Παρότι η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης εμφανίζεται συχνά σαν ένα σύνολο από πλίνθους και κεράμους ατάκτως ερριμμένους, στην πραγματικότητα υπάρχει ένα απολύτως συνεκτικό σχέδιο: να γίνει η ζωή των προσφύγων και μεταναστών τόσο δύσκολη, τόσο ασφυκτική και τόσο τιμωρητική, ώστε η ίδια η παραμονή τους να μετατραπεί σε μορφή ποινής.
Στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να επιβάλει μια νέα κανονικότητα στο μεταναστευτικό, βαφτίζοντας την καταστολή «διαχείριση» και τον εγκλεισμό «φιλοξενία». Μέσα στις υπάρχουσες δομές υποδοχής προσφύγων και μεταναστών κατασκευάζονται πλέον κλειστοί χώροι κράτησης, μετατρέποντας τους χώρους προσωρινής διαμονής σε πολυεπίπεδα στρατόπεδα.
Δεν πρόκειται για μεμονωμένες παρεμβάσεις, αλλά για οργανωμένο σχεδιασμό που αφορά σχεδόν τις μισές δομές της χώρας. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα, δημιουργείται κυριολεκτικά «δομή μέσα στη δομή», μια φυλακή ενσωματωμένη σε έναν ήδη αποκλεισμένο χώρο, ώστε ο εγκλεισμός να γίνει οργανικό στοιχείο της λεγόμενης υποδοχής.
Η διοικητική κράτηση ως κανονικότητα
Η νομοθεσία που ψηφίστηκε το φθινόπωρο επιτρέπει διοικητική κράτηση έως και 24 μήνες για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. Δύο χρόνια εγκλεισμού χωρίς ποινικό αδίκημα, χωρίς δίκη, χωρίς καταδίκη. Πρόκειται για θεσμοθέτηση μιας μόνιμης εξαίρεσης από το αστικό «κράτος δικαίου», ειδικά κομμένης και ραμμένης για όσους βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει αυτούς τους χώρους σαν «ελεγχόμενους» και όχι ως φυλακές, μιλώντας για ζώνες προστασίας για ανηλίκους, ευάλωτους και ανθρώπους με εξαρτήσεις. Στην πραγματικότητα, επιχειρεί μια χυδαία αντιστροφή της έννοιας της φροντίδας: ο εγκλεισμός βαφτίζεται προστασία και η αφαίρεση ελευθερίας κοινωνική πολιτική.
Η δημιουργία κλειστών χώρων μέσα στις δομές παρουσιάζεται ως απάντηση στην αύξηση των ροών και στη μετατόπιση των διαδρομών προς την Κρήτη και τον Εβρο. Ομως αυτή η «απάντηση» αποκαλύπτει την πλήρη χρεοκοπία κάθε έννοιας κοινωνικής διαχείρισης. Αντί για ενίσχυση των υποδομών υγείας, στέγασης και υποδοχής, αντί για ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και ουσιαστικές διαδικασίες ασύλου, το κράτος επιλέγει να χτίζει κελιά. Η αδυναμία οργάνωσης μιας στοιχειώδους πολιτικής φιλοξενίας μετατρέπεται σε πρόσχημα για περισσότερη καταστολή.
Το χάος ως εργαλείο
Η εικόνα σε δομές της Κρήτης, όπου άνθρωποι στοιβάζονται κατά εκατοντάδες σε άθλιες συνθήκες και εμφανίζονται ασθένειες που συνδέονται άμεσα με τον υπερπληθυσμό και την εγκατάλειψη, δεν είναι ατύχημα. Είναι αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής. Το κράτος αφήνει συνειδητά τις δομές να καταρρεύσουν, ώστε στη συνέχεια να παρουσιάζει τον εγκλεισμό ως «αναγκαία λύση». Πρώτα παράγεται το πρόβλημα και μετά επιβάλλεται η καταστολή ως θεραπεία.
Η γλώσσα της εξουσίας ως όπλο
Η κυβέρνηση μιλά για «επιστροφές», «αποτροπή», «ελεγχόμενους χώρους» και «διαχείριση», αποφεύγοντας συνειδητά λέξεις όπως φυλακή, κράτηση και καταστολή. Αυτή η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Είναι εργαλείο ιδεολογικής νομιμοποίησης. Στόχος της είναι να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερη ελευθερία, λιγότερα δικαιώματα και λιγότερη ζωή.
