραμματισμού και Αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου», το περιεχόμενο του οποίου αντιγράφει τώρα και η ΕΛ.Α.Σ., είναι και τα «εκπαιδευτικά αποτελέσματα», οι «σχέσεις του σχολείου με την τοπική και ευρύτερη κοινωνία», η «συνεργασία μεταξύ σχολείου και δομών υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου», η «φοίτηση και σχολική διαρροή μαθητών/τριών», κ.ά, κριτήρια δηλαδή που έχουν αναφορά στις κοινωνικές-ταξικές διαφορές ή στις σχέσεις (υποταγή λέγεται) των εκπαιδευτικών με την διοικητική ελεγκτική ιεραρχία της εκπαίδευσης, ή με τους «τοπικούς φορείς» (δημαρχαίους, επιχειρηματίες, κ.λπ.).
Για να αντιληφθούμε πλήρως το περιεχόμενο και το εύρος της αξιολόγησης που πρεσβεύει το κόμμα Τσίπρα, να θυμηθούμε και τις δηλώσεις του αναπληρωτή τομεάρχη Παιδείας της σκιώδους κυβέρνησης της ΕΛ.Α.Σ. Παναγιώτη Κασσιανού, ο οποίος μιλώντας στο alfavita, είπε:
«Το τρίτο είναι η παύση διώξεων εκπαιδευτικών. Εμείς ως ΕΛΑΣ είμαστε υπέρ του να υπάρχει αξιολόγηση σε όλες τις παραμέτρους της εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα όμως δεν είναι δυνατόν να διώκονται και να απειλούνται με απόλυση οι εκπαιδευτικοί που αρνούνται να συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία. Οφείλουμε να συνδιαμορφώσουμε μέσα από ένα διάλογο ένα σύστημα το οποίο να μην βιώνεται ως τιμωρητικό, αλλά να βιώνεται ως ωφέλιμο για την ίδια τη διαδικασία».
Η «αναβάθμιση του Λυκείου και του Απολυτήριου» και ο νέος τρόπος εισαγωγής στα ΑΕΙ με «σταδιακή κατάργηση των πανελλαδικών»
Τσίπρας: «Το Λύκειο πρέπει, από εξεταστικός προθάλαμος, να μετατραπεί σε χώρο ουσιαστικής μάθησης και διδασκαλίας. Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις είναι, πράγματι, ίσως το πιο αδιάβλητο σύστημα που υπάρχει στην ελληνική κοινωνική ζωή. Δεν είναι, όμως, ένα σύστημα το οποίο εξασφαλίζει ίσους όρους για όλους. Οι νέοι άνθρωποι, στην πιο ευαίσθητη ηλικία τους, καλούνται μέσα σε τρεις ώρες, κάθε Ιούνιο, να καθορίσουν την πορεία και την προοπτική των επόμενων χρόνων της ζωής τους. Χρειάζεται, λοιπόν, να κάνουμε το μεγάλο βήμα και να περάσουμε σε ένα διαφορετικό σύστημα εισαγωγής, το οποίο θα βασίζεται σε τρεις κύριους άξονες.
Ο πρώτος άξονας είναι η αναβάθμιση των σπουδών στο Λύκειο. Πρέπει να γίνεται ουσιαστικό μάθημα και όχι μάθημα αποστήθισης και παπαγαλίας. Αυτό προϋποθέτει αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών και συνολική στήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Ο δεύτερος άξονας είναι η αναβάθμιση του απολυτηρίου της Γ΄ Λυκείου. Το απολυτήριο πρέπει να αποκτήσει ξανά αξία και να πάψει να αποτελεί μια απλή διεκπεραιωτική διαδικασία. Πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συνολική εικόνα του μαθητή σε ολόκληρο το Λύκειο, αλλά με αδιάβλητο τρόπο. Θα λαμβάνεται υπόψη και η απόδοσή του στις απολυτήριες εξετάσεις. Για να διασφαλίζεται το αδιάβλητο της διαδικασίας, θα υπάρχει κοινή Τράπεζα Θεμάτων και οι εξετάσεις θα αξιολογούνται από άλλους βαθμολογητές, όχι από τους καθηγητές του μαθητή — όπως συμβαίνει στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Ο τρίτος άξονας είναι η σταδιακή κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων όπως τις γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, μέσα από ένα μεταβατικό στάδιο εφαρμογής. Θα υπάρχουν τμήματα ελεύθερης πρόσβασης και τμήματα στα οποία η πρόσβαση θα γίνεται κατόπιν εξετάσεων. Στα τμήματα ελεύθερης πρόσβασης —στα τμήματα, ας το πω έτσι, χαμηλότερης ζήτησης— οι μαθητές θα γνωρίζουν, πολύ πριν λάβουν το απολυτήριό τους, ότι η μόνη προϋπόθεση για να εισαχθούν είναι η απόκτηση του απολυτηρίου. Ετσι, θα μπορούν να προγραμματίσουν την πορεία της ζωής τους χωρίς φροντιστήρια και χωρίς επιπλέον οικονομικό κόστος. Για ένα μεταβατικό διάστημα, η εισαγωγή στις σχολές υψηλής ζήτησης θα συνεχίσει να γίνεται μέσω εξετάσεων, με το σύστημα που υπάρχει σήμερα. Σταδιακά, όμως, η διαδικασία αυτή θα αντικατασταθεί πλήρως και η εισαγωγή θα γίνεται με βάση τον βαθμό του νέου απολυτηρίου του Λυκείου».
