Σοβαρά τώρα; Δεν ήξεραν ότι θα υπάρξει μπάχαλο την πρώτη μέρα της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών, λόγω της χωροταξικής επιλογής τους;
Σοβαρά τώρα; Θα καθόμαστε ν’ ακούμε τον ακροδεξιό Φλωρίδη να μας φτύνει κατάμουτρα, ισχυριζόμενος ότι έφτιαξε τη μεγαλύτερη αίθουσα στην Ευρώπη;
Αυτοί δεν έφτιαξαν μια αίθουσα διεξαγωγής της δίκης, αλλά διαμόρφωσαν ένα σύμπλεγμα αιθουσών. Την αίθουσα της δίκης που χωράει ίσα-ίσα τους εκατοντάδες δικηγόρους και τους κατηγορούμενους. Αν κάποιοι από τους κατηγορούμενους επιλέξουν να απουσιάσουν και να εκπροσωπηθούν από τους δικηγόρους τους (όπως έγινε), θα μπορούσαν να μπουν στην αίθουσα και το πολύ 20-30 από τους συγγενείς. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να στριμωχτούν σε μια διπλανή αίθουσα και να βλέπουν από κλειστό σύστημα τηλεόρασης, το οποίο μάλιστα δε λειτουργούσε! Δεν έκαναν την απαραίτητη δοκιμή ή το άφησαν σκόπιμα έτσι, για να υπάρξει το μπάχαλο;
Κάθε ένα από τα 57 θύματα του εγκλήματος έχει γονείς, αδέλφια, παπού και γιαγιά. Ολοι συγγενείς πρώτου βαθμού. Μιλάμε για πάνω από 200 ανθρώπους (με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς), που έχουν δικαίωμα να παρακολουθήσουν τη δίκη. Μέσα από τη δικαστική αίθουσα και όχι από διπλανή.
Εφτιαξαν και μια τρίτη, μικρή αίθουσα για τους δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ! Σκόπιμα δεν έδωσαν διαπιστεύσεις γι’ αυτή τη δίκη, ώστε να υπάρξει το αδιαχώρητο και να γίνει και εκεί μπάχαλο. Ομως, ο δημοσιογράφος που κάνει δικαστικό ρεπορτάζ θέλει να βρίσκεται μέσα στη δικαστική αίθουσα, ώστε να έχει πλήρη εποπτεία των τεκταινόμενων και όχι αποσπασματική εικόνα από μια κάμερα και ήχο που πότε έρχεται και πότε διακόπτεται (ακόμα κι αν το σύστημα δουλεύει και δεν έχει πρόβλημα). Το αν θα κάνει καλά τη δουλειά του ή όχι είναι άλλο ζήτημα. Η αρχή της δημοσιότητας της δίκης επιβάλλει ο δημοσιογράφος να είναι μέσα στη δικαστική αίθουσα για να έχει πλήρη εποπτεία των τεκταινόμενων.
Στη μικροσκοπική αίθουσα Τύπου που έφτιαξαν δεν υπήρχαν υπολογιστές και Ιντερνετ. Μπορεί να δουλέψει ένας/μία δημοσιογράφος που θέλει να κάνει στοιχειωδώς σωστή δουλειά σε μια τέτοια δίκη, χωρίς πρόσβαση στο αρχειακό υλικό; Είναι δυνατό να πηγαίνει στη δίκη κουβαλώντας δυο βαλίτσες με στοιχεία, υλικό της δικογραφίας, δημοσιεύματα, συνεντεύξεις και δηλώσεις των κατηγορούμενων και των δικηγόρων τους κτλ;
Στη δίκη της 17Ν (και στις μετέπειτα μεγάλες τρομοδίκες), επειδή η δικαστική αίθουσα των Φυλακών Κορυδαλλού δεν ήταν μεγάλη, είχαν δημιουργήσει δίπλα μεγάλο Κέντρο Τύπου, όπου υπήρχε τηλεοπτική εικόνα με ήχο. Υπήρχαν άφθονοι υπολογιστές με Ιντερνετ, εκτυπωτές και τεχνικός για να λύνει τυχόν προβλήματα. Δεν υπήρχε ελεύθερη είσοδος για τους δημοσιογράφους, αλλά με διαπίστευση. Υπήρχαν διαπιστεύσεις για τη δικαστική αίθουσα και το Κέντρο Τύπου και διαπιστεύσεις μόνο για το Κέντρο Τύπου. Δεν υπήρχε Μέσο, όμως, που να μην είχε τουλάχιστον μία διαπίστευση για τη δικαστική αίθουσα (εμείς ως Κόντρα είχαμε μία διαπίστευση για τη δικαστική αίθουσα και δύο μόνο για το Κέντρο Τύπου).
