Είναι δυνατόν οι σύμβουλοι της Μέρκελ να μη γνώριζαν ότι στην Ελλάδα δεν μπορεί ν’ αποφασιστεί η διεξαγωγή δημοψηφίσματος, δεδομένου ότι δεν υπάρχει Βουλή; Ακόμη κι αυτό μπορεί να συμβεί από ανθρώπους που χαρακτηρίζονται από ιμπεριαλιστική αλαζονεία.
Είναι δυνατόν να μην κατάλαβε ο Παπούλιας τι ακριβώς του είπε η Μέρκελ, όπως εκ των υστέρων υποστηρίζουν οι εκπρόσωποι της γερμανικής καγκελαρίας; Αυτό αποκλείεται, δεδομένου ότι ο Παπούλιας έχει σπουδάσει και έχει ζήσει χρόνια στη Γερμανία και γνωρίζει άριστα τη γλώσσα.
Τι μπορεί να συνέβη τότε; Ισως η Μέρκελ να τηλεφώνησε στον Παπούλια για να διερευνήσει το γενικότερο πολιτικό κλίμα και μέσα στην κουβέντα να του είπε ότι καλό θα ήταν να γίνει και ένα δημοψήφισμα με θέμα «εντός ή εκτός ευρώ;», θεωρώντας ότι αυτό θα μείνει αυστηρά μεταξύ τους. Ο Παπούλιας, όμως, φρόντισε το θέμα να γίνει βούκινο. Για ποιο λόγο; Για να εκθέσει τη Μέρκελ, το βρίσκουμε κομματάκι δύσκολο. Δεν είμαστε δα στην εποχή που πέταγε την κορόνα «ποιος είναι ο κύριος Σόιμπλε;». Μάλλον για να ρίξει στην πιάτσα τον εκβιασμό το έκανε. Εναν εκβιασμό τον οποίο ο ίδιος επαναλάμβανε συνεχώς στις συζητήσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, όπως φαίνεται από τα πρακτικά. Και να δώσει, παράλληλα, την ευκαιρία σε Σαμαρά και Βενιζέλο (οι άλλοι έτσι κι αλλιώς θ’ αντιδρούσαν) να κάνουν μια ανέξοδη προεκλογική επίδειξη εθνικής περηφάνειας.
Κάποια ζητήματα ουσίας, όμως, έμειναν στο περιθώριο. Γιατί η Μέρκελ τηλεφώνησε στον Παπούλια, που ούτε ομόλογός της είναι ούτε έχει αρμοδιότητες άσκησης πολιτικής; Προφανώς, διότι μέσω της γερμανικής πρεσβείας είχε πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύθηκε ο Παπούλιας μετά τις εκλογές της 6ης Μάη και θεωρεί ότι ο Παπού-λιας είναι ο μόνος αξιόπιστος πολιτικός πόλος στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Και γιατί ο Παπούλιας μπήκε σε τέτοια συζήτηση με τη Μέρκελ, ενώ είναι παντελώς αναρμόδιος εκ του θεσμικού του ρόλου; Γιατί δεν διευκρίνισε στη Μέρκελ ότι γι’ αυτά τα θέματα αρμόδια είναι μόνο η κυβέρνηση, η οποία μάλιστα σ’ αυτή τη φάση δεν μπορεί ν’ αποφασίσει για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, διότι δεν υπάρχει Βουλή για να επικυρώσει την απόφασή της; Τέλος, γιατί αυτός ο… αντάρτης δεν έστειλε τη Μέρκελ «από εκεί που ήρθε», λέγοντάς της ότι δεν μπορεί να υπαγορεύ-ει πολιτική σε μια ανεξάρτητη χώρα; Δεν το έκανε, γιατί στόχος του ήταν να ρίξει τον εκβιασμό Μέρκελ στην προεκλογική πιάτσα.
Εξίσου υποτελής και ξενόδουλη ήταν και η στάση του Πικραμμένου, στον οποίο ο Παπούλιας πέταξε το μπαλάκι. «Είναι πρόδηλο ωστόσο ότι το θέμα εκφεύγει των αρμοδιοτήτων της υπηρεσιακής κυβέρνησης», ανακοίνωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δ. Τσιόδρας! Δηλαδή, αν η κυβέρνηση είχε αυτή την αρμοδιότητα, θα εξέταζε την ιταμή απαίτηση της Μέρκελ! Τη θεωρεί αρμόδια να υπαγορεύει πολιτική!
