«Ανέλαβα μία ευθύνη, μία δυσβάστακτη ευθύνη, το ξέρετε πολύ καλά ότι αυτό έγινε χωρίς να το επιθυμώ ή να το επιδιώκω και προκειμένου να φέρω σε πέρας αυτή την αποστολή που την θεωρώ εθνική, έχω κατά πάσα πιθανότητα θυσιάσει οποιαδήποτε πολιτική μου προοπτική».Τάδε έφη Ευάγγελος Βενιζέλος, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε στις 22 Αυγούστου. Στην περίπτωση του Βενιζέλου δεν μπορείς να πεις «γλώττα λανθάνουσα». Και καλά Ελληνικά γνωρίζει και άριστος χειριστής της γλώσσας είναι. Επομένως, ό,τι λέει το λέει εν πλήρει συνειδήσει.
Ανέλαβε, λέει, μια δυσβάσταχτη ευθύνη, χωρίς να το θέλει και χωρίς να το επιδιώκει, αλλά επειδή συναισθάνθηκε το βάρος της εθνικής ευθύνης. Και μ’ αυτή την ανάληψη έχει, κατά πάσα πιθανότητα θυσιάσει οποιαδήποτε πολιτική του προοπτική. Γιατί, όμως; Αφού η εθνική προσπάθεια θα στεφθεί στο τέλος από επιτυχία, όπως καθημερινά και ο ίδιος διατείνεται, αυτός θα δρέψει πολιτικά τους καρπούς. Κι εν πάση περιπτώσει, ποια ήταν η πολιτική προοπτική που θυσίασε; Να γίνει αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, ας πούμε, και μετά πρωθυπουργός; Ακόμα και οι πέτρες γνωρίζουν, ότι δέχτηκε να γίνει υπουργός Οικονομικών, επειδή πήρε σαν αντάλλαγμα από τον Παπανδρέου το δαχτυλίδι της διαδοχής. Η δε διαδοχή σ’ ένα κόμμα εξουσίας όπως το ΠΑΣΟΚ τον καθιστά αυτόματα πρωθυπουργίσιμο. Εδώ ο Σαμαράς βρέθηκε εν δυνάμει πρωθυπουργός από το απόλυτο τίποτα.
Ολα τα παραπάνω δεν αποτελούν παρά καμώματα του Βενιζέλου, ο οποίος αποφάσισε να αλλάξει προσωπείο. Κρύβει πια τον ξέχειλο εγωισμό, που του στέρησε μεγάλο μέρος των πιθανοτήτων που είχε να κερδίσει τον Παπανδρέου στην εσωκομματική κούρσα του 2007, ενώ σε επίπεδο πολιτικού στιλ συμπεριφέρεται ως αντι-Παπακωνσταντίνου. Οταν, λοιπόν, μιλά για θυσία της πολιτικής του προοπτικής, επενδύει στο ακριβώς αντίθετο. Οικοδομεί το πολιτικό του προφίλ κοιτάζοντας στο μέλλον. Προσπαθεί να βγάλει τον εαυτό του έξω από το κάδρο των κυβερνητικών ευθυνών, εμφανιζόμενος ως Ιφιγένεια που δέχτηκε να θυσιαστεί για το κοινό καλό.








