Αποκαλυπτικές ήταν οι τοποθετήσεις του αναπληρωτή ΥΠΕΞ Δ. Δρούτσα, κατά τη συζήτηση επίκαιρης ερώτησης του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Τ. Κουράκη, που έθετε τρία ερωτήματα: «1. Σε ποιες ενέργειες προτίθεται να προβεί το Υπουργείο Εξωτερικών και η ελληνική κυβέρνηση για την ταχύτερη επιστροφή των δύο πλοίων και της ανθρωπιστικής βοήθειας που φέρουν (οικοδομικά υλικά, αναπηρικά αμαξίδια, μονάδες αφαλάτωσης νερού, γεννήτριες κ.ά.) στην Ελλάδα προκειμένου να παραδοθούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους; 2. Θα γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες ώστε να παραδοθούν τα παρανόμως κατακρατηθέντα προσωπικά είδη, καθώς και τα διαβατήρια και τα ναυτικά φυλλάδια; 3. Θα κινήσει η ελληνική κυβέρνηση τη προβλεπόμενη νομική διαδικασία επιβολής κυρώσεων στο ισραηλινό κράτος και καταβολής αποζημιώσεων;».
Στην πρωτολογία του ο Δρούτσας, με ύφος άχρωμου τεχνοκράτη και αποφεύγοντας οποιαδήποτε κριτική προς το Ισραήλ, περιορίστηκε να πει ότι «πρώτα από όλα, πρέπει το Ισραήλ να αποδώσει στους έλληνες πολίτες τα προσωπικά τους είδη», προσθέτοντας ότι το ΥΠΕΞ «είναι σε επαφή με κάθε έναν από τους έλληνες πολίτες που συμμετείχαν και έχουμε ζητήσει από όσους συμμετείχαν να καταγράψουν ακριβώς αυτά τα προσωπικά τους είδη, προκειμένου να χρησιμοποιήσουμε τα στοιχεία αυτά έναντι των ισραηλινών αρχών». Αυτό είναι σκέτη κοροϊδία. Πάνε να μπλέξουν τους απαχθέντες και ληστευθέντες σε μια νομικίστικη διαδικασία, χωρίς η κυβέρνηση να παίρνει κανένα μέτρο, διπλωματικό έστω, σε βάρος του Ισραήλ. Το θέμα δεν είναι να καταγράψουν οι όμηροι τα προσωπικά τους αντικείμενα που κλάπηκαν, αλλά να εξασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση την επιστροφή τους. Με τη διαδικασία της καταγραφής, η κυβέρνηση προσπαθεί να βάλει τους ομήρους σ’ ένα γραφειοκρατικό κυκεώνα, για να περνάει ο καιρός χωρίς να γίνεται τίποτα. Εκείνο που επιδιώκει είναι να αποφύγει την πολιτική πίεση και καταγγελία και να εμφανίζεται σαν δήθεν να ενδιαφέρεται για την επιστροφή των κλοπιμαίων.
Με την ίδια άχρωμη γενικολογία απαντήθηκε και το ερώτημα για την επιστροφή των πλοίων: «Πρέπει, επίσης, να επιστρέψουν τα δύο πλοία ελληνικών συμφερόντων. Αυτό έχει επισημανθεί μετ’ επιτάσεως στον εδώ ισραηλινό πρέσβη, καθώς και στις επικοινωνίες μας με την πολιτική ηγεσία του Ισραήλ. Και σ’ αυτό, βεβαίως, θα επιμείνουμε». Τι θα πει «θα επιμείνουμε»; Μέχρι στιγμής οι Ισραηλινοί έχουν γραμμένες τις «επισημάνσεις» του Δρούτσα, που αν κρίνουμε από το ύφος που χρησιμοποίησε στη Βουλή, κάθε άλλο παρά «μετ’ επιτάσεως» έγιναν. Μέτρα έχει σκοπό να πάρει η κυβέρνηση; Οχι βέβαια. Γι’ αυτό και ο Δρούτσας δεν απάντησε τίποτα στο τρίτο ερώτημα που αφορούσε την επιβολή κυρώσεων.
Στο ίδιο ακριβώς ύφος, χωρίς να προσθέσει το παραμικρό, ήταν και η δευτερολογία του Δρούτσα. Μίλησε για «αλλεπάλληλες επικοινωνίες» του ίδιου και του πρωθυπουργού και αυτό ήταν όλο. Δεν τόλμησε καν να υποστηρίξει τη σύσταση διεθνούς επιτροπής έρευνας, που την έχει ζητήσει ακόμη και ο ΟΗΕ. Περιορίστηκε να πει ότι «η πλήρης διαφάνεια, το απόλυτο φως σε όλα αυτά τα γεγονότα είναι αυτονόητο για εμάς». Το ίδιο, όμως, λέει και το Ισραήλ και ήδη δημιούργησε… ανεξάρτητη επιτροπή από τρεις συνταξιούχους ισραηλινούς αξιωματούχους και από δύο ξένους παρατηρητές, γνωστούς για τα φιολο–ισραηλινά τους αισθήματα.
Οταν αυτοί που εμφανίζονται ότι εκπροσωπούν την πρωτοβουλία «Ενα καράβι για τη Γάζα» δεν αρθρώνουν την παραμικρή κριτική (πόσο μάλλον καταγγελία) της ελληνικής κυβέρνησης, όταν το αίτημα της επιστροφής των πλοίων δε γίνεται κυρίαρχο, με προσπάθεια να αναπτυχθεί κίνημα σε Ελλάδα, Τουρκία και Ισραήλ, ο κάθε Δρούτσας θα παπαρολογεί, θα κολυμπά άνετα στο εθνικοενωτικό κοινοβουλευτικό κλίμα και θα τη βγάζει καθαρή η κυβέρνηση Παπανδρέου.







