Τι θα λέγατε για μια κουρδική ταινία που αρχίζει με τη φράση «Θέλαμε να μας απελευθερώσουν οι Γάλλοι ή οι Σκανδιναβοί, όμως αυτό το έκαναν οι Αμερικανοί» και τελειώνει με πανηγυρισμούς και φωνές: «Επιτέλους, είμαστε ελεύθεροι!», μόλις μπαίνουν οι Αμερικανοί στη Βαγδάτη;
Κάποιοι είδαν σ’ αυτή την ταινία ένα μάθημα ζωής. Εμείς πάλι είδαμε την ξενοδουλεία και τον εαυτουλισμό σ’ όλο τους το μεγαλείο. Χρηματοδοτούμενη από το κουρδικο-ιρακινό κυβερνητικό τμήμα και διάφορους -κυρίως γαλλικούς- τηλεοπτικούς σταθμούς, η ταινία αυτή είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφική: Ενας νεαρός Κούρδος (που δεν έχει καμιά όρεξη να τρέχει στα βουνά με τους αντάρτες, βαριά γαρ η καλογερική) προσπαθεί να δραπετεύσει από το στρατό του Σαντάμ Χουσεΐν, που βρίσκεται σε πόλεμο με το Ιράν, το σωτήριο έτος 1988. Μετά από ένα παράλογο και κωμικό ταυτόχρονα οδοιπορικό τα καταφέρνει, παίρνοντας μάλιστα μαζί τη γυναίκα και το παιδί του. Η «απελευθέρωση» τον βρίσκει στο Παρίσι να πανηγυρίζει την κατάληψη της Βαγδάτης από τους Αμερικάνους.
Φυσικά, είναι απόλυτα δικαιολογημένα το μίσος των Κούρδων ενάντια στο καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, από το οποίο έχουν υποστεί ανηλεείς διώξεις, μέχρι και χημικό πόλεμο. Ομως, από το σημείο αυτό μέχρι να γίνονται καλοδεχούμενοι, όχι από τον αγράμματο λαό αλλά από υποτιθέμενους προοδευτικούς διανοούμενους, νέοι αφέντες (και τι αφέντες!!!) υπάρχει μεγάλη απόσταση. Το ότι έχει γεμίσει ο τόπος μ…ς, ευρωλιγούρηδες, κ…διανοούμενους, πολλοί από τους οποίους βρίσκονται υπό τη στοργική σκεπή της κλίκας των Καννών, είναι γνωστό. Ευτυχώς δεν είναι όλοι τέτοιοι. Οσοι είδαν πέρυσι την εντελώς ανάλογης θεματολογίας κουρδική ταινία του Μπαχμάν Γκομπάνζι «Οι χελώνες μπορούν να πετάξουν» καταλαβαίνουν τι εννοούμε: ότι, δηλαδή, υπάρχει κόσμος που δεν τρώει τα παραμύθια των Αμερικανών και των αυλικών τους και δεν ξεπουλά την αξιοπρέπειά του.
Ελένη Σταματίου