Στις 28 και 29 του Απρίλη, οι υπουργοί 46 ευρωπαϊκών χωρών, που είναι αρμόδιοι για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, συναντήθηκαν για να εκτιμήσουν τα αποτελέσματα της διαδικασίας της Μπολόνια και να καθορίσουν τις νέες αντιδραστικές προτεραιότητες για την επόμενη δεκαετία μέχρι το 2020. Στη συνάντηση αυτή μετείχαν και 20 χώρες εκτός Ευρώπης, που επιθυμούν, ως φαίνεται, να αποκτήσουν τα «καλούδια» της Μπολόνια, δηλαδή την πλήρη υποταγή των Πανεπιστημίων τους στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και της αγοράς, μεταξύ των οποίων και οι «κομμουνιστές» της Κίνας και του Βιετνάμ (ακούει ο Περισσός;).
Οι υπουργοί εκτίμησαν ότι στο σύνολο έχει πραγματοποιηθεί «ικανοποιητική πρόοδος», πλην όμως υπάρχουν υστερήσεις σε επίπεδο κρατών, γι’ αυτό και αποφάσισαν να δοθεί «έμφαση στον εκσυγχρονισμό των εθνικών πολιτικών» και στην «υλοποίηση της απτής εφαρμογής» των αντιλαϊκών επιταγών της Μπολόνια. Απαιτούν δηλαδή τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη της ΕΕ την άμεση και χωρίς περικοκλάδες εφαρμογή των κατευθύνσεων της Μπολόνια από όλα, χωρίς εξαίρεση τα κράτη-μέλη αυτής της διαδικασίας. Κοντολογίς, απαιτούν: α)την αναμόρφωση των πανεπιστημιακών σπουδών σε τρεις κύκλους, χρονικής διάρκειας 3,2,3 ετών, που θα οδηγούν σε αντίστοιχους τίτλους (μπάτσελορ, μάστερ, διδακτορικό) β)την αποτίμηση των σπουδών και των «περιόδων σπουδών» σε πιστωτικές μονάδες, που θα συλλέγονται και από συστήματα εκτός τυπικής εκπαίδευσης. Γι’ αυτό και υπογραμμίζεται με έμφαση η μεγάλη αξία της πρόσφατης οδηγίας, που υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να αναγνωρίσουν σπουδές και από δομές τύπου «κολεγίων». Η εφαρμογή της κατεύθυνσης αυτής θα διευκολύνει την «κινητικότητα» των φοιτητών-πελατών, που θα φέρνουν ζεστό χρήμα στα φτωχά ή πλούσια ταμεία των Πανεπιστημίων, ανάλογα με τον αριθμό προσέλευσης γ)την αξιολόγηση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων με κριτήρια τον βαθμό κατάκτησης της επιχειρηματικής τους λειτουργίας και της προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Τα δυο πρώτα σημεία είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσουν στην υποβάθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών, στη μετατροπή τους ουσιαστικά σε μεταλυκειακές σπουδές κατάρτισης τριετούς διάρκειας για τη μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών, στη διάσπαση της εσωτερικής ενότητας των επιστημών και στη μετατροπή των σπουδών σε τυχαία αθροίσματα ψηγμάτων γνώσης και δεξιοτήτων, που θα απαρτίζουν τα «προσόντα» για την απόκτηση εργασίας. Η δε αξιολόγηση, που θα βαδίζει χέρι-χέρι με την ανταποδοτική χρηματοδότηση από το κράτος (δες το νόμο Στυλιανίδη για τα μεταπτυχιακά) θα εξωθεί βίαια τα Ιδρύματα στην αγκαλιά των επιχειρήσεων και στη λειτουργία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη της ΕΕ πιέζουν στην άμεση εφαρμογή αυτών των κατευθύνσεων, γιατί θεωρούν ότι οι αντιδραστικές αυτές αλλαγές θα «διαδραματίσουν βασικό ρόλο στην υποστήριξη της βιώσιμης οικονομικής ανάκαμψης» και στην «έξοδο από την κρίση» (Jan Figel, ευρωπαίος επίτροπος, αρμόδιος για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τον πολιτισμό και τη νεολαία). Θεωρούν δηλαδή ότι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα μπο- ρούν να παράξουν άμεσα και αποτελεσματικά το κατάλληλο εργατικό δυναμικό, που θα κοστίζει ακόμα πιο φθηνά στο κεφάλαιο, θα είναι καταρτισμένο μόνο με τις απαραίτητες για το κεφάλαιο δεξιότητες και συνεπώς δεν θα είναι απαιτητικό ως προς τα εργασιακά δικαιώματα, θα αποδέχεται αδιαμαρτύρητα να εναλλάσσει συνεχώς διάφορες μορφές απασχόλησης και δε θα ζητά πολλά-πολλά όταν θα ξωπετάγεται μεγάλα διαστήματα στην ανεργία.
