Ο Νταβίντ Χόροβιτς είναι μια από τις πιο αποδεκτές περσόνες στη σιωνιστική οντότητα. Δημοσιογράφος και συγγραφέας, διευθύνει τα τελευταία χρόνια τους Times of Israel, ενώ προηγούμενα είχε διευθύνει την Jerusalem Post και το Jerusalem Report. Το άρθρο γνώμης που δημοσίευσε στη σιωνιστική φυλλάδα χτες και επικαιροποίησε σήμερα, θρηνεί για την ήττα των ΗΠΑ και του Ισραήλ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν και της Χεζμπολά. Φυσικά, βλέπει τα πράγματα από τη σκοπιά του συνεπούς σιωνιστή, του διαποτισμένου με τον γκεμπελισμό και τη βιομηχανία παραγωγής ψεμάτων: το «καλό» Ισραήλ που απειλείται από το «μοχθηρό» Ιράν και τους εξίσου «μοχθηρούς» «αντιπροσώπους» του, όπως η Χεζμπολά.
Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι οι δύο βασικές επισημάνσεις του:
-
-
- Πρώτο, ΗΠΑ και Ισραήλ έχασαν τον πόλεμο και γι’ αυτό φταίνε ο Τραμπ και ο Νετανιάχου.
- Δεύτερο, οι ΗΠΑ δέσμευσαν το Ισραήλ να τα μαζέψει και να φύγει από τον Λίβανο. Και δεν μπορεί το Ισραήλ να μην συμμορφωθεί, γιατί χωρίς τη στήριξη των ΗΠΑ δεν μπορεί να σταθεί. Αυτό ο Χόροβιτς το θεωρεί δογματικά δεδομένο, δεν το εξετάζει καν.
-
Μεταφράσαμε και παραθέτουμε το άρθρο του Χόροβιτς γιατί δείχνει πώς εισπράττουν ανώτεροι κύκλοι της σιωνιστικής οντότητας την ήττα, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει την ατμόσφαιρα υπαρξιακής απειλής που έχουν αρχίσει να αισθάνονται οι ίδιοι κύκλοι, μετά την αλυσίδα γεγονότων που ακολούθησε την μεγαλειώδη Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα στις 7 Οκτώβρη του 2023.
Η συμφωνία του Τραμπ αποτελεί μια καταστροφική συνθηκολόγηση απέναντι στους επιτιθέμενους του Ιράν και αφήνει το Ισραήλ ευάλωτο και περιορισμένο.
Στην αντίληψη του Αμερικανού προέδρου, η οποία βρίσκεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα, το Ισραήλ είναι αχάριστο και πολεμοκάπηλο, ενώ οι ηγέτες του Ιράν, που ευθύνονται για μαζικές δολοφονίες, είναι “πολύ λογικοί”. Είναι πράγματι υπερβολικά λογικοί· εκείνος, προφανώς, δεν είναι.
του Νταβίντ Χόροβιτς *
Στις 2 Μάρτη, την τρίτη ημέρα του αμερικανοϊσραηλινού πολέμου κατά του Ιράν, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, έδωσε συνέντευξη στο Fox News, στην οποία εξήγησε γιατί είχαν αποτύχει νωρίτερα μέσα στη χρονιά οι προσπάθειες της κυβέρνησης να διαπραγματευθεί μια συμφωνία με το καθεστώς της Τεχεράνης.
Ο ίδιος και ο Τζάρεντ Κούσνερ, θυμήθηκε ο Γουίτκοφ, είχαν αναλάβει να επιδιώξουν μια συμφωνία βάσει της οποίας το Ιράν θα σταματούσε το πυρηνικό του πρόγραμμα, θα διέλυε το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του, θα έπαυε να υποστηρίζει τις πληρεξούσιες δυνάμεις του (proxies) και θα εξάλειφε το ναυτικό του, «ώστε να έχουμε ελευθερία των θαλασσών».
