Πανάκριβο κιτς προς όφελος των καπιταλιστών του real estate και του τουρισμού

0

Δε θα ακολουθήσουμε τον κιτρινισμό εκείνων που ξεσήκωσαν τον κόσμο με τις ζαρντινιέρες και τα παγκάκια του Μπακογιάννη κάνοντας παιχνίδι με τις όντως μεγάλες τιμές που αναφέρονται στην τεχνική έκθεση. Μια ζαρντινιέρα 3Χ3 μέτρα, ύψους 1 μέτρου, φτιαγμένη από λαμαρίνα 6 χιλιοστών, με πρόσθετες κατασκευές στήριξης του δέντρου στο εσωτερικό της, τριμμένη με αμμοβολή, ασταρωμένη με καλό αστάρι και βαμμένη με ηλεκτροστατική βαφή, δεν είναι μια απλή και ελαφριά κατασκευή. Είναι μια πολύ βαριά κατασκευή που μόνο σε εργοστάσιο μπορεί να κατασκευαστεί. Και μπορεί όντως να κοστίζει τέσσερα-πέντε χιλιάρικα.
 
Το ζήτημα είναι γιατί έπρεπε να επιλεγεί  η πιο βαριά -και επομένως πιο ακριβή- λύση και όχι λύσεις ελαφριές και πολύ πιο φτηνές. Μ' αυτό όμως κανείς δεν ασχολήθηκε. Ξέρετε τι μας θυμίζουν εμάς αυτές οι βαριές και πανάκριβες κατασκευές; Το μεγάλο φαγοπότι του 2004, όταν γέμισε η Αττική σίδερο και μπετόν που έκτοτε σαπίζει και αποσαθρώνεται.
 
Μπορεί μια ουασιγκτόνια σε γλάστρα να την παίρνει κανείς με 50 ευρώ, όμως οι προδιαγραφές του Μπακογιάννη μιλούν για δέντρα με καθαρό ύψος κορμού 6-7 μέτρα, η τιμή των οποίων σίγουρα ξεπερνά το χιλιάρικο. Το ζήτημα είναι γιατί έπρεπε να επιλεγούν τροπικά δέντρα σε τόσο μεγάλο μέγεθος και με τόσο υψηλή τιμή; Η απάντηση είναι απλή: γιατί το όλο σχέδιο είναι βουτηγμένο μέσα στο κιτς (από τα χρώματα μέχρι τα φυτά που επελέγησαν).
 
Από την άλλη, με μια σύντομη ματιά καταλαβαίνει κανείς ότι έχει πέσει το σχετικό φούσκωμα στις τιμές. Μια ματζουράνα, ένας δυόσμος, μια ρίγανη, σε γλάστρα των 2 λίτρων, την παίρνει κανείς δύο ευρώ από ένα φυτώριο. Δεν μπορεί να έχουν αυτά τα ποώδη φυτά την ίδια τιμή σε μια παραγγελία 13.000 ποωδών φυτών. Εδώ μιλάμε για σούπερ-χοντρική, που θα έπρεπε να έχει το πολύ το 40% της τιμής στη λιανική. Οχι την ίδια τιμή. Προσέξτε κι άλλη μια σημαντική λεπτομέρεια. Για το φύτεμα όλων αυτών των θάμνων και ποών προβλέπεται κόστος 4,50 ευρώ τη ρίζα! Συνολικά 57.568,50 ευρώ! Εδώ μιλάμε για σούπερ-φούσκωμα. Ισως και δέκα φορές πάνω από τα μεροκάματα που θα πληρώσει ο καπιταλιστής που θα πάρει τη δουλειά. Δεν είναι καθόλου δύσκολο, λοιπόν, να συμπεράνει κανείς πως όλα είναι φουσκωμένα… για ευνόητους λόγους.
 
Αυτή είναι η μία πλευρά. Η άλλη είναι αυτός καθεαυτός ο «μεγάλος περίπατος». Δε θα σταθούμε στις κραυγές που βγάζουν οι «ταρίφες» τηλεφωνώντας σε ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αυτοί θέλουν τη βολή τους και δεν τους ενδιαφέρει τίποτ' άλλο. Το ότι όλα έγιναν μέσα στην καραντίνα με συνοπτικές διαδικασίες (χωρίς καν ουσιαστική συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο!) ήταν επόμενο ότι θα δημιουργούσε κυκλοφοριακά προβλήματα. Θα δούμε αν αυτά θα ξεπεραστούν και σε ποιο βαθμό και αν δε θα έχουμε, όπως υποστηρίζουν συγκοινωνιολόγοι, τεράστιο φόρτο σε στενότερες οδικές αρτηρίες.
 
Ας τα παραβλέψουμε κι αυτά. Ας παραβλέψουμε και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αρχιτεκτονικές μελέτες, οι οποίες θα έπαιρναν -στοιχειωδώς έστω- υπόψη και τις κοινωνικές πλευρές  των επιχειρούμενων πολεοδομικών αλλαγών στο κέντρο της Αθήνας. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, όμως, τη στόχευση αυτών των αλλαγών, που δεν είναι η εξυπηρέτηση του πληθυσμού που ζει στο κέντρο ή κατεβαίνει για δουλειές στο κέντρο, αλλά η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των καπιταλιστών του τουρισμού (ξενοδόχων και άλλων) και των καπιταλιστών του real estate, που έχουν αγοράσει ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο και θέλουν να ανεβάσουν την τιμή των κατοικιών και γραφείων που θα πουλήσουν ή θα νοικιάσουν.
 
Στο μνημειώδες έργο του «Για το ζήτημα της κατοικίας», ο Φρίντριχ Ενγκελς εξετάζει και αποκαλύπτει από άποψη αρχών την πραγματική κίνηση της αστικής κοινωνίας αναφορικά με την κατοικία και την πολεοδομία. Και βέβαια, υποδεικνύει και τη λύση: πέρασμα όλων των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ: