Το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Μπαρμπαρός» και η συνοδεία του από σκάφη του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού βρίσκονταν ακόμη στα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ, όταν ανακοινώθηκε ότι την πρώτη βδομάδα του Δεκέμβρη θα καταφθάσουν στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Νταβούτογλου με το μισό υπουργικό συμβούλιο, προκειμένου να συνεδριάσουν από κοινού με τους ομολόγους τους της ελληνικής κυβέρνησης, στο πλαίσιο κάποιων διαδικασιών που είχαν συμφωνηθεί παλαιότερα, όμως την τελευταία διετία είχαν ατονήσει.
Και μόνο το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου επεδίωξε (ή έστω αποδέχτηκε) μια συνάντηση σε τόσο υψηλό επίπεδο και με τέτοιους συμβολισμούς, χωρίς η Τουρκία να κάνει την παραμικρή υποχώρηση και στις διακηρύξεις της και στην πρακτική της, δείχνει ποια είναι αυτή την περίοδο η δυνατή κορυφή στο τρίγωνο Αγκυρα-Λευκωσία-Αθήνα. Η συγκυβέρνηση της Αθήνας δεν είχε περιθώρια για δεύτερες σκέψεις, δεν μπορούσε να αρνηθεί αυτή τη συνάντηση, γιατί έχει εντάξει την εξωτερική της πολιτική στον αμερικανόπνευστο άξονα Ισραήλ-Αίγυπτος και οι Αμερικανοί απαίτησαν να μην υπάρξει καμιά περαιτέρω όξυνση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά αντίθετα να γίνουν βήματα σαφούς αποκλιμάκωσης της έντασης, τα οποία θα καταστήσουν νεκρό γράμμα και την επικριτική για την Τουρκία παράγραφο που περιλήφθηκε στο ανακοινωθέν της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ.
Λίγες μέρες μετά, ήρθε και ο… λογαριασμός. Ο ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ για τις ενδοκοινοτικές συνομιλίες στην Κύπρο Εσπεν Αιντεν, ύστερα από ένα γύρο επαφών σε Αθήνα, Αγκυρα και Λευκωσία, εισηγήθηκε τη δημιουργία τεχνικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων από τις δύο πλευρές, η οποία θα συζητήσει το θέμα του φυσικού αερίου είτε εντός της διαπραγματευτικής διαδικασίας για την επίλυση του Κυπριακού είτε παράλληλα μ’ αυτή. Αρκεί ένας απλός συλλογισμός για να φανεί η σημασία αυτής της εξέλιξης: όταν η Τουρκία άρχισε με τον τσαμπουκά (με την απειλή πολέμου, ουσιαστικά) έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ, η κυβέρνηση Αναστασιάδη, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των κομμάτων που συμμετέχουν στο Εθνικό Συμβούλιο, αποφάσισε να διακόψει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του Κυπριακού. Τώρα, ο υπεύθυνος μεσολαβητής του ΟΗΕ, ο εγγυητής των διαπραγματεύσεων, προτείνει να υπάρξει κεφάλαιο για τους υδρογονάνθρακες στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης. Δηλαδή, προτείνει να γίνουν δεκτές οι τουρκικές αξιώσεις και η κυβέρνηση της Λευκωσίας να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ταπεινωμένη και έχοντας χάσει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό όπλο της.
Αν ενταχθεί το μοίρασμα των οικοπέδων της ΑΟΖ ως κεφάλαιο στις διαπραγματεύσεις, αυτό θα σημάνει ότι η κυβέρνηση της Λευκωσίας, η μόνη αναγνωρισμένη διεθνώς κυβέρνηση της Κύπρου, απεμπολεί κυριαρχικά της δικαιώματα και εμφανίζεται ουσιαστικά ως ένας τυπικός διαχειριστής του φυσικού πλούτου της Κύπρου και όχι ως κυβέρνηση ενός ανεξάρτητου κράτους, τμήμα του οποίου βρίσκεται εδώ και 40 χρόνια υπό κατοχή. Ετσι, αυτό που έως τώρα εμφανιζόταν ως μεγάλο όπλο της Λευκωσίας θα μετατραπεί στο αντίθετό του: σε μεγάλο όπλο της Αγκυρας. Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων θα είναι μοχλός πίεσης για την ολοκλήρωση των ενδοκοινοτικών διαπραγματεύσεων στο πνεύμα του σχεδίου Ανάν. «Αντε να τελειώνουμε, για να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε το φυσικό αέριο» θα είναι το κυνικό σλόγκαν που θα επικρατήσει.
Το Εθνικό Συμβούλιο απέρριψε την περασμένη Τρίτη ομόφωνα τις προτάσεις Αιντε, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Αυτές οι προτάσεις, καθαρά αμερικανικής έμπνευσης και υπαγόρευσης, κατατέθηκαν στο τραπέζι και έχουν κατοχυρωθεί πλέον ως «ρεαλιστικές», «φιλειρηνικές» και «προς όφελος των δύο κοινοτήτων» προτάσεις. Η πίεση από τώρα και μετά θα είναι προς την ελληνοκυπριακή πλευρά να τις αποδεχτεί, αφού η τουρκοκυπριακή δε θα έχει κανένα πρόβλημα. Για μια ακόμη φορά το κατοχικό καθεστώς στη Βόρεια Κύπρο θα εμφανιστεί ως φορέας της συνεννόησης, της ειρήνης και της επανένωσης του νησιού. Οπως συνέβη και με το σχέδιο Ανάν. Δεν είναι τυχαία η διαδικασία που επιλέχτηκε. Η απόφαση του συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών της Κύπρου θα ανακοινωθεί προφορικά στον Αιντε, όταν επιστρέψει στη Λευκωσία. Τα γραπτά μένουν, ενώ τα λόγια… πετάνε.