Ανεξάρτητα από τι ακριβώς ισχύει, αν δηλαδή η Μέρκελ προχώρησε σε μια ακόμη ιταμή πρόκληση ή αν ο Παπούλιας «φούσκωσε» τη συζήτηση που είχαν για να τονώσει το κλίμα των εκβιασμών προς τον ελληνικό λαό, εκείνο που έχει σημασία είναι το κλίμα. Οι ΣΥΡΙΖΑίοι προσπαθούν να μας πείσουν, ότι στην Ευρώπη «πνέει νέος αέρας», όχι μόνο χάρη στη νίκη του Ολάντ, αλλά και επειδή τους τρόμαξε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και η προοπτική αυτός να είναι πρώτο κόμμα στις 17 Ιούνη! Πλέον δεν επικαλούνται μόνο τον Ολάντ, επικαλούνται και τον Γιούνκερ, στελέχη της Κομισιόν, ακόμη και τη Μέρκελ (διαβάστε την ομιλία του Τσίπρα στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ).
Ομως, όλες οι δηλώσεις που γίνονται από ευρωπαίους πολιτικούς, είτε μέλη κυβερνήσεων είτε μέλη θεσμικών οργάνων της ΕΕ, κινούνται σε δυο άξονες. Πρώτο, ότι οι συμφωνίες είναι συμφωνίες και πρέπει να τηρούνται και, δεύτερο, ότι η αναπτυξιακή διάσταση για την οποία μιλούν δεν σημαίνει ότι πρέπει να χαλαρώσει η δημοσιονομική προσαρμογή. Είναι χαρακτηριστικά αυτά που δήλωσε ο πρόεδρος του ευρωκοινοβούλιου Μάρτιν Σουλτς που, αν και σοσιαλδημοκράτης, συναντήθηκε με τους Μέρκελ, Σόιμπλε και Γιούνκερ πριν έρθει στην Ελλάδα για να λειτουργήσει σαν «σκάουτέρ» τους (να κόψει κλίμα και να περάσει μηνύματα).
Από τη μια έλεγε πως «αντί να μιλάμε για την έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη, πρέπει να επικεντρωθούμε στο να παραμείνει στο ευρώ και στο να ενθαρρύνουμε τις επενδύσεις στη χώρα», διότι «οι νέοι άνθρωποι στην Ελλάδα πρέπει να έχουν δουλειές», και από την άλλη υπενθύμιζε με νόημα: «Ενα πράγμα είναι σαφές. Υπάρχει μια συμφωνία και οι δύο πλευρές πρέπει να την τιμήσουν. Βλέπω ότι κάποια κόμματα λένε ότι η συμφωνία δεν τα δεσμεύει. Το Μνημόνιο πρέπει να τηρηθεί, είναι η μόνη βάση για τη χρηματοδότηση της Ελλάδας. Τα κόμματα που λένε το αντίθετο έχουν αντιφατική θέση». Από τη μια έλεγε πως «δεν χρειάζεται να είσαι καθηγητής Οικονομικών για να καταλάβεις ότι με τη συνταγή της λιτότητας δεν είναι δυνατές η ανάπτυξη και η ενίσχυση της απασχόλησης» και, από την άλλη, συμπλήρωνε αμέσως ότι «η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη». Και επαναλάμβανε, μήπως και δεν είχε γίνει αντιληπτό το μήνυμα που έφερνε: «Καταλαβαίνουμε ότι η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, αλλά το Μνημόνιο που έχει υπογραφεί με τους Ευρωπαίους είναι μια πολύ σημαντική συνεισφορά».
Ο Ομπάμα δήλωσε, μετά τη σύνοδο του G8 στο «Καμπ Ντέιβιντ», ότι οι ΗΠΑ θέλουν «η Ελλάδα να παραμείνει στην ευρωζώνη, τηρώντας τις δεσμεύσεις της». Πόσο πιο καθαρά να μιλήσουν, για να συνειδητοποιήσουμε ότι στο πλαίσιο του καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης η πολιτική είναι δεδομένη και δεν εξαρτάται από την όποια κυβέρνηση, αλλά από το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και τη δύναμη του κεφαλαίου που εκπροσωπούν;