Αντί να δείξουν οποιαδήποτε διάθεση συμβιβασμού, παρά το γεγονός ότι είχαν δεχτεί σοβαρό πλήγμα στον 12ήμερο πόλεμο του Ιούνη 2025, είπε ο Γουίτκοφ, οι ιρανοί διαπραγματευτές καυχιόνταν ότι η αδιαλλαξία και η δολιότητά τους απέδιδαν καρπούς. Στο πυρηνικό μέτωπο, κομπορρημονούσαν ότι είχαν συγκεντρώσει 460 κιλά ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, το οποίο, όπως σημείωσε ο Γουίτκοφ στη συνέντευξή του, θα μπορούσε να μετατραπεί σε υλικό κατάλληλο για πυρηνικά όπλα μέσα σε δέκα ημέρες.
«Σε εκείνη την πρώτη συνάντηση, και οι δύο ιρανοί διαπραγματευτές μάς είπαν ευθέως — χωρίς καμία ντροπή — ότι έλεγχαν 460 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60% και ότι γνωρίζουν πως αυτό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή 11 πυρηνικών βομβών», θυμήθηκε ο Γουίτκοφ, εμφανώς σοκαρισμένος. Οι Ιρανοί, ανέφερε, «ήταν περήφανοι που είχαν παρακάμψει κάθε είδους πρωτόκολλα εποπτείας ώστε να φτάσουν σε ένα σημείο που θα μπορούσαν να παραδώσουν 11 πυρηνικές βόμβες».
Ισχυρίστηκαν επίσης ότι έχουν «αναφαίρετο δικαίωμα» να εμπλουτίζουν το πυρηνικό τους καύσιμο, σημείωσε, προσθέτοντας ότι ο ίδιος και ο Κούσνερ απάντησαν αποφασιστικά, δηλώνοντας «ότι ο πρόεδρος θεωρεί πως έχουμε το αναφαίρετο δικαίωμα να σας σταματήσουμε ακαριαία».
Τρεισήμισι μήνες αργότερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να υπογράψουν επισήμως την Παρασκευή ένα μνημόνιο κατανόησης με το Ιράν, το οποίο έχει ήδη υπογραφεί ψηφιακά εξ αποστάσεως και δεν επιλύει κανέναν από τους στόχους του πολέμου — κανέναν από τους στόχους που ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ επιχείρησαν να επιλύσουν μέσω διαπραγματεύσεων ώστε να αποτραπεί ο πόλεμος.
Σύμφωνα με το επίσημο κείμενο, το οποίο διαβάστηκε στους δημοσιογράφους —μεταξύ αυτών και στον Γιακόμπ Ματζίντ των Times of Israel— από ανώτερο αμερικανό αξιωματούχο κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής ενημέρωσης την Τετάρτη, το 14 σημείων Μνημόνιο Κατανόησης ενδέχεται να παραχωρήσει στο καθεστώς εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία αναμφίβολα θα χρησιμοποιήσει για να διατηρήσει υπό έλεγχο τον ανήσυχο πληθυσμό του, να χρηματοδοτήσει μαζικά τη Χεζμπολά, τη Χαμάς και τις άλλες τρομοκρατικές πληρεξούσιες οργανώσεις του και να δαπανήσει όσα χρειάζονται για τα πυρηνικά και τα προγράμματα βαλλιστικών πυραύλων του.
Και μεταθέτει ολόκληρο το ζήτημα του παράνομου πυρηνικού προγράμματος του Ιράν σε μια περίοδο διαπραγματεύσεων 60 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί κανείς να βασιστεί στο ότι το καθεστώς θα είναι εξίσου αδιάλλακτο και απορριπτικό όσο ήταν οι διαπραγματευτές του όταν αντιμετώπισαν τον Γουίτκοφ και τον Κούσνερ τον Γενάρη.
Απίστευτα, το Μνημόνιο ήδη ανταμείβει το καθεστώς για την αδιαλλαξία του: αναφέρει ότι οι «πυρηνικές ανάγκες» του Ιράν θα αντιμετωπιστούν εφόσον συμφωνηθεί ένα πλαίσιο για κάτι τέτοιο· οι Αμερικανοί διαπραγματευτές προφανώς δεν κατάφεραν καν να πείσουν το καθεστώς να συμπεριλάβει τις λέξεις «ειρηνικές» ή «πολιτικές», ώστε να διατηρηθεί έστω η προσποίηση ότι διαθέτει νόμιμες πυρηνικές ανάγκες.
