Τον λέγαν Σύρη. Αυτήν Μαριάνα. Αγαπήθηκαν μιαν νυχτιά. Τόσο δυνατά που το όνομά της (σ)την ΑΥΓΗ έμεινε βαθιά χαραγμένο
Οταν ο Φ. συνευρέθη με τον Α., συνάντησε τον Α. κι όλοι μαζί gamusan τον elinikos laos…
Και τούτη δω, δεν είν’ χρονιά, μας πλάνταξαν κι ετούτοι. Προσώρας ακούγεται βρισιά, μα δεν βρωμάει μπαρούτι (με ελπίδα αυτοδιάψευσης και διάψευσης)
«Για σας ο κινηματογράφος είναι θέαμα. Για μένα – σχεδόν κοσμοθεωρία. Ο κινηματογράφος είναι προωθητής της κίνησης. Ο κινηματογράφος είναι ανανεωτής της λογοτεχνίας. Ο κινηματογράφος είναι καταλύτης του αισθητικισμού. Ο κινηματογράφος είναι απεριόριστη τόλμη. Ο κινηματογράφος είναι αθλητής. Ο κινηματογράφος είναι διαβιβαστής ιδεών. Αλλά ο κινηματογράφος είναι άρρωστος. Ο καπιταλισμός του έριξε χρυσόσκονη στα μάτια. Τετραπέρατοι επιχειρηματίες τον παίρνουν απ’ το χέρι και τον γυρνάνε στους δρόμους. Μαζεύουνε σωρό τα λεφτά συγκινώντας τις καρδιές μ’ αισθηματικά παραμυθάκια. Αυτό πρέπει να πάρει τέλος…». (Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι Κίνο-Φοτ 1922)

♦ «Εθνική ανάταση» στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (9-12-12) για τη συμμετοχή του «ελληνικού εκστρατευτικού σώματος» στην Κορέα. Στο ανάλογο κλίμα και οι δημοσιευθείσες φωτογραφίες – μόνο αυτές των ελληνικών φερέτρων όλως παραδόξως λείπουν…
♦ Lafazan: καυχησιάρης/ φανφαρόνος (από το «Βασικό Λαδίνο-Ελληνικό, Ελληνικό-λαδίνο λεξικό» της Ρίτα Γκαμπάι-Ταζάρτες).
♦ «Με τα μούτρα» στην «κεντροαριστερά» η «Le Monde Diplomatique» (18-12-12): «Ιταλία, η επιστροφή της πολιτικής».
♦ «Οι Αλβανοί αγρότες πλήρωναν πολυάριθμους φόρους στους στρατιωτικούς γαιοκτήμονες, στον κλήρο, στο σουλτάνο και στους ανώτατους υπαλλήλους του κράτους. Οι βασικοί φόροι είναι η δεκάτη, το χαράτσι, ο επί της γης, ο επί των προβάτων και ο επί της ιδιοκτησίας. Η δεκάτη εισπράττεται σε είδος και αφορά όλο το μέρος παραγωγής. Το χαράτσι, αρχικά φόρος επί της γης, ήταν συνήθως χρηματικός, και για τους χριστιανούς υπηκόους υψηλότερος. Το 18ο αιώνα συγχωνεύεται με τον τζιτζιέ, κεφαλικό φόρο, και αφορά το μη μουσουλμανικό πληθυσμό. Στην Αλβανία, όπως άλλωστε και σε όλη την Αυτοκρατορία, το ύψος του χαρατσιού καθορίζεται από την οικονομική επιφάνεια του φορολογουμένου, και είναι τρία, έξι και δώδεκα πιάστρα. Ο φόρος επί των προβάτων αφορούσε όλους ανεξαιρέτως τους υπηκόους του σουλτάνου, καταβαλλόταν συνήθως το Μάρτιο και ανερχόταν σε τρία ακτσέ για κάθε ένα πρόβατο. Επίσης ο φόρος επί του μαλλιού ήταν του ιδίου ύψους. Οι κτηνοτρόφοι μικρών ζώων είχαν την υποχρέωση να δίνουν το 1/10 της παραγωγής τους για τις ανάγκες της κουζίνας του σουλτάνου σε τιμές αισθητά καλύτερες της αγοράς. Το φόρο ιδιοκτησίας εισέπραττε ο σπαχής σε περίπτωση αγοράς γης ή κληρονομιάς (εξαίρεση αποτελούσε η άμεση κληρονομική διαδοχή από πατέρα σε γιο). Υπήρχε ακόμη πλήθος φόρων, σε χρήμα και σε είδος, το ύψος των οποίων αυξανόταν σε περιόδους πολέμου, μιας και οι αγρότες ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν στο στρατό τροφοδοσία, ζωοτροφές, ίππους και άμαξες. Το σύστημα εισπράξεως φόρων που επικρατούσε οδηγούσε σε πολλές ατασθαλίες και έκανε αβάσταχτο για το λαό το βάρος των φορολογικών υποχρεώσεων». (Γκριγκόρι Λ. Αρς: «Η Αλβανία και η Ηπειρος στα τέλη του ΙΗ’ και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα»). Εγώ Αλβανός – εσύ Γραικός, κι οι δύο πληρώναμε(-ουμε) φορολογία… γενικώς.
♦ Για την απόρριψη νοσηλείας του Σάββα Ξηρού: έστι γαρ δίκης οφθαλμός που τα πανθ’ ορά…
♦ Αμα στηρίζεσαι στον Ζίζεκ, τον Οργουελ και τον Μπουρδιέ, μάλλον μπούρδες αναλύεις…
♦ «Πόλεμος/ δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ,/ να λες ναι, ναι/ στα μέτωπα/ με βολές πολυβόλου./ Της φαμίλιας,/ του σπιτιού,/ η επίθεση,/ για μας μικρότερη/ δεν είναι διόλου./ Εκείνος που υποτάχθηκε/ στην πίεση της φαμίλιας,/ κοιμάται/ μες στη μακαριότητα/ ρόδων φτιαγμένων με χαρτί,-/ αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας,/ της δυνατής ζωής εκείνης/ που θαρτεί./ Σαν τη φλοκάτα/ και το χρόνο επίσης,/ ο σκόρος της καθημερινότητας/ τον κατατρώει στιγμή-στιγμή./ Το μεινεσμένο ρούχο/ των ημερών μας για να αερίσεις,/ ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ». (Από το ποίημα «Ξελασπώστε το μέλλον» του Β. Μαγιακόφσκι, 1925, απόδοση Γ. Ρίτσου, με βάση την κατά λέξη μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου).
♦ Σιγαναπνέω./ Φούμο βγαίνει απ’ τα πλεμόνια μου./ Εφτά το πρωί μ’ εφτά το βράδυ./ Δεσμώτης: του ιλίγγου και της πείνας.
♦ Μάλλον χρειάζεται κάποια σχετική προσοχή και ψάξιμο με τις ηχηρές διακηρύξεις καλλιτεχνών, διανοούμενων και λοιπών… καταδίκων του συστήματος σ’ ένα σοβαρό ζήτημα όπως αυτό του νεοναζισμού στην Ελλάδα.
♦ Βγήκε ο Μπερλουσκόνι στα κουτσομπολίστικα τηλεπαράθυρα, ανακοίνωσε και το νέο αρραβώνα (49 χρόνια μικρότερή του, συνομίληκη καλή φίλη της κόρης του, είπε) και αμέσως το κόμμα του «τσίμπησε» τέσσερις μονάδες στις δημοσκοπήσεις!
Βασίλης






