Την ώρα που στην Ελλάδα ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου καταθέτει νέο νομοσχέδιο για τη λεγόμενη «νόμιμη μετανάστευση», εδραιώνοντας ακόμη πιο σκληρά ένα καθεστώς πειθάρχησης, ελέγχου και καταστολής, στην Ισπανία, σύμφωνα με δημοσίευμα της El País, έγινε πολιτική συμφωνία της κυβέρνησης Σάντσεθ που ανοίγει το δρόμο για μαζική «τακτοποίηση» έως και 500.000 μεταναστών.
Η ισπανική κυβέρνηση, έπειτα από διαπραγματεύσεις με «αριστερές» και περιφερειακές πολιτικές δυνάμεις, προσανατολίζεται στη θέσπιση έκτακτης ρύθμισης που προβλέπει τη χορήγηση άδειας παραμονής διάρκειας ενός έτους σε ανθρώπους που μπορούν να αποδείξουν παρουσία στη χώρα για τουλάχιστον πέντε μήνες και δεν έχουν ποινικό μητρώο, με δυνατότητα στη συνέχεια μετάβασης σε πιο σταθερό καθεστώς διαμονής.
Δεν πρόκειται για κάποια ριζοσπαστική ανατροπή του μεταναστευτικού καθεστώτος, ούτε για μια πράξη άνευ όρων αναγνώρισης δικαιωμάτων. Πρόκειται, ωστόσο, για μια πολιτική παραδοχή ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ζουν, εργάζονται και συνεισφέρουν στην ισπανική καπιταλιστική οικονομία χωρίς χαρτιά και πως αυτή η μαζική «αορατότητα» δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον χωρίς σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Η «τακτοποίηση» λειτουργεί έτσι, στο πλαίσιο μιας αστικής διακυβέρνησης, ως μηχανισμός ενσωμάτωσης ενός ήδη υπάρχοντος πληθυσμού σε ένα πιο ελεγχόμενο και θεσμικά ρυθμισμένο πλαίσιο.
Η κοινωνική και εργασιακή διάσταση της ισπανικής πρωτοβουλίας είναι προφανής. Η πλειονότητα των μεταναστών χωρίς χαρτιά απασχολείται εδώ και χρόνια στη γεωργία, στην οικοδομή, στην εστίαση, στον τουρισμό και κυρίως στην οικιακή εργασία και στη φροντίδα ηλικιωμένων, τομείς που στηρίζονται σε χαμηλούς μισθούς, επισφάλεια και συχνά αδήλωτη εργασία. Το καθεστώς παρατυπίας καθιστά αυτούς τους ανθρώπους εξαιρετικά ευάλωτους σε εκβιασμούς, σε εργασιακές αυθαιρεσίες και σε συνθήκες που προσεγγίζουν την εργασιακή εκμετάλλευση, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής αντίδρασης. Η τακτοποίηση δεν αναιρεί αυτή τη δομή, αλλά μετακινεί ένα μέρος της από το πεδίο της απόλυτης παρανομίας στο πεδίο της θεσμικά ρυθμισμένης εκμετάλλευσης, επιτρέποντας στο κράτος να φορολογεί, να ελέγχει και να διαχειρίζεται ένα εργατικό δυναμικό που μέχρι σήμερα βρισκόταν εκτός επίσημων μητρώων.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το βασικό όριο της ισπανικής πολιτικής: δεν συγκρούεται με το υπόδειγμα που παράγει την επισφάλεια, αλλά επιχειρεί να το καταστήσει λειτουργικότερο. Παρολαυτά, σε σύγκριση με την ελληνική πραγματικότητα, συνιστά μια διαφορετική πολιτική διαχείριση, καθώς αναγνωρίζει έστω στοιχειωδώς ότι η μαζική παρατυπία αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα που δε λύνεται μόνο με φράχτες, επαναπροωθήσεις και ποινικοποίηση.