Εν αναμονή μιας τελικής συμφωνίας, συνεχίζει το κείμενο με τρόπο γελοίο, «το Ιράν θα διατηρήσει το υφιστάμενο καθεστώς του πυρηνικού του προγράμματος». Ποιο ακριβώς υφιστάμενο καθεστώς; Το «υφιστάμενο καθεστώς» υπό το οποίο το Ιράν ξεγέλασε πλήρως τους πυρηνικούς επιθεωρητές του ΟΗΕ, σε σημείο ώστε, όπως καυχήθηκαν οι διαπραγματευτές του στον Γουίτκοφ, να συγκεντρώσει αρκετό ουράνιο σχεδόν οπλικής ποιότητας για 11 πυρηνικές βόμβες — ένα υπόγειο απόθεμα που επέζησε από τις διατρητικές βόμβες καταφυγίων (bunker busters) των βομβαρδιστικών B-2 του αμερικανικού στρατού τον περασμένο Ιούνη;
Τον περασμένο μήνα, ανώτερος ισραηλινός στρατιωτικός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι, αν το απόθεμα αυτό δεν απομακρυνόταν μετά τον πόλεμο, η εκστρατεία θα έπρεπε να θεωρηθεί «μια τεράστια αποτυχία». Και να που βρισκόμαστε τώρα εδώ.
Οι δύο πλευρές «συμφώνησαν να επιλύσουν το ζήτημα της τύχης του αποθηκευμένου εμπλουτισμένου υλικού μέσω ενός μηχανισμού που θα συμφωνηθεί αμοιβαία», αναφέρει με κάθε επισημότητα το Μνημόνιο, «με ελάχιστη μεθοδολογία την αραίωση του υλικού επί τόπου υπό την εποπτεία του ΔΟΑΕ». Ομως όλα αυτά υποτίθεται ότι θα εξελιχθούν στη νέα, μετά το Μνημόνιο εποχή, όπου οι ΗΠΑ έχουν χάσει τη διαπραγματευτική τους ισχύ, έχοντας ήδη δεσμεύσει τόσο τον εαυτό τους όσο και το Ισραήλ, ήδη από την πρώτη κιόλας παράγραφο του Μνημονίου, στην «άμεση και μόνιμη παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα».
Ο ίδιος ισραηλινός αξιωματούχος είχε επίσης προειδοποιήσει ότι, αν δεν επιτυγχανόταν αυτός ο κεντρικός στόχος της απομάκρυνσης του αποθέματος, το Ισραήλ θα χρειαζόταν να εξαπολύσει νέα επιχείρηση στο Ιράν για να τον επιτύχει. Το Μνημόνιο θα εμπόδιζε το Ισραήλ να το πράξει, αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης δεσμεύσει τόσο τον εαυτό τους όσο και το Ισραήλ «να μην αρχίσουν κανέναν πόλεμο ή οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση».
Αμερικανικές πηγές αποκάλυψαν τις τελευταίες ημέρες ότι ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, έχει προειδοποιήσει τον Τραμπ και τους βασικούς συνεργάτες του ότι το ιρανικό καθεστώς παίζει διπλό παιχνίδι. Ο επικεφαλής της CIA φέρεται να εξήγησε ότι τα στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εγείρουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν το Ιράν είναι διατεθειμένο να προβεί στις πυρηνικές παραχωρήσεις που επιθυμούν οι Ηνωμένες Πολιτείες σε μια τελική συμφωνία.
«Οι πληροφορίες δείχνουν ότι οι ιρανικές προθέσεις δεν συνάδουν με τις δεσμεύσεις τους στο πλαίσιο της συμφωνίας», δήλωσε μία αμερικανική πηγή στο Axios. «Δεν συνάδουν με τις δεσμεύσεις τους». Τι θαυμάσια υποτίμηση της πραγματικότητας.
Φυσικά, οι Ιρανοί δεν έχουν καμία πρόθεση να κάνουν παραχωρήσεις που θα παρεμπόδιζαν στρατηγικά την πορεία τους προς την απόκτηση πυρηνικής βόμβας. Φυσικά, λένε ψέματα. Αλλωστε, είπαν με κάθε άνεση στον Γουίτκοφ τον Γενάρη ότι με ψέματα κατάφεραν να φτάσουν στο απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%.
