Ο πρώτος μήνας εφαρμογής του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Ασυλο δεν σημαδεύτηκε απλώς από καθυστερήσεις, τεχνικά προβλήματα και διοικητική σύγχυση. Σημαδεύτηκε από την κατάρρευση της πρόσβασης στο άσυλο, την αυθαίρετη κράτηση ανθρώπων που ζητούσαν προστασία και, στην πιο αποκρουστική εκδοχή της νέας πολιτικής, από την ποινικοποίηση της ίδιας της αίτησης ασύλου.
Το μήνυμα που εξέπεμψαν οι ελληνικές αρχές είναι ανατριχιαστικά ωμό: αν ένας πρόσφυγας προσπαθήσει να ασκήσει το δικαίωμά του στο άσυλο, αλλά το κράτος έχει απενεργοποιήσει την πλατφόρμα, έχει παγώσει τις καταγραφές και αρνείται να παραλάβει το αίτημα, τότε μπορεί να συλληφθεί επειδή δεν διαθέτει τα έγγραφα που το ίδιο το κράτος αρνήθηκε να του χορηγήσει.
Αυτό ακριβώς συνέβη σε μια μόνη μητέρα και στα δύο μικρά παιδιά της. Δεν συνελήφθησαν επειδή κρύφτηκαν από τις αρχές. Δεν συνελήφθησαν επειδή αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τη νόμιμη διαδικασία. Συνελήφθησαν αφού παρουσιάστηκαν αυτοβούλως στην αρμόδια κρατική δομή και ζήτησαν προστασία!
Πήγαν για άσυλο και βρέθηκαν σε κρατητήριο. Αν αυτό δεν είναι θεσμική βαρβαρότητα, τότε οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους.
Το κράτος έκλεισε την πλατφόρμα και συνέλαβε όσους δεν μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν
Η Σάρα (χρησιμοποιείται ψευδώνυμο) είναι μόνη μητέρα δύο παιδιών, ηλικίας έξι και οκτώ ετών. Σύμφωνα με την οργάνωση RSA (Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο) που τους εκπροσωπεί νομικά, η οικογένεια έφτασε στην Αττική και επιχείρησε στις 6 Ιουλίου 2026 να κλείσει ραντεβού μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, προκειμένου να καταγραφεί το αίτημά της στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Μαλακάσας.
Η μητέρα δεν ζητούσε κάποια προνομιακή μεταχείριση. Ζητούσε να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη διαδικασία, ώστε να υποβάλει αίτημα διεθνούς προστασίας και να ξεκινήσει τη διαδικασία επανένωσης των παιδιών με τον πατέρα τους, ο οποίος βρίσκεται σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Μόνο που η πλατφόρμα δεν λειτουργούσε. Δεν επρόκειτο για μια προσωρινή διακοπή λίγων ωρών. Η πλατφόρμα είχε τεθεί εκτός λειτουργίας από τις 12 Ιουνίου, δηλαδή από την ημέρα έναρξης εφαρμογής των νέων διαδικασιών του Συμφώνου. Το ίδιο το κράτος είχε καταστήσει αδύνατη την τήρηση της διαδικασίας που απαιτούσε από τους πρόσφυγες να ακολουθήσουν.
Την επόμενη ημέρα, η μητέρα πήρε τα δύο παιδιά της και εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ΚΥΤ Μαλακάσας. Δήλωσε ενώπιον της αρμόδιας αρχής ότι ζητά άσυλο. Η αντίδραση της διοίκησης της δομής ήταν εξωφρενική. Δεν κατέγραψε το αίτημα. Δεν παρέπεμψε την οικογένεια σε αρμόδιο υπάλληλο. Δεν έλαβε κανένα μέτρο προστασίας για τη μόνη μητέρα και τα δύο ανήλικα παιδιά. Τους απαγόρευσε την είσοδο και κάλεσε την Αστυνομία.