Από το 2006 ήδη, η ατζέντα της ευρωπαϊκής επιτροπής για τον «εκσυγχρονισμό» των Πανεπιστημίων απαιτούσε:
♦ Να μην προσφέρουν τα Πανεπιστήμια τα ίδια μαθήματα στις ίδιες ομάδες ακαδημαϊκά άριστα ειδικευμένων νεαρών φοιτητών, αλλά να είναι ανοικτά σε άλλα είδη μάθησης και εκπαιδευομένων. Να μετατραπούν δηλαδή σε «μαγαζιά» και κερδοφόρες επιχειρήσεις, που θα προσφέρουν με το αζημίωτο μια σειρά από «υπηρεσίες», ανάλογες και αντίστοιχες των αναγκών της αγοράς εργασίας, σε μεγάλο αριθμό «πελατών» με διαφορετικές «ανάγκες» (ανάλογα παραδείγματα είναι η δημιουργία των Ινστιτούτων Δια Βίου Εκπαίδευσης, τα κάθε λογής σεμινάρια, που οδηγούν σε τίτλους σπουδών, όπως π.χ. το σεμινάριο των 400 ωρών που οδηγεί σε τίτλο ειδίκευσης στην Ειδική Αγωγή κ.λ.π.).
♦ Τη διευκόλυνση από τους διοικητικούς μηχανισμούς (ένας από αυτούς είναι π.χ. ο ΔΟΑΤΑΠ) της κινητικότητας για λόγους σπουδών, έρευνας, κατάρτισης και εργασίας.
♦ Το άνοιγμα στον κόσμο των επιχειρήσεων και στην ανταλλαγή αμοιβαία γόνιμων στοιχείων με αυτές. Τα Πανεπιστήμια να ανταποκρίνονται καλύτερα και γρηγορότερα στις απαιτήσεις της αγοράς και να αναπτύσσουν εταιρικές σχέσεις, με σκοπό την εκμετάλλευση των επιστημονικών και τεχνολογικών γνώσεων. Να αναγνωρίσουν ότι οι σχέσεις με την επιχειρηματική κοινότητα έχουν στρατηγική σημασία, ενώ οι επιχειρήσεις να έχουν λόγο στη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών.
♦ Το μεγαλύτερο ποσοστό των κονδυλίων που χρειάζεται για να συμπληρωθεί το έλλειμμα χρηματοδότησης να προέρχεται από ιδιωτικές πηγές.
♦ Η έρευνα να μην αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και να δημιουργηθεί ένα σπονδυλωτό σύστημα το οποίο θα περιλαμβάνει ιδρύματα-κέντρα αριστείας (προφανώς για μια περιορισμένη ελίτ) και τεχνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία θα παρέχουν σύντομη τεχνική εκπαίδευση (για την πλέμπα).
♦ Οι διαδικασίες ακαδημαϊκής αναγνώρισης να αναθεωρηθούν άμεσα. Στην κατεύθυνση αυτή εξαίρεται η ευρωπαϊκή Οδηγία για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.
♦ Η «αυτονομία» των Πανεπιστημίων να συνδεθεί με τη «λογοδοσία», δηλαδή την αξιολόγηση. Η χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης και τα Πανεπιστήμια να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την μακροπρόθεσμη οικονομική τους βιωσιμότητα, ιδίως όσον αφορά την έρευνα. Γι’ αυτό οι μηχανισμοί που χρηματοδοτούν την έρευνα πρέπει να συνεργάζονται με τις επιχειρήσεις.
♦ Να υπάρξουν «νέα συστήματα εσωτερικής διακυβέρνησης» των Πανεπιστημίων, δηλαδή διοικήσεις-μάνατζερ και ορισμός κριτηρίων επιχειρηματικής λειτουργίας.