Ο κίνδυνος τώρα, όπως τον βλέπει ρεαλιστικά το Ισραήλ, είναι ότι θα χρησιμοποιήσουν αυτές τις 60 ημέρες του «status quo» για να επιταχύνουν την πορεία τους προς το πυρηνικό κατώφλι.
Κι όμως, οι ίδιοι διαπραγματευτές της αμερικανικής κυβέρνησης που τον Γενάρη είχαν αντιδράσει με φρίκη στην αδιαλλαξία του Ιράν, τώρα, τον Ιούνη, υποχώρησαν απέναντί της.
Το Μνημόνιο θέτει άμεσα σε κίνδυνο και περιορίζει το Ισραήλ, με διατύπωση που το δεσμεύει σε κατάπαυση του πυρός, παρότι δεν συμμετείχε καθόλου στις διαπραγματεύσεις της.
Η συμφωνία ενισχύει και χρηματοδοτεί εμφανώς ένα καθεστώς μαζικών δολοφόνων. Αναβαθμίζει την Ισλαμική Δημοκρατία σε περιφερειακή δύναμη. Εγκαταλείπει τον ιρανικό λαό, στον οποίο ο Τραμπ είχε υποσχεθεί ότι η βοήθεια ερχόταν.
Και θέτει άμεσα σε κίνδυνο και περιορίζει το Ισραήλ, με διατύπωση που το δεσμεύει σε κατάπαυση του πυρός την οποία δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ: «Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και οι σύμμαχοί τους στον τρέχοντα πόλεμο, με την υπογραφή του παρόντος Μνημονίου Κατανόησης, δηλώνουν την άμεση και μόνιμη παύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, και αναλαμβάνουν από τούδε και στο εξής να μην αρχίσουν κανέναν πόλεμο ή οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση η μία εναντίον της άλλης, να απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας η μία εναντίον της άλλης και να διασφαλίζουν την εδαφική ακεραιότητα και την κυριαρχία του Λιβάνου» (η πλάγια γραφή έχει προστεθεί).
Ο Τραμπ υποστήριξε, σε δηλώσεις του στη σύνοδο κορυφής της G7 την Τρίτη, ότι το Ισραήλ θα έπρεπε να τον κατακλύζει με ευγνωμοσύνη, αφού μόνο χάρη σε εκείνον δεν έχει ήδη αφανιστεί από μια ιρανική πυρηνική επίθεση.
«Αν δεν υπήρχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — με εμένα, γιατί ο Ομπάμα ήταν το ακριβώς αντίθετο — το Ισραήλ δεν θα υπήρχε αυτή τη στιγμή. Το Ισραήλ θα είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης, εκατό τοις εκατό. Και κάθε έξυπνος άνθρωπος στο Ισραήλ το γνωρίζει αυτό», δήλωσε. «Χωρίς εμάς, χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν θα υπήρχε Ισραήλ. Χωρίς εμένα, δεν θα υπήρχε Ισραήλ, γιατί κανένας άλλος πρόεδρος δεν ήταν πρόθυμος να κάνει ό,τι έκανα εγώ [για την αντιμετώπιση του Ιράν]». Το Ιράν, είπε, απείχε «δύο εβδομάδες» από την απόκτηση πυρηνικού όπλου.
Τώρα όμως έχει συνάψει μια συμφωνία που δεν κλείνει οριστικά την πρακτική δυνατότητα της Τεχεράνης να ολοκληρώσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και αφαιρεί την αμερικανική στρατιωτική πίεση που θα μπορούσε να την αποτρέψει από το να το πράξει.
Και αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα.
Να αφήσουμε τη Συρία να ασχοληθεί με τη Χεζμπολά;!
Ο Τραμπ, στη σύνοδο της G7, έστρεψε επίσης δημόσια τα πυρά του κατά του Ισραήλ για τη — κατά τη γνώμη του — δυσανάλογη στρατιωτική δράση του εναντίον της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολά στον Λίβανο, πληρεξουσίου του Ιράν.
Χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των πιο σκληρών επικριτών του Ισραήλ, υποστήριξε ότι «το Ισραήλ πολεμά τη Χεζμπολά για υπερβολικά μεγάλο διάστημα και σκοτώνονται πάρα πολλοί άνθρωποι». Αναπτύσσοντας περαιτέρω το επιχείρημά του, είπε απότομα ότι «δεν χρειάζεται να γκρεμίζετε μια πολυκατοικία κάθε φορά που ψάχνετε κάποιον. Γιατί υπάρχουν πολλοί άνθρωποι μέσα σε αυτές τις πολυκατοικίες. Και δεν είναι όλοι τους μέλη της Χεζμπολά, αυτό μπορώ να σας το πω».
Αρα θέλει και συντομότερο πόλεμο, αλλά και λιγότερο καταστροφικό πόλεμο, για την αντιμετώπιση ενός τεράστιου τρομοκρατικού στρατού, εγκατεστημένου μέσα σε κατοικημένες περιοχές, τον οποίο το Ιράν καθοδηγεί για να πλήττει το βόρειο Ισραήλ τις τελευταίες εβδομάδες. Ενός τρομοκρατικού στρατού αφοσιωμένου, όπως και το Ιράν, στην καταστροφή του Ισραήλ, και ο οποίος θα εισβάλει στο βόρειο Ισραήλ αν του δοθεί έστω και η παραμικρή ευκαιρία.
Συνεχίζοντας το αποκομμένο από την πραγματικότητα μοτίβο του, ο Τραμπ πρότεινε το Ισραήλ να «αφήσει τη Συρία να ασχοληθεί με τη Χεζμπολά. Γιατί, για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, πιστεύω ότι θα έκαναν καλύτερη δουλειά». Πρόκειται για τη Συρία υπό τον Αχμεντ αλ-Σάρα, έναν πρώην τζιχαντιστή για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν επικήρυξη 10 εκατομμυρίων δολαρίων μέχρι τον Δεκέμβρη του 2024, αλλά για τον οποίο ο Τραμπ εκφράζεται με ενθουσιασμό από την πρώτη τους συνάντηση στο Ριάντ τον περασμένο Μάη. «Πολύ ικανός», είπε για τον Σάρα την Τρίτη. «Και πολύ καλός απέναντί μου».
Στον ανεστραμμένο κόσμο του Τραμπ, το Ισραήλ είναι ο αχάριστος που δεν εκτιμά τις ηρωικές παρεμβάσεις του υπέρ του και ο αδικαιολόγητος επιτιθέμενος επειδή επιδιώκει να δυσκολέψει την υποχώρησή του απέναντι στην Τεχεράνη και τους τρομοκρατικούς πληρεξουσίους της. Ομως η πραγματικότητα είναι ότι ο Τραμπ εγκατέλειψε τον πόλεμο όταν έγινε σαφές ότι η νίκη σ’ αυτόν — πρωτίστως μέσω της αποτροπής της ιρανικής κατάληψης του Στενού του Ορμούζ — πιθανότατα θα κόστιζε πολλές αμερικανικές ζωές. Αυτό ήταν, ασφαλώς, μια θεμιτή παράμετρος, αλλά θα έπρεπε να την είχε σταθμίσει προτού ξεκινήσει την εκστρατεία. Αντιμέτωπο με εχθρούς που επιδιώκουν την καταστροφή του, το Ισραήλ γνωρίζει ότι πρέπει να θέτει ζωές σε κίνδυνο για να επιβιώσει σε αυτή την επικίνδυνη περιοχή.
Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, αποκλεισμένος από τις διαπραγματεύσεις, δεν βρισκόταν φυσικά ούτε στη σύνοδο της G7 στη Γαλλία — υπερβολικά τοξικός για τους ηγέτες που συγκεντρώθηκαν εκεί και ίσως εκτεθειμένος και στον κίνδυνο σύλληψης κατόπιν εντολής του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC). Προσπαθώντας απεγνωσμένα να αποκρύψει την πραγματικότητα, έχει απομείνει να ισχυρίζεται ότι ο αποτυχημένος πόλεμος ήταν επιτυχία, υποστηρίζοντας ψευδώς τη Δευτέρα το βράδυ ότι η ιρανική πυρηνική απειλή έχει εξουδετερωθεί, ότι η οικονομία του Ιράν έχει καταστραφεί και ότι η εκστρατεία εναντίον του Ιράν «δεν πήγε καθόλου στραβά». Για τις επίμονες προσπάθειές του να αποφύγει μια δημόσια σύγκρουση με τον Τραμπ, ο αμερικανός πρόεδρος τον αντάμειψε αποκαλώντας τον «γαμημένο τρελό» και δηλώνοντας δημόσια ότι «δεν έχει καθόλου γαμημένη κρίση».