Η κρατική υπηρεσία στην οποία προσήλθαν για να ζητήσουν προστασία κάλεσε τους μπάτσους για να τους συλλάβουν. Η πρακτική που ακολουθήθηκε δεν φανερώνει μια «αδέξια διαχείριση», ούτε λάθος του υπαλλήλου. Φανερώνει ωμά ότι στόχος είναι η πλήρης αντιστροφή της διαδικασίας ασύλου.
Η αρχή που είχε υποχρέωση να καταγράψει τη βούληση της οικογένειας να ζητήσει διεθνή προστασία μετέτρεψε την παρουσία της σε αφορμή για σύλληψη.
Από το αίτημα προστασίας στην ποινική δίωξη
Η μητέρα και τα δύο παιδιά συνελήφθησαν μπροστά στους αρμόδιους υπαλλήλους της δομής. Οδηγήθηκαν σε αστυνομικό τμήμα και κρατήθηκαν σε άθλιες συνθήκες. Το ένα παιδί ήταν άρρωστο, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο και στη συνέχεια επέστρεψε στο κρατητήριο.
Eνα παιδί έξι ή οκτώ ετών, άρρωστο, πίσω από την πόρτα ενός αστυνομικού κρατητηρίου, επειδή η μητέρα του τόλμησε να ζητήσει άσυλο από την αρμόδια ελληνική αρχή!
Αλλά η κρατική αναλγησία δεν σταμάτησε εκεί. Η μητέρα παραπέμφθηκε στον εισαγγελέα για «παράνομη παραμονή», δηλαδή για την κατάσταση στην οποία την είχε εγκλωβίσει η ίδια η άρνηση των αρχών να καταγράψουν το αίτημά της. Με βάση το κατασταλτικό πλαίσιο που θεσπίστηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, η λεγόμενη παράνομη παραμονή μπορεί να τιμωρηθεί με διετή φυλάκιση χωρίς αναστολή!
Το σχήμα είναι κυνικό και αδιανόητο: Το κράτος κλείνει την πλατφόρμα, αρνείται την είσοδο στη δομή, δεν καταγράφει το αίτημα ασύλου, συλλαμβάνει τον πρόσφυγα επειδή δεν έχει καταγραφεί, τον διώκει επειδή δεν διαθέτει νόμιμα έγγραφα και τέλος εκδίδει απόφαση απέλασης επειδή δεν αναγνωρίζει ότι έχει ζητήσει άσυλο.
Δεν πρόκειται απλώς για γραφειοκρατικό παραλογισμό. Πρόκειται για έναν μηχανισμό παραγωγής «παρανομίας». Η διοίκηση αφαιρεί από τον άνθρωπο τη δυνατότητα να νομιμοποιήσει την παρουσία του και στη συνέχεια τον τιμωρεί για την κατάσταση που η ίδια δημιούργησε.
Απόφαση απέλασης σε βάρος ανθρώπων που είχαν ήδη ζητήσει άσυλο
Μετά τη σύλληψη και την κράτησή τους, η μητέρα και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στο Προαναχωρησιακό Κέντρο Κράτησης Αλλοδαπών της Αμυγδαλέζας. Σε βάρος τους εκδόθηκε απόφαση επιστροφής και απέλασης.
Η ελληνική διοίκηση επιχείρησε δηλαδή να δρομολογήσει την απομάκρυνση μιας οικογένειας που είχε ήδη εκφράσει με σαφήνεια, ενώπιον αρμόδιας αρχής, τη βούλησή της να ζητήσει διεθνή προστασία.
Δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε. Η οικογένεια είχε προσέλθει στο ΚΥΤ Μαλακάσας ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι υπάλληλοι ήταν παρόντες. Η Αστυνομία κλήθηκε από τη διοίκηση της δομής. Οι εμπλεκόμενες αρχές είχαν επανειλημμένα ενημερωθεί.
Και όμως, η διαδικασία απέλασης προχώρησε. Μόνο μετά από νομικές παρεμβάσεις, αναφορές και προσφυγή κατά της απόφασης επιστροφής μεταφέρθηκε η οικογένεια, δύο ημέρες αργότερα, από την Αμυγδαλέζα στο ΚΥΤ Μαλακάσας.
Επέστρεψε, δηλαδή, συνοδεία της Αστυνομίας, στο ίδιο μέρος όπου είχε πάει μόνη της εξαρχής για να ζητήσει άσυλο!
Προηγήθηκαν όμως η σύλληψη, το κρατητήριο, η αρρώστια του παιδιού, η ποινική δίωξη, η κράτηση στην Αμυγδαλέζα και η απειλή της απέλασης. Αυτό είναι το κράτος «δικαίου» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Πρώτα συντρίβει τον άνθρωπο μέσα στον κατασταλτικό του μηχανισμό και ύστερα, όταν παρεμβαίνουν δικηγόροι και απειλείται ο δικαστικός έλεγχος, τον επιστρέφει στο σημείο όπου έπρεπε εξαρχής να τον έχει υποδεχτεί.
Μια έγκυος γυναίκα ακατάγραφη και κρατούμενη επί σχεδόν έναν μήνα
Μια άλλη εξοργιστική υπόθεση εκτυλίχτηκε στη Λέσβο και αποκαλύπτει το ίδιο ακριβώς μοτίβο: αδυναμία καταγραφής, στέρηση της ελευθερίας, διοικητική σιωπή και ξαφνική «επίλυση» μόλις κινήθηκε δικαστική διαδικασία.
Η Λόρα, γυναίκα σε προχωρημένη κύηση, έφτασε μαζί με τον σύντροφό της Τζέιμς στη Λέσβο στις 12 Ιουνίου 2026, την πρώτη ημέρα εφαρμογής του νέου Συμφώνου.
Οι αρχές τους μετέφεραν στην Κλειστή Ελεγχόμενη Δομή Λέσβου, προκειμένου να υπαχθούν στις διαδικασίες ελέγχου, διαλογής και ασύλου.
Εκεί παρέμειναν για σχεδόν έναν μήνα, χωρίς καταγραφή, χωρίς έγγραφα, χωρίς σαφή ενημέρωση για το νομικό τους καθεστώς, χωρίς δυνατότητα να εξέλθουν από τη δομή.
Μια γυναίκα σε προχωρημένη κύηση και ο σύντροφός της στερήθηκαν την ελευθερία τους χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία που θα προσδιόριζε το καθεστώς τους και χωρίς να λάβουν καν το έγγραφο που αποδεικνύει ότι είναι αιτούντες διεθνή προστασία.
Η διοίκηση δεν απαντούσε στα σχετικά ερωτήματα. Το ζευγάρι παρέμενε εγκλωβισμένο σε ένα διοικητικό κενό: αρκετά «υπαρκτό» για να κρατείται, αλλά όχι αρκετά υπαρκτό για να καταγραφεί, να ενημερωθεί και να αποκτήσει τα προβλεπόμενα δικαιώματα.
Στις 9 Ιουλίου κατατέθηκαν αντιρρήσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης κατά της αυθαίρετης κράτησης. Μία ημέρα αργότερα, αφού η διοίκηση ενημερώθηκε για τη δικαστική ενέργεια και προτού ακόμη εκδοθεί απόφαση, το ζευγάρι καταγράφηκε και έλαβε δελτία αιτούντων άσυλο.
Για σχεδόν έναν μήνα, η καταγραφή εμφανιζόταν αδύνατη. Μόλις η υπόθεση έφτασε στην πόρτα του δικαστηρίου, έγινε μέσα σε μία ημέρα!