Η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει γίνει πραγματικός βραχνάς για τη νεολαία και τις οικογένειες των εργαζόμενων. Πακτωλός χρημάτων από το υστέρημα των νοικοκυριών δαπανάται για το κόστος της προετοιμασίας στα φροντιστήρια από τις μικρές ακόμη τάξεις του Λυκείου ή και του Γυμνασίου. Ας μη μιλήσουμε για το άγχος, την αγωνία, τον ιδρώτα, τον περιορισμό του ενδιαφέροντος των μαθητών μόνο στα μαθήματα που εξετάζονται πανελλαδικά, το στραγγαλισμό του Λυκείου ως σχολείου, που υποτάσσεται κυριολεκτικά σε αυτήν την ψυχοφθόρα διαδικασία, για τον σκληρό ταξικό φραγμό της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, που κάθε χρόνο πετά έξω από τον μηχανισμό της επιλογής για τα πανεπιστημιακά τμήματα 25.000 υποψήφιους.
Η κατάσταση έχει τόσο κακοφορμίσει, που ακόμη και η κυβέρνηση Μητσοτάκη, φανατικός λάτρης της «ιερής αγελάδας» των πανελλαδικών, παριστάνει πως θέλει αναμόρφωση του Λυκείου και του Απολυτήριου και έχει δρομολογήσει προεκλογικά «διάλογο» για το Εθνικό Απολυτήριο και τον τρόπο εισαγωγής στα ΑΕΙ, που σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί και έχουν «διαρρεύσει» μάλιστα σε φιλικά κυβερνητικά Μέσα, θα είναι πανομοιότυπα ή θα είναι παραλλαγή του νόμου Γαβρόγλου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό ακριβώς το Λύκειο, το Απολυτήριο και τον τρόπο εισαγωγής στα Πανεπιστήμια πρεσβεύει τώρα και το κόμμα Τσίπρα. Και σε αυτήν την κατεύθυνση, όπου θα απαιτούνται τρεις και μία εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ (τρεις μίνι πανελλαδικές μέσα στο Λύκειο και μετά πανελλαδικές σε κάποια μαθήματα για τις σχολές υψηλής ζήτησης) θα είναι τελικά αχρείαστη και η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, θέση που αποδέχεται και η ΝΔ και η ΕΛ.Α.Σ του Τσίπρα.
Ας θυμηθούμε, λοιπόν, την ξαναζεσταμένη ξινισμένη σούπα της δήθεν κατάργησης των πανελλαδικών εξετάσεων, που στην πραγματικότητα μετακινούνται μέσα στο Λύκειο, και της αλλαγής του τρόπου πρόσβασης στα ΑΕΙ μέσω μιας καρικατούρας «ελεύθερης πρόσβασης».
Πρόκειται για τις διατάξεις του νόμου Γαβρόγλου (ν. 4610/2019), που ουδέποτε εφαρμόστηκαν επειδή καταργήθηκαν πάραυτα από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που δεν ήθελε επ’ ουδενί να περάσει το μήνυμα στην νεολαία ότι μπορεί, έστω για τα μάτια, έστω και μερικώς, να εισαχθεί στα ΑΕΙ χωρίς την «ιερή αγελάδα» του συστήματος, τις πανελλαδικές εξετάσεις.