Πιο συγκεκριμένα, η ισπανική πρωτοβουλία συνδέει ανοιχτά την «τακτοποίηση» με δομικές ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας και με το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της χώρας, αναγνωρίζοντας ότι χωρίς τη σταθεροποίηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που ήδη εργάζονται, ολόκληροι παραγωγικοί τομείς θα βρεθούν σε αδιέξοδο.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όσοι μπορούν να αποδείξουν παρουσία στην Ισπανία πριν από το τέλος του 2025 και τουλάχιστον πέντε μήνες συνεχούς διαμονής εντάσσονται σε διαδικασία τακτοποίησης, ενώ για αυτούς αναστέλλονται ταυτόχρονα οι εκκρεμείς διοικητικές διαδικασίες απέλασης. Με άλλα λόγια, το ισπανικό κράτος επιχειρεί να «καθαρίσει το τραπέζι» και να μεταφέρει έναν μεγάλο πληθυσμό από τη ζώνη της παρανομίας στη σφαίρα της επίσημης οικονομίας.
Στον αντίποδα, η ελληνική εμπειρία από την αποκαλούμενη «τροπολογία Καιρίδη» των ετών 2023-2024 ήταν σαφώς πιο περιορισμένης κλίμακας, καθώς στόχευε σε μερικές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και προσέκρουσε σε ένα πλέγμα νομικών και γραφειοκρατικών αποκλεισμών, αλλά και στο εχθρικό κλίμα που καλλιεργούσαν οι ακροδεξιοί της ΝΔ στα παπαγαλάκια των Μέσων Μαζικής Εξαπάτησης. Ακόμη και όταν κάποιος πληροί τυπικά τις προϋποθέσεις παραμονής και διαθέτει προσφορά εργασίας, μπορεί να βρεθεί μπλοκαρισμένος, λόγω παλαιότερων διοικητικών καταχωρίσεων που τον χαρακτηρίζουν «ανεπιθύμητο», με αποτέλεσμα να τίθεται σε πενταετή αποκλεισμό από κάθε δυνατότητα νομιμοποίησης.
Το πλαίσιο αυτό επιδεινώθηκε περαιτέρω με τις μεταγενέστερες νομοθετικές παρεμβάσεις, με τις οποίες η ίδια η παράτυπη διαμονή μετατράπηκε σε ποινικό αδίκημα, εδραιώνοντας μια λογική τιμωρίας αντί ένταξης.
Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει το νέο νομοσχέδιο για τη «νόμιμη μετανάστευση» ως εκσυγχρονισμό, αλλά στην ουσία εμβαθύνει ένα καθεστώς που η άδεια παραμονής συνδέεται ακόμη πιο ασφυκτικά με συγκεκριμένο εργοδότη, που ενισχύονται οι μηχανισμοί ελέγχου και τιμωρίας και που περιορίζονται δυνατότητες ένταξης μέσω εκπαίδευσης ή μακρόχρονης παραμονής. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι ο μετανάστης γίνεται αποδεκτός μόνο στο βαθμό που καλύπτει ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας και μόνο υπό αυστηρούς όρους δουλικότητας και υποταγής.
Παρά τις επιμέρους διαφορές, και οι δύο προσεγγίσεις κινούνται εντός μιας κοινής καπιταλιστικής λογικής που αντιμετωπίζει τη μετανάστευση πρωτίστως ως ζήτημα διαχείρισης εργατικού δυναμικού. Η διαφορά είναι ότι στην Ισπανία αναγνωρίζεται πως η πλήρης αορατότητα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων υπονομεύει την κοινωνική συνοχή, ενώ στην Ελλάδα επενδύεται πολιτικά ο φόβος, η αυστηρότητα και η καταστολή ως κυρίαρχο αφήγημα.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι αν η ισπανική πρωτοβουλία είναι «καλή» ή «κακή», αλλά αν οι κοινωνίες θα συνεχίσουν να αποδέχονται ένα σύστημα όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής μετριέται με όρους χρησιμότητας για την καπιταλιστική οικονομία. Απέναντι σε αυτό το πλαίσιο, το αίτημα για καθολική νομιμοποίηση, πλήρη εργασιακά δικαιώματα και ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση κοινωνικής δικαιοσύνης.