Η χρονική ακολουθία προκαλεί εύλογα και σοβαρά ερωτήματα. Τι ακριβώς εμπόδιζε την καταγραφή επί εβδομάδες; Ποιο νομικό έρεισμα είχε η στέρηση της ελευθερίας τους; Γιατί χρειάστηκε προσφυγή στο δικαστήριο για να εφαρμοστεί η στοιχειώδης διοικητική διαδικασία; Και πόσοι άλλοι άνθρωποι παραμένουν ακατάγραφοι και κρατούμενοι επειδή δεν έχουν δικηγόρο για να εξαναγκάσει τη διοίκηση να κάνει τη δουλειά της;
Δεν πρόκειται για δύο «ατυχείς» υποθέσεις
Θα ήταν βολικό για την κυβέρνηση Μητσοτάκη να παρουσιάσει τις δύο ιστορίες σαν μεμονωμένα περιστατικά, σαν κάποια «αστοχία συντονισμού» ή σαν υπερβάλλοντα ζήλο συγκεκριμένων υπαλλήλων. Αλλά τα πραγματικά περιστατικά δεν αφήνουν κανένα τέτοιο περιθώριο. Οι δύο υποθέσεις εμφανίζουν το ίδιο μοτίβο σε δύο διαφορετικές περιοχές της χώρας:
Οι άνθρωποι ζητούν άσυλο, οι αρμόδιες διαδικασίες δεν λειτουργούν, η καταγραφή δεν πραγματοποιείται, οι αιτούντες παραμένουν χωρίς έγγραφα, η έλλειψη εγγράφων χρησιμοποιείται εναντίον τους και η ελευθερία τους στερείται. Οι αρχές δεν απαντούν. Η διοίκηση κινητοποιείται μόνο μετά από νομική ή δικαστική παρέμβαση.
Αυτό δεν είναι σύμπτωση. Είναι η υλική έκφραση μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει τον αιτούντα άσυλο όχι ως φορέα δικαιωμάτων αλλά ως ύποπτο, ως κρατούμενο και ως υποψήφιο προς απέλαση.
Το νέο Σύμφωνο δεν έφερε απλώς περισσότερη γραφειοκρατία. Eδωσε πολιτική και νομική ώθηση στη μετατροπή των συνόρων, των ΚΥΤ και των Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών σε ζώνες εξαίρεσης, όπου η κράτηση προηγείται της εξέτασης του αιτήματος και η καταστολή προηγείται της προστασίας.
Η αίτηση ασύλου μετατρέπεται σε παγίδα
Το άσυλο αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Η βούληση ενός ανθρώπου να ζητήσει διεθνή προστασία δεν εξαρτάται από την επιτυχία μιας ψηφιακής πλατφόρμας ούτε παύει να υπάρχει επειδή μια υπηρεσία αρνείται να ανοίξει την πόρτα της.
Η κυβέρνηση, όμως, διαμόρφωσε μια παγίδα χωρίς έξοδο. Απαιτεί από τον πρόσφυγα να ακολουθήσει μια ψηφιακή διαδικασία που δεν λειτουργεί. Οταν εκείνος εμφανίζεται στην αρμόδια δομή, του αρνείται την πρόσβαση. Και όταν παραμένει χωρίς έγγραφα, τον διώκει για «παράνομη παραμονή».
Ετσι, η ποινικοποίηση δεν επιβάλλεται μόνο μετά την απόρριψη ενός αιτήματος ασύλου. Μπορεί να προηγείται ακόμη και της καταγραφής του. Ο πρόσφυγας δεν τιμωρείται επειδή απορρίφθηκε το αίτημά του. Τιμωρείται επειδή επιχείρησε να το υποβάλει και η διοίκηση αρνήθηκε να το παραλάβει.
Η περίπτωση της μητέρας στη Μαλακάσα συμπυκνώνει με τον πιο ωμό τρόπο αυτή την πολιτική. Η παρουσία της ενώπιον της αρμόδιας αρχής, αντί να ενεργοποιήσει τις εγγυήσεις του ασύλου, ενεργοποίησε την Αστυνομία, την ποινική διαδικασία, την κράτηση και την απέλαση.
Αυτό είναι κάτι περισσότερο από διοικητική αυθαιρεσία. Είναι η μετατροπή του δικαιώματος στο άσυλο σε αποδεικτικό στοιχείο εναντίον εκείνου που επιχειρεί να το ασκήσει.
Ο περίφημος «έλεγχος διαλογής» ως μηχανισμός εγκλωβισμού
Η υπόθεση της Λέσβου αποκαλύπτει και την πραγματική λειτουργία της λεγόμενης διαδικασίας ελέγχου διαλογής. Παρουσιάστηκε ως μια σύντομη, οργανωμένη και σαφώς οριοθετημένη διαδικασία καταγραφής και ελέγχου. Στην πράξη, όμως, χρησιμοποιήθηκε ως ένας απροσδιόριστος προθάλαμος κράτησης.
