Σε ανοιχτή σύγκρουση έχουν φτάσει ο Σαμαράς με τη Μπακογιάννη. Η ρήξη θεωρείται δεδομένη και το κάθε μέρος ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος θα φορτωθεί την ευθύνη της διάσπασης. Η Μπακογιάννη προκαλεί, προσπαθώντας να σπρώξει το Σαμαρά στη διαγραφή της, ο δε Σαμαράς κρατάει άμυνα (απορρίπτοντας μέχρι στιγμής τις εισηγήσεις «θερμόαιμων» συνεργατών του), περιοριζόμενος σε «φωτογραφικές» καταγγελίες ενάντια στο «προσωπικό παιχνίδι» της Μπακογιάννη.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η πρωτοβουλία βρίσκεται στα χέρια του μητσοτακέικου. Αυτό καθορίζει την τακτική της ρήξης, ενώ ο Σαμαράς είναι υποχρεωμένος να πάρει μια απόφαση που θα είναι σε κάθε περίπτωση οδυνηρή. Αν εξακολουθήσει να κάνει το κορόιδο στις συνεχείς προκλήσεις, θα γίνει ρόμπα. Αν προχωρήσει σε διαγραφή, θα βιώσει το μαρτύριο της τανάλιας. Εκτός από το ΛΑΟΣ στα δεξιά του, θα δει ένα καινούργιο κεντροδεξιό μόρφωμα να τον πιέζει από τ’ αριστερά, σε μια περίοδο που η ΝΔ εξακολουθεί να είναι απαξιωμένη.
Τι προοπτικές, όμως, μπορεί να έχει το κόμμα που σχεδιάζει το μητσοτακέικο; Μάλλον λάθος ερώτημα θέτουν όσοι το θέτουν. Το σωστό ερώτημα είναι: τι άλλο θα μπορούσε να κάνει η Μπακογιάννη, μετά τη συντριβή της στις εσωκομματικές εκλογές που αρχικά νόμιζε ότι θα κερδίσει με περίπατο; Ο καταχθόνιος «μπαμπάς» το εισηγήθηκε από την πρώτη στιγμή: ρήξη αμέσως, για να πάρει μαζί όσους μπορεί να πάρει, γιατί ο χρόνος δουλεύει πάντα για το νικητή. Η κόρη δεν τον άκουσε. Εχασε χρόνο γυρίζοντας σε ταξίδια «ψυχικής ανακούφισης» και όταν επέστρεψε στο κόμμα έδειξε διστακτική. Τώρα καταλαβαίνει ότι μέσα στη ΝΔ θα είναι απλώς ένα διακοσμητικό στοιχείο. Ενώ εκτός ΝΔ, με ένα μικρό έστω κόμμα (όπως αυτό που δημιούργησε ο πατέρας της το 1977, εκλέγοντας μόνο δυο βουλευτές και παζαρεύοντας με τον Καραμανλή την είσοδό του σε περίοπτη θέση στην κυβέρνηση της ΝΔ), μπορεί να εκμεταλλευτεί την περίοδο ανακατατάξεων στην οποία έχει μπει το πολιτικό σύστημα.
Το ΠΑΣΟΚ υφίσταται φθορά, η οποία θα είναι πολύ μεγαλύτερη με την πάροδο του χρόνου. Η ΝΔ δεν «τραβάει», γιατί ο Σαμαράς με τον Αβραμόπουλο δεν μπορούν να πείσουν πως εκφράζουν κάτι διαφορετικό από την κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ ο Καραμανλής δηλώνει «παρών» στις εσωκομματικές διαδικασίες κάθε φορά που αρχίζει συζήτηση περί «αποστάσεων» από την περίοδο της διακυβέρνησής του και κρατάει όμηρο τη νέα ηγεσία, όπως ακριβώς κρατούσε όμηρο ο Σημίτης τον Παπανδρέου τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του.
Επομένως, το πολιτικό κενό στο δίδυμο των κομμάτων εξουσίας μεγαλώνει και δημιουργεί χώρο για νέα μορφώματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Μητσοτάκης είναι εκείνος που πρώτος μίλησε για κυβέρνηση προσωπικοτήτων, ενώ μερίδα του αστικού Τύπου «παίζει» εδώ και καιρό το σενάριο της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας». Ούτε είναι τυχαίο ότι ο Σαμαράς έσπευσε πρώτος να απορρίψει αυτό το σενάριο, λες και κυβερνά αυτός και όχι ο Παπανδρέου. Εσπευσε να το απορρίψει, γιατί βλέπει πως αυτό το σενάριο ευνοεί μόνο τη Μπακογιάννη, που όντας εκτός ΝΔ και με τις γνωστές διασυνδέσεις θα διεκδικούσε ρόλο σε μια κυβέρνηση «προσωπικοτήτων».