Για μια φορά ακόμη, εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία, η Τουρκία κατάφερε να δημιουργήσει τετελεσμένα, «manu militari», με την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας. Σ’ αυτή τη συγκυρία, Σαμαράς και Βενιζέλος έκαναν αυτό που τους ζήτησαν οι Αμερικανοί, αποδεχόμενοι μοιρολατρικά το ρόλο του καρπαζοεισπράκτορα που τους επεφύλαξαν οι γιάνκηδες ιμπεριαλιστές. Στάση απολύτως λογική και αναμενόμενη από μια αστική κυβέρνηση, η οποία αποδέχεται το διεθνές ιμπεριαλιστικό status και δεν έχει καμιά διάθεση να συγκρουστεί μ’ αυτό. Ούτε είναι τυχαίο ότι δεν ακούγονται ισχυρές εθνικιστικές φωνές από το χώρο της αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να μην παρακολουθεί καθόλου το συγκεκριμένο θέμα και να μην είναι διατεθειμένος να σηκώσει τους τόνους ενάντια στη συγκυβέρνηση. Γι’ αυτό και προσήλθε με χαρά στο Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής που συγκάλεσε ο Βενιζέλος και βούτηξε στα βαθιά του «αρραγούς εθνικού μετώπου». Σε στρατηγικό επίπεδο, ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται απόλυτα με τις επιλογές της συγκυβέρνησης. Ουδέποτε αμφισβήτησε τον άξονα με το Ισραήλ (και την Αίγυπτο, μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Μόρσι και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους).
Στο μεταξύ, ο Μπάιντεν επισκέφτηκε την Τουρκία, χωρίς προηγουμένως να περάσει και από την Αθήνα. Η τήρηση διπλωματικών ισορροπιών είναι το τελευταίο που ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή τον Ομπάμα και τους συνεργάτες του, οι οποίοι «καίγονται» για την αναβάθμιση της τουρκικής εμπλοκής στον πόλεμο κατά του IS. Ακόμη και μετά τη συνάντησή του με τον Μπάιντεν ο Ερντογάν εξακολουθούσε να κάνει τον δύσκολο, ζητώντας από τους Αμερικανούς στρατιωτική ενίσχυση του Ελεύθερου Συριακού Στρατού που πολεμά το καθεστώς Ασαντ και δημιουργία πλατιάς αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, στην οποία θα συγκεντρώνονται και θα φρουρούνται οι πρόσφυγες. Οπως καταλαβαίνετε, οι απαιτήσεις της Τουρκίας για το φυσικό αέριο της κυπριακής ΑΟΖ για τους Αμερικάνους είναι λεπτομέρεια. Τους είναι αδιάφορο σε ποιον θα πληρώνουν το πενιχρό ενοίκιο οι αμερικάνικες εταιρίες που θα εκμεταλλευτούν τα κοιτάσματα. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρούμε βέβαιο ότι οι πιέσεις στην ελληνοκυπριακή πλευρά θα αυξηθούν και κάποια στιγμή θα πάρουν τη μορφή ανοιχτού εκβιασμού.
Οσο για τον περιβόητο άξονα Ελλάδα-Ισραήλ-Αίγυπτος, στον οποίο έχει επενδύσει η ελληνική διπλωματία από την εποχή του Γιωργάκη Παπανδρέου και μετά, όχι μόνο δεν προσφέρει εξασφάλιση (ακόμη και αν παραβλέψουμε το ματοβαμμένο πρόσωπο του σιωνιστικού κράτους και τη στυγνή δικτατορία της αιγυπτιακής στρατιωτικής χούντας), αλλά μπορεί να μετατραπεί και σε μοχλό πίεσης.
Είναι γνωστό πως οι σιωνιστές διεξάγουν συνεχείς μυστικές διαπραγματεύσεις με το καθεστώς της Αγκυρας. Είναι επίσης γνωστό πως οι αμερικάνικες εταιρίες προσανατολίζονται στη λύση των αγωγών για τη μεταφορά του φυσικού αερίου που θα αντλήσουν από τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, οπότε ο ρόλος της Τουρκίας θα αναβαθμιστεί. «Αυτό είναι ζήτημα που θα το αποφασίσουν οι εταιρίες» δήλωσε κυνικά πριν από μερικούς μήνες ο ναζισιωνιστής Λίμπερμαν, αφήνοντας «παγωτό» τους κύπριους συναδέλφους του, που κατάλαβαν ότι το Ισραήλ «κοιτάζει» περισσότερο προς την Τουρκία, θεωρώντας δεδομένη την ελληνική πλευρά. Αν οι γενικότερες συνθήκες απαιτήσουν μια στενή οικονομική συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ, η πολιτική των δύο χωρών θα προσαρμοστεί τάχιστα. Οσο για το καθεστώς των στρατηγών στην Αίγυπτο, αυτό θα κάνει ό,τι του ζητήσουν οι Αμερικάνοι. Αυτή την περίοδο, Αθήνα και Λευκωσία δίνουν τα πάντα για τη συνεργασία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, στο τέλος όμως μπορεί να μείνουν μπουκάλα.