Ηξεραν, λοιπόν, πολύ καλά τι θα γινόταν. Οι ίδιοι φρόντισαν για το μπάχαλο, καθώς ο σκοπός τους είναι να «θάψουν» τη δίκη κάπου στη Λάρισα, μακριά από την έδρα των περισσότερων Μέσων. Με συνθήκες ασφυκτικές για όλους, ώστε και οι συγγενείς να αποθαρρύνονται να πάνε, και οι αλληλέγγυοι να μην μπορούν να πάνε (τουλάχιστον στις σημαντικές στιγμές της δίκης) και τα μεγάλα αστικά μίντια να σταματήσουν την κάλυψη από νωρίς.
Αν ήθελαν, θα μετέφεραν τη δίκη στην Αθήνα (μια απλή διοικητική απόφαση είναι), θα έπαιρναν ένα μεγάλο χώρο, θα έκαναν μερικές μετατροπές (με λιγότερο έξοδα, μάλιστα) και θα γινόταν εκεί η δίκη με κάθε άνεση για όλους: δικαστές, δικηγόρους, κατηγορούμενους, συγγενείς θυμάτων, δημοσιογράφους και κοινό. Για παράδειγμα, η αίθουσα “Μελίνα Μερκούρη” στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας διαθέτει 942 καθίσματα, υπερυψωμένη σκηνή 215 τ.μ., συστήματα ήχου, φωτισμού, πρόσβαση στο διαδίκτυο, κλιματισμό και καμαρίνια με WC. Στο Ταεκβοντό μπορούν να διαμορφωθούν μεγαλύτεροι χώροι. Δε χρειάζεται να παρουσιάσουμε όλους τους μεγάλους συνεδριακούς χώρους της Αθήνας που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τη δίκη. Κι αν στη συνέχεια οι ανάγκες μειώνονταν (έτσι συμβαίνει στις μεγάλες δίκες), υπάρχει η αίθουσα τελετών του Εφετείου, στην οποία έγινε και η δίκη της ΧΑ.
Το πρόβλημα δεν είναι ζήτημα στενότητας χώρου, λοιπόν. Πρόκειται καθαρά για πολιτική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία θέλει να «θάψει» τη δίκη για ένα έγκλημα που εξακολουθεί να συγκλονίζει την ελληνική κοινωνία. Μόνο η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει να χάσει από τη δημοσιότητα της δίκης. Οι δικοί της υπουργοί απουσιάζουν από το εδώλιο των κατηγορούμενων, καθώς φρόντισε να τους απαλλάξει. Οι ευθύνες τους θα αναδειχτούν στη δίκη και θα καταδειχτεί ότι αυτοί θα έπρεπε να καταλαμβάνουν τα πρώτα εδώλια και μετά οι υπηρεσιακοί παράγοντες.
Η επιχείρηση κουκουλώματος θα αναδειχτεί, επίσης, στη δίκη. Κι επειδή τέτοιες δίκες δεν τελειώνουν σύντομα, ο Μητσοτάκης βιάζεται να κάνει το «μπάζωμα» της ακροαματικής διαδικασίας. Κατ’ εφαρμογή δικής του εντολής έγιναν οι άθλιες μεθοδεύσεις που οδήγησαν στο φιάσκο της έναρξης της διαδικασίας. Ο θρασύς Φλωρίδης είναι το πάντα πρόθυμο εκτελεστικό όργανο. Το ίδιο και η ηγεσία του Αρείου Πάγου, που έσπευσε να στηρίξει την κυβερνητική γραμμή με απροκάλυπτο τρόπο, πετώντας το φερετζέ της «ανεξάρτητης Δικαιοσύνης».
Ομως, ακόμα κι αν η δίκη γινόταν στην Αθήνα και η δικαστική αίθουσα πληρούσε τις στοιχειώδεις προδιαγραφές χωρητικότητας, όπως τις αναφέραμε παραπάνω, η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού δε θα είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει. Αυτό μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την απευθείας τηλεοπτική μετάδοση της δίκης και την ανάρτηση των συνεδριάσεων στο Διαδίκτυο, ώστε να μπορεί να τις παρακολουθήσει όποιος/α θέλει, όποτε έχει χρόνο. Οπως ακριβώς γίνεται με τις συνεδριάσεις της Βουλής. Οπως έγινε με τις δίκες στο Ειδικό Δικαστήριο για τα σκάνδαλα της περιόδου ΠΑΣΟΚ το 1991-2.