Θέατρο εν θεάτρω
Η Ευρωλάνδη και οι πολιτικές της ηγεσίες θυμίζουν τον Μάκβεθ του Σαίξπηρ: πνίγουν, δολοφονούν, υφαίνουν τείχη, αποκλείουν και εξορίζουν, αλλά ταυτόχρονα φορούν τη μάσκα του ανθρωπισμού. Οπως ο Μάκβεθ, έτσι κι αυτοί χτίζουν την εξουσία τους πάνω στο αίμα και στον φόβο και μετά ανεβαίνουν στη σκηνή για να παίξουν θέατρο εν θεάτρω, παριστάνοντας τους προστάτες των αδυνάτων.
Μιλούν για προστασία ανηλίκων την ώρα που θεσμοθετούν τον εγκλεισμό, μιλούν για ασφαλείς ζώνες την ώρα που στήνουν κελιά, μιλούν για διαχείριση την ώρα που οργανώνουν τη βαρβαρότητα. Η υποκρισία δεν είναι παρενέργεια αυτής της πολιτικής· είναι βασικό της συστατικό.
Οι κλειστοί χώροι κράτησης μέσα στις δομές δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά κομμάτι ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού σχεδίου που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στις επιστροφές, στη επιτήρηση και στην εξαγωγή της καταστολής εκτός συνόρων. Στην Ελλάδα, όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν περιορίζεται στο να «ευθυγραμμιστεί» με αυτή την κατεύθυνση. Τη μεταφράζει σε πράξη με ζήλο, τη βαθαίνει και τη θωρακίζει θεσμικά, λειτουργώντας ως πρόθυμος εκτελεστής και πιστό τσιράκι της Ευρώπης–Φρούριο.
Ο,τι εφαρμόζεται σήμερα πάνω στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, δοκιμάζεται ως μοντέλο διακυβέρνησης. Και ό,τι δοκιμάζεται σήμερα πάνω σε αυτούς, αύριο μπορεί να στραφεί και εναντίον άλλων κοινωνικών ομάδων.
Οι πολιτικές αυτές δεν στοχεύουν μόνο τους μετανάστες. Στοχεύουν κάθε άνθρωπο που δεν χωρά στην κανονικότητα της αγοράς. Είναι το ίδιο μοντέλο που χρειάζεται φτηνά εργατικά χέρια χωρίς δικαιώματα και ταυτόχρονα οικοδομεί μηχανισμούς τιμωρίας για όσους περισσεύουν. Η Ευρωλάνδη θέλει εργάτες-μηχανές, όχι πολίτες.
Αποδοχή ή σύγκρουση
Οι φυλακές μέσα στα στρατόπεδα δηλώνουν ξεδιάντροπα τι είδους κόσμο θέλουν να οικοδομήσουν. Ενα κόσμο που ο εγκλεισμός παρουσιάζεται σαν φυσική κατάσταση, που η στέρηση της ελευθερίας γίνεται καθημερινότητα και που η αξιοπρέπεια μετατρέπεται σε προνόμιο για λίγους. Ενα κόσμο που κάποιοι άνθρωποι θεωρούνται εκ των προτέρων ένοχοι απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη δεν υπάρχει ουδέτερη στάση. Δεν υπάρχει «μέση λύση». Ή θα αποδεχτούμε την Ευρώπη–Φρούριο και την Ελλάδα-δεσμοφύλακα, μαθαίνοντας να ζούμε με συρματοπλέγματα, στρατόπεδα και ανθρώπους σε κελιά, ή θα συγκρουστούμε με αυτή τη βαρβαρότητα στη ρίζα της, αμφισβητώντας το ίδιο το σύστημα που τη γεννά.
Γιατί τη στιγμή που η φυλακή παρουσιάζεται ως απάντηση στον ξεριζωμό, δεν φυλακίζονται μόνο οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Φυλακίζεται η ίδια η ιδέα της ελευθερίας. Και μαζί της φυλακίζεται σιωπηλά και η κοινωνία ολόκληρη.