Οι άνθρωποι εισέρχονται στη δομή, αλλά δεν γνωρίζουν με ποια νομική βάση κρατούνται. Δεν έχουν έγγραφα. Δεν έχουν ενημέρωση. Δεν μπορούν να φύγουν. Δεν γνωρίζουν πότε θα καταγραφούν. Οι αρχές σιωπούν. Η υποτιθέμενη διοικητική διαδικασία μετατρέπεται έτσι σε καθεστώς εξαίρεσης, όπου η ελευθερία αφαιρείται χωρίς πραγματικό και αποτελεσματικό έλεγχο.
Και στην περίπτωση μιας γυναίκας σε προχωρημένη κύηση, η αυθαιρεσία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η κατάστασή της δεν λειτούργησε ως λόγος άμεσης προστασίας και ταχείας διεκπεραίωσης. Δεν απέτρεψε την κράτηση. Δεν κινητοποίησε τις αρχές. Χρειάστηκε η απειλή της δικαστικής κρίσης.
Η κυβέρνηση δεν «πιάστηκε απροετοίμαστη» – επέλεξε να μεταφέρει το κόστος στους πρόσφυγες
Η κυβέρνηση γνώριζε εδώ και δύο χρόνια ότι το νέο Σύμφωνο θα εφαρμοζόταν από τις 12 Ιουνίου 2026. Είχε χρόνο να εκδώσει τις εφαρμοστικές πράξεις, να διαμορφώσει σαφείς διαδικασίες, να εκπαιδεύσει το προσωπικό, να δοκιμάσει τα πληροφοριακά συστήματα και να εξασφαλίσει ότι η πρόσβαση στο άσυλο δεν θα διακοπεί ούτε για μία ημέρα.
Δεν το έκανε. Οι πλατφόρμες τέθηκαν εκτός λειτουργίας. Οι καταγραφές πάγωσαν. Οι άνθρωποι παρέμειναν ακατάγραφοι επί εβδομάδες. Οι υπηρεσίες έδιναν ασαφείς ή καθόλου απαντήσεις. Οι υπάλληλοι επιχειρούσαν να βρουν άκρη μέσα σε ένα πλαίσιο που ψηφίστηκε και ενεργοποιήθηκε χωρίς να έχουν εξασφαλιστεί οι στοιχειώδεις όροι εφαρμογής του. Αλλά ο όρος «ανετοιμότητα» δεν αρκεί πλέον.
Ανετοιμότητα θα ήταν να υπάρξει μια καθυστέρηση και να ληφθούν άμεσα μέτρα ώστε κανείς να μη στερηθεί τα δικαιώματά του. Εδώ συνέβη κάτι διαφορετικό. Το κόστος της κρατικής αποτυχίας μεταφέρθηκε συνειδητά στους πιο ευάλωτους.
Οι παρεμβάσεις των δικηγόρων αποκαλύπτουν και το μέγεθος της αυθαιρεσίας
Και στις δύο περιπτώσεις, οι αρχές άλλαξαν στάση μόλις ενεργοποιήθηκαν νομικά μέσα. Η οικογένεια της Σάρα μεταφέρθηκε τελικά στη Μαλακάσα δύο ημέρες μετά από την προσφυγή κατά της απόφασης επιστροφής. Το ζευγάρι στη Λέσβο καταγράφηκε μία ημέρα μετά από την κατάθεση αντιρρήσεων κατά της κράτησής του και πριν προλάβει να αποφανθεί το δικαστήριο.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι «το σύστημα τελικά λειτούργησε». Αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο. Αν η καταγραφή και η απελευθέρωση μπορούσαν να γίνουν αμέσως μετά από την άσκηση νομικής πίεσης, τότε γιατί δεν έγιναν εξαρχής; Αν η μητέρα και τα παιδιά μπορούσαν να μεταφερθούν στο ΚΥΤ Μαλακάσας, γιατί έπρεπε προηγουμένως να συλληφθούν, να κρατηθούν και να απειληθούν με απέλαση; Αν το ζευγάρι μπορούσε να λάβει δελτία αιτούντων άσυλο στις 10 Ιουλίου, γιατί παρέμενε χωρίς έγγραφα από τις 12 Ιουνίου;
Η απάντηση είναι δυσάρεστη αλλά προφανής: χωρίς νομική εκπροσώπηση, η αυθαιρεσία θα συνεχιζόταν. Και αυτό σημαίνει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα δεν εφαρμόζονται αυτομάτως. Ενεργοποιούνται μόνο για όσους καταφέρνουν να βρουν δικηγόρο, να τεκμηριώσουν την παρανομία, να προσφύγουν και να φέρουν τη διοίκηση αντιμέτωπη με το δικαστικό έλεγχο. Για τους υπόλοιπους υπάρχουν η μη καταγραφή, η σιωπή και τα συρματοπλέγματα.