♦ Τα πανεπιστημιακά προγράμματα να είναι δομημένα με τρόπο που να ενισχύεται άμεσα η δυνατότητα απασχόλησης των πτυχιούχων, δηλαδή να υποτάσσονται πλήρως στις κάθε φορά συγκεκριμένες ανάγκες του κεφαλαίου. Στα προγράμματα σπουδών να ενταχθούν περίοδοι πρακτικής άσκησης στη βιομηχανία που θα παρέχουν διδακτικές μονάδες. Αυτό να ισχύει για όλα τα επίπεδα εκπαίδευσης (σύντομος κύκλος σπουδών, μπάτσελορ, μάστερ, διδακτορικό). Από το τσάμπα αυτό εργατικό δυναμικό θα αντλούν οι βιομηχανίες το εργατικό και στελεχικό δυναμικό τους, ανάλογα με τη «διαγωγή» που θα επιδείξει ο καθείς.
Σήμερα και υπό το άγος της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, το κεφάλαιο και οι υπηρέτες του κρίνουν ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στην εφαρμογή αυτών των αντιεκπαιδευτικών και αντιλαϊκών μέτρων. Δυο είναι οι μεγάλες αγωνίες τους: ο σφιχτός εναγκαλισμός των Πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις σε όλα τα επίπεδα, η λειτουργία τους με όρους αγοράς και ο δραστικός περιορισμός της κρατικής χρηματοδότησης στο ελαχιστότατο επίπεδο. Γι’ αυτό και ζητούν με επιτακτικό τρόπο:
♦ Τα κράτη-μέλη της ΕΕ να μην παρεμποδίζουν με το νομικό και οικονομικό τους πλαίσιο τις προσπάθειες των Πανεπιστημίων για συνεργασία με τις επιχειρήσεις.
♦ Στους μηχανισμούς «διασφάλισης της ποιότητας», δηλαδή της αξιολόγησης, να συμμετέχουν και εκπρόσωποι των επιχειρήσεων.
♦ Να υπάρχει τακτική ροή φοιτητών και πανεπιστημιακού προσωπικού από τα Πανεπιστήμια στις επιχειρήσεις και συνεχής παρουσία επιχειρηματιών στις πανεπιστημιουπόλεις. Να επεκταθούν οι υπάρχουσες μορφές συνεργασίας με τις επιχειρήσεις, όπως π.χ. διασκέψεις, πρακτική άσκηση και σχέδια.
♦ Την ανάπτυξη του επιχειρηματικού πνεύματος, πράγμα που απαιτεί βαθιές αλλαγές στη διακυβέρνηση και στην ηγεσία των πανεπιστημίων. Επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων να συμπεριληφ-θούν στη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας και οι καθηγητές να έχουν επαφές με τον επιχειρηματικό κόσμο. Η συνεργασία με τις επιχειρήσεις να αναγνωρίζεται ως μέτρο για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας και το ύψος των αποδοχών.
♦ Η πρακτική άσκηση σε εταιρίες να καταστεί συστατικό τμήμα των μαθησιακών προγραμμάτων και να παρέχει διδακτικές μονάδες.
♦ Να υπάρχει μεγαλύτερη συμμετοχή των επιχειρήσεων στα διοικητικά συμβούλια των Πανεπιστημίων, στα ερευνητικά προγράμματα δράσης, στις επιτροπές επιλογής, στο σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών, στη διδασκαλία των μαθημάτων και στα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας.
Το κεφάλαιο, όμως, δεν περιορίζει τις απαιτήσεις του μόνο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Θέλει την επέκταση του πεδίου δράσης αυτής της «πλατφόρμας» και στους άλλους τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, επικεντρώνοντας κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στα ιδρύματα ΕΕΚ. Σημαντικό μερίδιο στην κατεύθυνση αυτή αποδίδει στη διδασκαλία της επιχειρηματικότητας στα σχολεία. Δεν νοεί φυσικά ότι όλοι οι μαθητές θα γίνουν επιχειρηματίες. Απλά θέλει να διαπαιδαγωγήσει τα νέα παιδιά στις «αξίες» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, θέλει να τα μάθει να σκύβουν το κεφάλι στια αρπακτικές διαθέσεις του κεφαλαίου και να παίρνουν τα ρίσκα μιας αμφίβολης και μίζερης ζωής και μιας επισφαλούς εργασίας.
Γιούλα Γκεσούλη