Σε ένα εκτενές κείμενό του, που αναφέρεται και στη νομική και στην ιστορική διάσταση του θέματος, ο δικηγόρος Κώστας Παπαδάκης, μέλος του ΔΣ του ΔΣΑ, θέτει το ζήτημα της τηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης και τους όρους που απαιτούνται για να γίνει πράξη. Το παραθέτουμε:
ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΔΙΚΗ ΤΩΝ ΤΕΜΠΩΝ: Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ
Το φιάσκο της δικαστικής αίθουσας στην οποία άρχισε να διεξάγεται η δίκη για την υπόθεση των Τεμπών, η προφανής ανεπάρκεια, η εσφαλμένη διαρρύθμιση και για άλλη μια φορά η ακαταλληλότητα των εδράνων που προορίζονται για τους δικηγόρους σε συνδυασμό με τον τόπο διεξαγωγής της και το πανελλήνιο, αν όχι παγκόσμιο, ενδιαφέρον για την εξέλιξή της θέτει επιτακτικά την ανάγκη ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσής της.
Δεν υπάρχει άλλωστε διαφορετικός τρόπος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα σε όσους ενδιαφέρονται – και αυτοί είναι αρκετά εκατομμύρια κατ’ αμάχητο τεκμήριο, όσοι τουλάχιστον έχουν συμμετάσχει στις μοναδικές στην ιστορία της χώρας διαδηλώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην Αθήνα, σε όλες τις πόλεις της χώρας και σε όλες τις πόλεις του κόσμου που ζει η ελληνική ομογένεια – για να την παρακολουθήσουν.
Η δημοσιότητα της δίκης (άρθρο 93 παρ. 2 Σ) δεν είναι απλά μια παροχή της δυνατότητας για παρακολούθηση θεάματος σε όσους έχουν τη διάθεση να μετακινηθούν προς τη δικαστική αίθουσα και χωράνε σε αυτήν. Αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική επιταγή και υποχρέωση του κράτους, με την οποία υλοποιείται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1 παρ. 2 Σ), έκφανση της οποίας είναι η δυνατότητα άσκησης ελέγχου στον τρόπο λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας.
Πρόκειται για μια ανεκτίμητης αξίας συνταγματική διάταξη, διότι κατοχυρώνει υπέρ του λαού το δικαίωμα ελέγχου μιας εξουσίας η οποία ούτε εκλέγεται, ούτε ανακαλείται, ούτε ελέγχεται, ούτε λογοδοτεί και συνεπώς αφενός δεν έχει τα εχέγγυα της δημοκρατικής νομιμοποίησης, αφού εγκαθίσταται απευθείας από το νόμο και μάλιστα με εγγυήσεις ισοβιότητας στη θέση της, και αφετέρου στη συντριπτική πλειοψηφία των κακουργημάτων που εκδικάζει, κατά παράβαση άλλης συνταγματικής επιταγής του άρθρου 97 Σ, συμμετέχουν στην άσκησή της μόνο τακτικοί δικαστές.
Ο περιορισμός της δυνατότητας δημοσιότητας της δίκης σε όσους παρευρεθούν με τη φυσική τους παρουσία στη δικαστική αίθουσα, που και αυτή ακόμα στη συγκεκριμένη δίκη και αίθουσα φαίνεται απολύτως ανέφικτη, είναι δυσανάλογος με τη συνταγματική επιταγή, αντιθέτως προς αυτήν ουσιαστικά παρεμποδίζει την άσκησή της.
Σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της χώρας μας οι δίκες σημαντικού ενδιαφέροντος είχαν καθημερινή κάλυψη από τον εκάστοτε Τύπο της εποχής, ενώ πλούσιο φωτογραφικό υλικό κοσμεί τις εφημερίδες, τις εγκυκλοπαίδειες και τα βιβλία που έχουν εκδοθεί σχετικά με αυτές. Αργότερα και κινηματογραφικά στιγμιότυπα. Κορυφαίο σημείο απογείωσης της δημοσιότητας των δικών υπήρξε η απευθείας μετάδοση όλων των δικών στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το 1991 – 1992 για τα σκάνδαλα της περιόδου της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ 1985 – 1989, (δίκη για σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη για γιουγκοσλαβικό καλαμπόκι) με κατηγορούμενους υπουργούς, ακόμα και τον ίδιο τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου.
Παρά το γεγονός ότι οι δίκες αυτές διεξήχθησαν σε μια περίοδο έντονου πολιτικού φανατισμού έως και κανιβαλισμού, με τα πράσινα και μπλε καφενεία και την απίστευτη πόλωση που υπήρξε στην ελληνική κοινωνία, η καθημερινή τηλεοπτική τους μετάδοση αναμφισβήτητα συνέβαλε στην άμβλυνση παρά στην όξυνση αυτού του κλίματος, καθώς διαπαιδαγώγησε τον κόσμο που τις παρακολουθούσε στην ισηγορία, τη διαλεκτική, τις νομικές έννοιες και την εκατέρωθεν ακρόαση και τα συνέθεσε με τις πολιτικές του απόψεις και θέσεις.
