Η περίπτωση της διευθύντριας Γυμνασίου του Νέου Σουλίου Σερρών, που φίμωσε με χαρτοταινία μαθητή σε ώρα μαθήματος, αποτέλεσε και αποτελεί για μέρες προσφιλές αντικείμενο συζήτησης των τηλεοπτικών αστέρων των Μέσων Μαζικής Εξαπάτησης. Η αστική δικαιοσύνη ικανοποίησε τους ανθρωποφάγους των μίντια και τους καθυστερημένους πολιτικά πολίτες, τιμωρώντας τη διευθύντρια με ποινή φυλάκισης 2 ετών για «παράνομη βία» και «σωματική βλάβη ανηλίκου» και το υπουργείο Παιδείας «καθάρισε» θέτοντάς την σε «αναστολή άσκησης καθηκόντων», ενώ κλήθηκε (υποκριτικά και καθυστερημένα) ο Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης να προχωρήσει άμεσα στη διενέργεια ΕΔΕ.
Σαν να σηκώθηκε το χαλί, άρχισαν από κάτω να βγαίνουν θαμμένες (;) καταγγελίες και για άλλα περιστατικά που αφορούν την ίδια, είτε απαράδεκτης παιδαγωγικής συμπεριφοράς απέναντι σε μαθητές είτε σύγκρουσης με εκπαιδευτικούς του σχολείου.
Ο δε σύζυγος της διευθύντριας μίλησε ανοιχτά για το σοβαρότατο πρόβλημα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια η σύζυγός του.
Δεν θα σταθούμε, ούτε μας ενδιαφέρουν τα οικογενειακά και προσωπικά προβλήματα των εμπλεκόμενων, ενώ είναι σαφές ότι είναι απολύτως καταδικαστέα κάθε τιμωρία μαθητή που πληγώνει τη σωματική και ψυχική του αξιοπρέπεια.
Το ουσιαστικό ζήτημα για μας, που αναδεικνύεται και σε αυτήν την περίπτωση [της ψυχικά νοσούσης εκπαιδευτικού, που στην πραγματικότητα είναι ταυτόχρονα θύτης και θύμα], είναι πώς επιλέγονται τα λεγόμενα «στελέχη εκπαίδευσης» και στη συνέχεια πώς -και αν- ελέγχονται και από ποιους. Ή πώς προστατεύονται οι εκπαιδευτικοί που πάσχουν από σοβαρά προβλήματα υγείας, ειδικά αυτοί που η κατάστασή τους δεν επιτρέπει την καθημερινή ψυχοφθόρα και πολύ απαιτητική επαφή με τα παιδιά (γιατί, π.χ. η εν λόγω εκπαιδευτικός δεν αποσπάστηκε σε κάποια άλλη θέση γραφείου, ώστε και οικονομικά να μην συντριβεί ως εργαζόμενη και να της δοθεί το περιθώριο να μεριμνήσει και να αποκαταστήσει την υγεία της, κλπ. Αλλωστε η τοπική κοινωνία είναι μικρή και κανένα πρόβλημα δεν μένει κρυφό ούτε από τους διοικητικά προϊστάμενους).
Εκτός από τη συγκεκριμένη περίπτωση, που με τόσο οδυνηρό (για τον μαθητή και την ίδια την διευθύντρια) τρόπο ήρθε στο φως, η μάχιμη εκπαίδευση, οι εκπαιδευτικοί της τάξης υποφέρουν από την σατραπική, αντιεκπαιδευτική συμπεριφορά της διοικητικής ιεραρχίας. Διευθυντές σχολείων γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους τις αποφάσεις του Συλλόγου Διδασκόντων (που ακόμα και με τους εκτρωματικούς νόμους της ΝΔ αποτελεί -υποτίθεται- το κυρίαρχο όργανο), εκβιάζουν και τρομοκρατούν τους εκπαιδευτικούς του σχολείου «τους», προκειμένου να είναι αρεστοί στους ανωτέρους και να διατηρήσουν τη θεσούλα τους. Περιφερειακοί Διευθυντές και Διευθυντές Εκπαίδευσης απειλούν εκπαιδευτικούς, τους τρομοκρατούν, τους στέλνουν μαζικά στα Πειθαρχικά (2.500 Πειθαρχικά εκκρεμούν) γιατί άσκησαν το συνταγματικό τους δικαίωμα στη συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, γιατί ανέβασαν ένα θεατρικό έργο ή έγραψαν ένα σύνθημα για την αιμάσσουσα Παλαιστίνη, για την συνδικαλιστική και πολιτική τους δράση, κ.λπ.
Κοντολογίς, η διοικητική ιεραρχία (κατώτερη και ανώτερη) της εκπαίδευσης επιλέγεται με κριτήρια ταύτισης και υποταγής στην κυβερνητική πολιτική. Και «ελέγχεται» (στο βαθμό που ελέγχεται) μόνο όταν οι πράξεις και «αμέλειές» της παραβιάζουν αυτήν την βασική αρχή. Που είναι αρχή και προϋπόθεση για το περιεχόμενο και τη λειτουργία του αστικού σχολείου στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Στον αντίποδα, ελέγχονται οι εκπαιδευτικοί με γνώμονα τη συνδικαλιστική και πολιτική συμπεριφορά τους που αντιτίθεται στην αντιεκπαιδευτική πολιτική.
Η αξιολόγηση, δηλαδή, έχει διπλό πρόσωπο και αντικρουόμενο περιεχόμενο. Από τη μια εξετάζει την εκούσια προσκόλληση στις κυβερνητικές επιλογές εάν πρόκειται για τα «στελέχη εκπαίδευσης» και από την άλλη μετρά το βαθμό υποταγής σε αυτές εάν πρόκειται για τους εκπαιδευτικούς της τάξης.
Γιούλα Γκεσούλη