Το πραγματικό πρόσωπο του νέου Συμφώνου
Οι δύο αυτές υποθέσεις είναι από τις πρώτες εικόνες της εφαρμογής του νέου Ευρωπαϊκού Συμφώνου στην Ελλάδα. Και η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Στην πράξη δεν περιμέναμε να δούμε φυσικά ένα σύστημα που οργανώνει «με ασφάλεια και δικαιοσύνη τη διαδικασία ασύλου», όπως παρουσιάζεται στα παπαγαλάκια των ΜΜΕ. Βλέπουμε το πραγματικό πρόσωπο, μια διοίκηση που αδυνατεί ή αρνείται να καταγράψει ανθρώπους, τους κρατά χωρίς έγγραφα, τους ποινικοποιεί για την απουσία εγγράφων και ενεργοποιεί διαδικασίες επιστροφής ακόμη και όταν έχουν εκφράσει τη βούλησή τους να ζητήσουν προστασία.
Δεν βλέπουμε προστασία των παιδιών. Βλέπουμε μικρά παιδιά σε αστυνομικό κρατητήριο. Δεν βλέπουμε ειδική μέριμνα για μια έγκυο γυναίκα. Βλέπουμε σχεδόν έναν μήνα εγκλεισμού και διοικητικής αορατότητας. Δεν βλέπουμε αποτελεσματικές διαδικασίες. Βλέπουμε πλατφόρμες εκτός λειτουργίας, καταγραφές που παγώνουν και αρχές που κινητοποιούνται μόνο όταν απειλούνται με δικαστική απόφαση. Δεν βλέπουμε ένα κράτος δικαίου. Βλέπουμε ένα κράτος που πρώτα παραβιάζει το δικαίωμα και μετά απαιτεί από το θύμα να αποδείξει, μέσα από προσφυγές και δικαστήρια, ότι η παραβίαση ήταν παράνομη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ακέραιη την ευθύνη
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρύβεται και να αποδίδει όσα συνέβησαν σε μεμονωμένους υπαλλήλους ούτε να κρύβεται πίσω από τις δυσκολίες της «μεταβατικής περιόδου». Το πλαίσιο είναι δικό της, ο εφαρμοστικός νόμος είναι δικός της. Η ποινικοποίηση της λεγόμενης παράνομης παραμονής είναι δική της.
Η λειτουργία των ΚΥΤ, των Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών και των Προαναχωρησιακών Κέντρων Κράτησης αποτελεί δική της ευθύνη. Το ίδιο και η αδυναμία λειτουργίας των πλατφορμών και η αναστολή των καταγραφών.
Η σύλληψη μιας μητέρας με δύο παιδιά επειδή ζήτησε άσυλο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί ένα ουδέτερο «επιχειρησιακό περιστατικό». Είναι το πολιτικό αποτέλεσμα ενός συστήματος που έχει εκπαιδευτεί να βλέπει πρώτα έναν «παράνομα διαμένοντα» και μόνο ύστερα, αν υπάρξει πίεση, έναν άνθρωπο που δικαιούται προστασία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχείρησε να παρουσιάσει το νέο Σύμφωνο ως εργαλείο τάξης, ελέγχου και αποτελεσματικότητας. Ο πρώτος μήνας έφερε χάος, αυθαίρετη κράτηση, ποινικές διώξεις, αποφάσεις απέλασης κατά αιτούντων άσυλο και παιδιά στα κρατητήρια. Αυτό δεν είναι «αποτελεσματική διαχείριση». Είναι κρατική αυθαιρεσία με ευρωενωσίτικη σφραγίδα.