Η πρόταση του κόμματος Τσίπρα είναι γενική και δεν περιλαμβάνει τις λεπτομέρειες του νόμου Γαβρόγλου. Αναφέρει:
Την «κατάργηση των πανελλαδικών ως καθολικού, υποχρεωτικού διόδιου για όλους». Η «κατάργηση» θα γίνει με τρεις τρόπους: Πρώτον, με «ένα νέο Λύκειο», που περιλαμβάνει την κατάργηση των κατευθύνσεων στην Α΄ και Β΄ Λυκείου. Η προετοιμασία για την τριτοβάθμια εκπαίδευση περιορίζεται στη Γ΄ τάξη, όπου σχεδόν το σύνολο των ωρών διδασκαλίας αφιερώνεται στα μαθήματα κατεύθυνσης, καθώς και στα ειδικά μαθήματα. Δεύτερον, με «αναβαθμισμένο Απολυτήριο». Τρίτον, «με νέο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση». Στα πανεπιστημιακά Τμήματα όπου οι θέσεις επαρκούν για όσους τις ζητούν, μόνη προϋπόθεση εγγραφής είναι το αναβαθμισμένο Απολυτήριο Λυκείου (Τμήματα Ελεύθερης Πρόσβασης). Η κατηγοριοποίηση προσαρμόζεται κάθε χρόνο στις πραγματικές επιλογές των παιδιών. Στα Τμήματα που η ζήτηση υπερβαίνει τις θέσεις, η κατάταξη γίνεται μεταβατικά με εξετάσεις βαθμολογικής κατάταξης, όπως σήμερα.
Οριστικά, η εισαγωγή σε όλα τα Τμήματα γίνεται με το αναβαθμισμένο Απολυτήριο. Όπου χρειάζεται κατάταξη, γίνεται με βάση τον βαθμό του Απολυτηρίου της Γ’ Λυκείου, χωρίς καμία επιπλέον εξέταση. Καταργείται η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Οι απολυτήριες εξετάσεις της Γ’ Λυκείου διατηρούν ΟΛΑ τα χαρακτηριστικά του αδιάβλητου: πραγματοποιούνται σε επίπεδο Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με εποπτεία από την πλευρά της πολιτείας, τα θέματα ορίζονται αδιάβλητα και ακολουθώντας σύγχρονες πρακτικές εξέτασης της γνώσης, τα γραπτά διορθώνονται από καθηγητές άλλων σχολείων —όχι από τους εκπαιδευτικούς του σχολείου του παιδιού— και με καλυμμένο το όνομα και σε καθορισμένα βαθμολογικά κέντρα.
Καρικατούρα ελεύθερης πρόσβασης
Το κόμμα Τσίπρα, λοιπόν, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ το 2018-2019, την πρόταση του οποίου αντιγράφει τώρα η ΕΛ.Α.Σ., παρουσίασε μια καρικατούρα ελεύθερης πρόσβασης. Το έκανε αυτό επειδή και σ’ αυτόν τον τομέα έχει απόλυτα ταυτιστεί με τις κεφαλαιοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές (ρεαλισμός αποκαλείται), ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί, για καθαρά δημαγωγικούς σκοπούς, να προσφέρει μια στοιχειώδη ικανοποίηση στους επίδοξους ψηφοφόρους που προέρχονται από την αριστερά, αλλά και στην εργαζόμενη κοινωνία, η νεολαία της οποίας υποφέρει τα πάνδεινα στην προσπάθειά της να εισαχθεί στα ΑΕΙ, περνώντας μέσα από τις συμπληγάδες των πανελλαδικών.
Εισάγει ένα νέο Λύκειο, προσανατολισμένο στην ειδίκευση και όχι στη γενική μόρφωση. Η Γ΄ Τάξη μόνο τυπικά ανήκει στον ενιαίο κορμό του Λυκείου. Ουσιαστικά αποκόπτεται από το Λύκειο και μετατρέπεται σε τάξη φρροντιστήριο προετοιμασίας για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τα όποια ψήγματα γενικής μόρφωσης έχουν απομείνει στο σχολείο, περιορίζονται στην Α΄ και Β΄ Λυκείου και εξαφανίζονται στη Γ΄ Τάξη, «όπου σχεδόν το σύνολο των ωρών διδασκαλίας αφιερώνεται στα μαθήματα κατεύθυνσης». Πετιέται στα σκουπίδια η αρχή που πρεσβεύει κάθε προοδευτικός άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που θέλει το σχολείο να μην είναι υποχείριο της αγοράς, αλλά να έχει στο κέντρο τον Ανθρωπο και τις ανάγκες του. Να του ανοίγει ορίζοντες, να διαμορφώνει μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα με ευρύτητα πνεύματος και κριτική σκέψη, εφοδιασμένη με το συσσωρευμένο πλούτο της γνώσης και του πολιτισμού.
