Την προηγούμενη εβδομάδα έγιναν οι φιέστες έναρξης του «διαλόγου» για την αναμόρφωση του Λυκείου και την αλλαγή του εξεταστικού συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με τις συνεδριάσεις της Πολιτικής Επιτροπής (τη Δευτέρα) και του Συμβουλίου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (την Τετάρτη), του οποίου προΐσταται ο Μπαμπινιώτης. Οι φιέστες δεν ήταν τόσο λαμπερές, όσο θα ήθελε ο Αρης και ο Καραμανλής, αφού σημειώθηκαν απουσίες-όπως άλλωστε είχε προαναγγελθεί- εκπροσώπων των Περισσού, ΣΥΡΙΖΑ και μέρους της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΟΛΜΕ, ενώ και ο Παπασπύρος της ΑΔΕΔΥ ως την Τρίτη το βράδυ είχε δώσει μια απάντηση Πυθίας).
Ολη την εβδομάδα, ο Σπηλιωτόπουλος, έσπασε ρεκόρ συνεντεύξεων και ανακοινώσεων, επαναλαμβάνοντας σαν χαλασμένο γραμμόφωνο τα περί διαλόγου-tabula rasa. Μας είπε, μάλιστα, ότι ο Καραμανλής (και η κυβέρνηση της ΝΔ), που έχει ξεσκίσει τον ελληνικό λαό, σαρώνοντας δικαιώματα και κατακτήσεις, που τον έχει τσακίσει με άγρια καταστολή και του βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, κουκουλώνοντας καραμπινάτα σκάνδαλα, ότι του έδωσε εντολή «να προχωρήσουμε και όσο το δυνατόν να αφουγκραστούμε και να κωδικοποιήσουμε θέσεις και απόψεις».
Δίπλα του έχει για αγκωνάρι το ΠΑΣΟΚ, που μυρίστηκε εξουσία και προβάλλει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο τα χαρακτηριστικά της νομοταγούς, σοβαρής αστικής δύναμης, αποφεύγοντας συστηματικά να καλλιεργήσει προσδοκίες στα λαϊκά στρώματα, εν μέσω μάλιστα σκληρής οικονομικής κρίσης. Σε μια ακραία αντιδραστική θέση, που θεωρεί βίαια εκδήλωση ακόμα και το δικαίωμα κάποιου στην αστική δημοκρατία να μην συμμετέχει σ’ ένα παιχνίδι που έχει στήσει μια κυβέρνηση, η Διαμαντοπούλου δήλωσε: «εμείς δεν καθόμαστε απέξω να πετάμε πέτρες προς τα μέσα» (και έφτυσε για πολλοστή φορά με τον τρόπο της τη νεολαΐστικη εξέγερση του Δεκέμβρη).
Η κυβέρνηση, σ’ αυτή τη φάση, που θέλει να «σπρώξει τον καιρό» και να φτιασιδώσει το άσχημα στραπατσαρισμένο πρόσωπό της (με τον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη να ταράζει τον ύπνο της), κρύβει συστηματικά τα χαρτιά της. Γι’ αυτό και ο Σπηλιωτόπουλος μας φλόμωσε στις γενικολογίες και τις ρεβεράντζες. Βέβαια, κάποιες στιγμές έδωσε και το στίγμα των προθέσεων, δηλώνοντας πως η Πολιτική Επιτροπή (ΝΔ, ΛΑΟΣ, ΠΑΣΟΚ, δηλαδή οι εξής δύο: ΝΔ, ΛΑΟΣ, γιατί το ένα χέρι νίβει τ’ άλλο και γιατί μπορεί σε κάποια φάση, για λόγους κομματικού συμφέροντος να αποχωρήσει το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή ο εξής ένας: η κυβέρνηση της ΝΔ) θα καθορίζει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνεται ο «διάλογος» στο Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και θα παρεμβαίνει όταν κρίνει αναγκαίο. Είπε ακόμη πως ό,τι έγινε ως τώρα, ειδικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι καλώς καμωμένο και πως «εμείς δεν πάμε ν’ αρχίσουμε πάλι τη συζήτηση αυτή» και «δεν ερχόμαστε εδώ για να γκρεμίσουμε οτιδήποτε οι προκάτοχοί μας δημιούργησαν». Εδωσε και περίγραμμα του νέου τρόπου εισαγωγής στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, που θα είναι στην ουσία πιο σκληρό και απορριπτικό για τα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αφού υποστήριξε πως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επίδοση του μαθητή σ’ όλο το Λύκειο και όχι μόνο στις εξετάσεις εισαγωγής.
Τα παραπάνω είναι απλώς ενισχυτικά μιας γκρίζας πραγματικότητας, που βεβαιώνει πως διάλογος-tabula rasa δεν πρόκειται να υπάρξει. Γιατί πρωτίστως σχολείο έξω απ’ την πολιτική δεν μπορεί να υπάρξει. Γιατί καμιά αστική κυβέρνηση δε μπορεί να επιτρέψει αλλαγές που θα θέτουν έστω και ελάχιστα εν αμφιβόλω την κυρίαρχη πολιτική, την κυριαρχία του καπιταλισμού και τις επιλογές του στη συγκεκριμένη φάση. Σήμερα, οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις θα προωθούν την υποταγή της εκπαίδευσης στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς, θα προωθούν την ανάπτυξη χαρακτηριστικών στη νεολαία, σε ό,τι αφορά τη μετάδοση γνώσεων και δεξιοτήτων, που συγκροτούν προσωπικότητες ανθρώπων-εργαζόμενων μερικών εργαλείων, φθηνών και ευέλικτων που ενισχύουν την κερδοφορία του κεφαλαίου. Γιατί απαιτείται η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης και η λειτουργία της με όρους αγοράς (πρόσφατο παράδειγμα η προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 16 , ο νόμος για τα «κολέγια», η ρύθμιση για τα Νηπιαγωγεία, που με πρόφαση την υποχρεωτικότητα τα έριξε στην αγκαλιά των Δήμων και των ιδιωτών κ.λπ.). Γιατί απαιτείται η απαλλαγή του αστικού κράτους από τα «περιττά» έξοδα ενός κοινωνικού αγαθού, όπως είναι αυτό της Παιδείας. Δεν υπογραμμίζεται τυχαία, κάθε τρεις και λίγο, η αυστηρή προσήλωση και της ελληνικής κυβέρνησης (και της ΝΔ και της προηγούμενης του ΠΑΣΟΚ) στις κατευθύνσεις της Λισαβόνα και της Μπολόνια. Δεν είναι τυχαία η σταθερή μειούμενη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Γιατί απαιτείται αποφασιστικό χτύπημα της τάσης της ελληνικής εργαζόμενης κοινωνίας για πανεπιστημιακή μόρφωση με ένταση των ταξικών φραγμών. Εξ ου και οι συνεχείς εξετάσεις και το βαθμολογικό πλαφόν της βάσης του 10. Γιατί όλες οι πολιτικές επιλογές έχουν ρίξει την εργαζόμενη κοινωνία σ’ ένα βαθύ πηγάδι δίχως πάτο, ανέχειας και εργασιακής ανασφάλειας. Και γιατί υπάρχει και η καταραμένη εμπειρία που θυμίζει πως όλοι οι στημένοι «διάλογοι» ένα και μόνο σκοπό είχαν: να βάλουν τους εργαζόμενους, τη νεολαία στο βρακί του συστήματος και των κυβερνήσεων, ώστε αυτές να προωθούν ανενόχλητες τις προειλημμένες αντιδραστικές αποφάσεις τους.
Γιούλα Γκεσούλη








