Σε αποκλειστικό ρεπορτάζ του Aram Roston (επικεφαλής πολιτικού ρεπόρτερ του Guardian στις ΗΠΑ, με έδρα την Ουάσινγκτον), που δημοσιεύτηκε στον Guardian στις 27 Αυγούστου, ειδικοί και πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ λένε ότι οι λογαριασμοί στερεύουν και ότι η χρηματοδότηση ενός πολέμου χωρίς σαφή τελικό στόχο αποτελεί τη βασική πρόκληση.
Ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν έχει οδηγήσει τον αμερικανικό στρατό σε σοβαρή οικονομική κρίση, με το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να αναγκάζεται να μεταφέρει χρήματα από τη μισθοδοσία του και από άλλες πηγές για να καλύψει το κόστος των πολεμικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με έγγραφα που είδε ο Guardian και συνεντεύξεις με αξιωματούχους του Πολεμικού Ναυτικού, εργολάβους και αναλυτές στον τομέα της άμυνας.
Η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση, η οποία έχει απομειώσει τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ και έχει προκαλέσει ιρανικά αντίποινα που έχουν καταστρέψει στρατηγικές βάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, ασκεί αυξανόμενη πίεση στους προϋπολογισμούς σε ολόκληρο τον στρατό.
Υπόμνημα του Πενταγώνου σχετικά με τη χρηματοδότηση του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο είδε ο Guardian, προειδοποιεί ότι υπάρχουν «ελλείψεις στους λογαριασμούς μισθοδοσίας», επειδή το υπουργείο «αποσπά» χρήματα από αυτούς για να χρηματοδοτήσει πολεμικές επιχειρήσεις.
Ειδικοί και πρώην αξιωματούχοι λένε ότι οι λογαριασμοί στερεύουν. «Ο κουμπαράς έχει σπάσει», δήλωσε ο Harlan Ullman, απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Ullman είναι μέλος της Εθνικής Επιτροπής για το Μέλλον του Πολεμικού Ναυτικού, αλλά είπε ότι δεν μιλά εκ μέρους της επιτροπής.
Ενας αξιωματούχος και ένας εργολάβος του Πολεμικού Ναυτικού δήλωσαν ότι μη επείγουσες εργασίες συντήρησης σε εγκαταστάσεις στην ξηρά έχουν αναβληθεί λόγω της έλλειψης ρευστότητας.
Οταν ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στις 28 Φλεβάρη, αυτό προκάλεσε γρήγορα πιέσεις στους υφιστάμενους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς – ιδιαίτερα σε εκείνον του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο όχι μόνο συνέβαλε στην εξαπόλυση του αρχικού κύματος επιθέσεων, αλλά αργότερα ανέλαβε την ευθύνη για έναν εκτεταμένο ναυτικό αποκλεισμό. Ο Λευκός Οίκος ζήτησε τελικά από το Κογκρέσο έκτακτη χρηματοδότηση για να πληρώσει τις πολεμικές επιχειρήσεις, όμως οι πιθανότητες να εγκριθεί το αίτημα είναι περιορισμένες, εν μέσω της αντιδημοφιλίας του πολέμου.
Αξιωματούχος του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος ενημερώθηκε για τον τρόπο με τον οποίο η υπηρεσία σχεδιάζει να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις, δήλωσε ότι τα χρήματα μετακινούνται με ευφάνταστους τρόπους. «Τα χρήματα για τη μισθοδοσία», είπε, «κλάπηκαν για να πληρωθούν υπερπόντιες έκτακτες επιχειρήσεις και τώρα αναπληρώνονται με χρήματα που δεν έχουν δαπανηθεί. Αναπληρώνουν τα χρήματα της μισθοδοσίας, ώστε να έχουμε αρκετά χρήματα στον μισθό μας».
Ο προϋπολογισμός του Πολεμικού Ναυτικού για το 2026, ύψους σχεδόν 300 δισ. δολαρίων, περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες χρημάτων που διατίθενται από το Κογκρέσο για διάφορες ανάγκες: προσωπικό, ναυπήγηση πλοίων, προμήθεια συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων και «επιχειρήσεις και συντήρηση», δηλαδή την καθημερινή λειτουργία του στόλου και των βάσεών του. Ο νόμος περιορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να ανακατανεμηθούν τα χρήματα μεταξύ όλων αυτών των κατηγοριών.
Το ζήτημα έχει εμφανιστεί κατά καιρούς σε ορισμένες ακροάσεις στο Καπιτώλιο. Η Susan Collins, σε ακρόαση της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας στις 21 Ιούλη, δήλωσε: «Μου λένε ότι ορισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμες προκλήσεις φερεγγυότητας». Ενας συνεργάτης της δήλωσε ότι το Πολεμικό Ναυτικό ήταν μία από τις υπηρεσίες στις οποίες αναφερόταν η Collins.
Σε δήλωσή του, εκπρόσωπος του Πολεμικού Ναυτικού είπε ότι τα κονδύλια για συντήρηση και επιχειρήσεις δεν έχουν εξαντληθεί. «Το Υπουργείο Ναυτικού», ανέφερε η δήλωση, «διαχειρίζεται ενεργά τους πόρους του ώστε να ανταποκρίνεται εγκαίρως στις τρέχουσες υποχρεώσεις μισθοδοσίας. Συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε στενά με το Κογκρέσο για να αντιμετωπίσουμε τις συνεχιζόμενες επιχειρησιακές απαιτήσεις και να διατηρήσουμε το προσωπικό μας και την επιχειρησιακή μας ετοιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους».
Στο εσωτερικό της υπηρεσίας, η έλλειψη ρευστότητας δεν αποτελεί μυστικό. «Απλώς δεν μιλούν δημόσια γι’ αυτό», δήλωσε ο Todd Harrison, αναλυτής στον τομέα της άμυνας στο συντηρητικό American Enterprise Institute. «Και υποψιάζομαι ότι πρόκειται για σκόπιμη απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του Πενταγώνου, ξεκινώντας από τον υπουργό, για πολιτικούς λόγους· δεν θέλουν να φαίνεται ότι υπονομεύουν τη μελλοντική στρατιωτική ετοιμότητα εξαιτίας ενός πολέμου που γίνεται ολοένα και περισσότερο πολιτικό βάρος».
ΠΗΓΗ: The Guardian