Το σλόγκαν και του τσιπροκόμματος είναι το μότο της καπιταλιστικής αγοράς: Ανθρωποι – μερικά εργαλεία, με γνώσεις στενές που απαιτεί η αγορά, φθηνοί και «ευέλικτοι».
Η απόκτηση του Απολυτήριου του Λυκείου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το Απολυτήριο «αναβαθμίζεται» μέσω «μίνι» πανελλαδικών εξετάσεων, που μεταφέρονται πλέον μέσα στο Λύκειο και βαφτίζονται απολυτήριες εξετάσεις. Πρόκειται για έναν επιπλέον εξεταστικό φραγμό, (για την εισαγωγή στα Τμήματα υψηλής ζήτησης των ΑΕΙ απαιτούνται και πανελλαδικές εξετάσεις). Τα θέματα δεν θα μπαίνουν από τον καθηγητή του σχολείου που γνωρίζει το επίπεδο γνώσης των μαθητών του. Θα πραγματοποιούνται σε επίπεδο Διευθύνσεων Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με εποπτεία από την πλευρά της πολιτείας, τα γραπτά θα διορθώνονται από καθηγητές άλλων σχολείων —όχι από τους εκπαιδευτικούς του σχολείου του παιδιού— και με καλυμμένο το όνομα και σε καθορισμένα βαθμολογικά κέντρα.
Τα πανεπιστημιακά Τμήματα κατηγοριοποιούνται σύμφωνα με την αγοραία λογική της προσφοράς και ζήτησης. Κατατάσσονται σε Τμήματα πρώτης (υψηλής ζήτησης με πανελλαδικές) και δεύτερης κατηγορίας (χαμηλής ζήτησης και άρα ελεύθερης πρόσβασης). Γίνεται δηλαδή διαχωρισμός σε Τμήματα «αριστείας», που προορίζονται για την ελίτ των μαθητών, που κατά κανόνα προέρχονται από υψηλά κοινωνικο-οικονομικά και μορφωτικά στρώματα και σε Τμήματα για τους πολλούς, με αντίκτυπο φυσικά στην αγορά εργασίας για τους απόφοιτους αυτών των δύο κατηγοριών.
Δεν αναφέρεται ακόμη ο τρόπος που θα γίνεται αυτή η κατηγοριοποίηση των Τμημάτων, η οποία θα «προσαρμόζεται κάθε χρόνο στις πραγματικές επιλογές των παιδιών» (ο νόμος Γαβρόγλου προέβλεπε πρώτο μηχανογραφικό στο τέλος της Β΄ Λυκείου με περιορισμένο αριθμό προτιμήσεων).
Η πρόταση του κόμματος Τσίπρα αφορά μόνο τα Γενικά Λύκεια. Διατηρούνται, δηλαδή, οι δυο τύποι Λυκείου, ώστε να ξεχωρίζει η ήρα από το σιτάρι και να λειτουργεί ο αυστηρός κανόνας του ταξικού διαχωρισμού. Τα παιδιά του κατώτερου θεού, η συντριπτική πλειοψηφία (με λίγες εξαιρέσεις) των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, που φοιτούν στα ΕΠΑΛ, έχουν έτσι κι αλλιώς διέξοδο είτε τη μεγάλη στρατιά των ανέργων είτε τα καπιταλιστικά κάτεργα της αγοράς εργασίας είτε τη Μαθητεία, την καλυμμένη δηλαδή σύγχρονη μορφή άγριας εκμετάλλευσης είτε τα Διετή Προγράμματα Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στα Πανεπιστήμια, που αποτελούν τα νέα καθρεφτάκια προς τους ιθαγενείς. Η εισαγωγή σε αυτά θα γίνεται χωρίς εξετάσεις για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ, ενώ θα υπάρχει και δυνατότητα εισαγωγής για αποφοίτους ΓΕΛ.
Το πτυχίο θα αποτελεί ταυτόχρονα άδεια άσκησης επαγγέλματος (επίπεδο 5 Ευρωπαϊκού Πλαισίου Προσόντων, όπως των ΙΕΚ, που έχουν βαφτιστεί σε Σχολές Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης-ΣΑΕΚ) και τα προγράμματα θα οργανώνονται και θα υλοποιούνται με ευθύνη των ΑΕΙ, με υποχρεωτική συνέργεια με παραγωγικούς φορείς.
Γιούλα Γκεσούλη