Να σταματήσει αμέσως η ποινικοποίηση του ασύλου
Η πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου πρέπει να αποκατασταθεί άμεσα και χωρίς τεχνικά, διοικητικά ή αστυνομικά εμπόδια. Κανείς άνθρωπος που δηλώνει ότι ζητά διεθνή προστασία δεν μπορεί να συλλαμβάνεται ή να διώκεται επειδή η διοίκηση δεν καταγράφει το αίτημά του.
Η κράτηση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αυτόματη απάντηση στην άφιξη ενός πρόσφυγα. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να επιβάλλεται σε οικογένειες με μικρά παιδιά, σε εγκύους και σε ανθρώπους των οποίων το νομικό καθεστώς παραμένει αδιευκρίνιστο εξαιτίας της αδράνειας των ίδιων των αρχών.
Οι αποφάσεις επιστροφής που εκδίδονται σε βάρος ανθρώπων οι οποίοι έχουν ήδη εκφράσει τη βούλησή τους να ζητήσουν άσυλο πρέπει να ακυρώνονται. Οι συνθήκες σύλληψης και κράτησης της μητέρας και των παιδιών της πρέπει να διερευνηθούν. Πρέπει να αποδοθούν ευθύνες για την άρνηση καταγραφής και για την κλήση της Αστυνομίας από τη διοίκηση του ΚΥΤ Μαλακάσας. Δεν αρκεί η εκ των υστέρων μεταφορά των θυμάτων στη σωστή υπηρεσία. Η παρανομία δεν εξαφανίζεται επειδή, ύστερα από προσφυγές, η διοίκηση αναγκάστηκε να κάνει αυτό που όφειλε να έχει κάνει από την πρώτη στιγμή.
Η μητέρα με τα δύο παιδιά στη Μαλακάσα και το ζευγάρι στη Λέσβο δεν είναι αριθμοί σε μια έκθεση εφαρμογής του νέου πλαισίου. Είναι άνθρωποι που βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν μηχανισμό ο οποίος τους στέρησε την πρόσβαση στο άσυλο και στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτή τη στέρηση για να δικαιολογήσει την κράτηση και την καταστολή τους.
Οι ιστορίες τους αποκαλύπτουν τι σημαίνει στην πράξη η νέα πολιτική της ΕΕ για τη μετανάστευση. Ο πρώτος μήνας του Συμφώνου ήταν μια προειδοποίηση για το σύστημα που οικοδομείται: ένα σύστημα στο οποίο η διοικητική αδυναμία, η κράτηση και η ποινικοποίηση λειτουργούν συμπληρωματικά, ώστε να περιορίζουν στην πράξη την πρόσβαση στο άσυλο.
Μια κυβέρνηση που συλλαμβάνει μια μητέρα και τα παιδιά της επειδή εμφανίστηκαν στην αρμόδια δομή για να ζητήσουν προστασία δεν μπορεί να επικαλείται τη νομιμότητα. Μια διοίκηση που κρατά μια έγκυο γυναίκα χωρίς καταγραφή επί σχεδόν έναν μήνα δεν μπορεί να επικαλείται την αποτελεσματικότητα.
Και ένα ευρωενωσίτικο Σύμφωνο που ξεκινά με παιδιά σε κρατητήρια, εγκύους πίσω από συρματοπλέγματα και αποφάσεις απέλασης κατά ανθρώπων που ζητούν άσυλο δεν αποτελεί σύστημα προστασίας. Αποτελεί μηχανισμό καταστολής. Και αυτός ο μηχανισμός πρέπει να ανατραπεί.
— Με πληροφορίες από RSA (Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο).