Οι ηγέτες του Ιράν, αντίθετα, στη σημερινή τους μορφή, είναι κατά τον Τραμπ «πολύ λογικοί άνθρωποι». «Ηταν ευχάριστο να διαπραγματεύεσαι μαζί τους. Ηταν δυνατοί άνθρωποι, έξυπνοι άνθρωποι… Δεν είναι ριζοσπαστικοποιημένοι και, ξέρετε, θέλουν να βοηθήσουν τη χώρα τους», μας διαβεβαίωσε όλους την Τρίτη.
Αλλά, τέλος πάντων, ακόμη κι αν δεν είναι έτσι, αποδεικνύεται ότι ο ίδιος «ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για αλλαγή καθεστώτος». Αυτό από τον πρόεδρο που, στις 28 Φλεβάρη, καθώς ξεκινούσαν οι αμερικανοϊσραηλινοί αεροπορικοί βομβαρδισμοί, είχε πει στον ιρανικό λαό ότι, όταν σταματήσουν οι βόμβες, πρέπει να «πάρετε τον έλεγχο της κυβέρνησής σας. Θα είναι δική σας για να την πάρετε».
Ο πόλεμος του 2026 μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ εναντίον του ιρανικού καθεστώτος ήταν αναγκαίος. Η Ισλαμική Δημοκρατία σκότωνε τους ίδιους τους πολίτες της κατά δεκάδες χιλιάδες. Ανασυγκροτούσε το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της, αναβίωνε την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων της και αναδημιουργούσε τα τρομοκρατικά της δίκτυα πληρεξουσίων.
Οταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ χτύπησαν, το Ιράν δεν δίστασε να εκβιάσει τον κόσμο μέσω του Στενού του Ορμούζ και να στοχοποιήσει οποιονδήποτε και οτιδήποτε θεωρούσε ευάλωτο σε επίθεση — όχι μόνο το Ισραήλ, φυσικά, αλλά και τους ίδιους τους περιφερειακούς γείτονές του — ενώ εξέφραζε τη λύπη του που δεν διέθετε ακόμη την ικανότητα να πλήξει απευθείας τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας ανεπαρκούς στρατηγικού σχεδιασμού από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και, στη συνέχεια, λόγω της αδυναμίας που επέδειξε ο αμερικανός πρόεδρος. Η συνθηκολόγηση του Τραμπ αποτελεί προδοσία απέναντι στους πολίτες του Ιράν. Θα γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον της Αμερικής. Αφήνει το Ισραήλ πιο ευάλωτο από ό,τι ήταν πριν αρχίσει ο πόλεμος, με μια νέα αμερικανοϊρανική συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που αποσκοπεί στο να στερήσει από το Ισραήλ την ελευθερία να προστατεύει και να υπερασπίζεται τον εαυτό του.
Οι όροι που το καθεστώς επέμεινε να επιβάλει και τελικά κέρδισε πράγματι δείχνουν ότι οι ηγέτες του είναι «πολύ λογικοί άνθρωποι». Το ίδιο, με σοβαρές συνέπειες για την ασφάλεια του Ισραήλ και του λαού του, δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Τραμπ.
* Ο Νταβίντ Χόροβιτζ είναι ο ιδρυτικός αρχισυντάκτης της The Times of Israel. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Still Life with Bombers (2004) και A Little Too Close to God (2000), καθώς και συν-συγγραφέας του Shalom Friend: The Life and Legacy of Yitzhak Rabin (1996). Προηγουμένως διετέλεσε αρχισυντάκτης της The Jerusalem Post (2004–2011) και του The Jerusalem Report (1998–2004).