Σχεδόν αμέσως μετά, η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη με το άρθρο 28 ν. 2145/1993 θέσπισε για πρώτη φορά τον περιορισμό της δημοσιότητας των δικών νομοθετώντας ότι:
Αρθρο 28
-
- Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και βιντεοσκόπηση δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ή ειδικού δικαστηρίου, εκτός αν επιτραπεί με απόφαση του δικαστηρίου και εφόσον συμφωνούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι.
- Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση των προσώπων, που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών.
- Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών.
Το αίτημα της δεύτερης παραγράφου βέβαια αποτελούσε μια δίκαιη κοινωνική απαίτηση, καθώς οι προσαγόμενοι υποβάλλονταν χάριν τηλεθέασης στο μαρτύριο της διαπόμπευσης, βιντεοσκοπούμενοι με χειροπέδες έξω από την εισαγγελία και τα δικαστήρια.
Η πρώτη παράγραφος, όμως, που βρήκε την ευκαιρία να θεσπίσει χάριν δήθεν της δεύτερης η τότε κυβέρνηση, απηχούσε μάλλον δικές της ανησυχίες ενόψει επικείμενης δίωξης του τότε πρωθυπουργού για το σκάνδαλο της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ, η οποία τελικά δεν έγινε, αφού η Ολομέλεια της Βουλής αποφάσισε διαφορετικά και πιστοποίησε άλλη μια φορά την έλλειψη εμπιστοσύνης του συστημικού πολιτικού κόσμου στην «ανεξάρτητη δικαιοσύνη», στην εξουσία της οποίας καλεί τον λαό να υπάγεται χωρίς να ασκεί κριτική, αλλά αποφεύγει τη δική του υπαγωγή στις κρίσεις της.
Λίγους μήνες αργότερα, η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ που επανερχόταν μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 1993 και με Υπουργό Δικαιοσύνης τον Γιώργο Κουβελάκη κατάργησε το άρθρο 28 ν. 2145/1993 με το άρθρο 35 ν. 2172/1993, αλλά επανέφερε ως κατ’ εξαίρεση προβλεπόμενη τη δυνατότητα απαγόρευσης της μετάδοσης της δίκης, αντί της καταργούμενης διάταξης που καθιέρωνε την απαγόρευση κατά κανόνα.
Η διάταξη του άρθρου 35 ν. 2172/1993 είχε ως εξής :
-
- α) Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον αυτά δεν συναινούν ρητά.
β) Το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να απαγορεύσει τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοσή της, μόνο αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από κατηγορούμενο ή παθόντα και η δίκη δεν συνδέεται με τη δημόσια ζωή.
Στο επόμενο χρονικό διάστημα 1993 – 2002 δεν υπήρξαν πολύκροτες δίκες, οι οποίες να συγκεντρώσουν το ενδιαφέρον της τηλεοπτικής αγοράς για να μεταδοθούν απευθείας. Η τελευταία άλλωστε ανέπτυξε μια νέα μορφή εκπομπών υψηλής θεαματικότητας σε πολύωρες ειδησεογραφικές εκπομπές, τις λεγόμενες «τηλεδίκες» κυρίως με αφορμή ιδιωτικές αντιδικίες οικογενειακού δικαίου προσώπων μεγάλης δημοτικότητας, οι οποίες ταλαιπώρησαν αρκετά με τη βαναυσότητά τους, την έλλειψη δημοσιογραφικής, δικηγορικής και όχι μόνον δεοντολογίας από πολλούς συμμετέχοντες και συχνά σκληρές διαμάχες μεταξύ διαδίκων, πληρεξουσίων δικηγόρων τους, τεχνικών συμβούλων, ακόμα και μαρτύρων, μέχρι που το Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. από το 1996 και μετά άρχισε να θέτει τα σχετικά όρια στους δικηγόρους και η κατάσταση να αμβλύνεται.
Τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά μετά την εξάρθρωση της «17Ν» και την παραπομπή των σχετικών κατηγορουμένων σε δίκη.
Λίγους μήνες πριν την έναρξη της δίκης της 17Ν (3.3.2003), η τότε κυβέρνηση Σημίτη με το νόμο 3092/2002 (Δεκέμβριος 2002) επανέφερε την απαγόρευση θεσπίζοντας ότι:
Ν. 3090/2002 Αρθρο 8
1. Η ολική ή μερική μετάδοση από την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο, καθώς και η κινηματογράφηση και μαγνητοσκόπηση της δίκης ενώπιον ποινικού, πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου απαγορεύεται. Κατ` εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.
2. Η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή μαγνητοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών απαγορεύεται.
3. Οποιος παραβαίνει τις διατάξεις των παραγράφων 1 εδ. α΄ και 2 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών και χρηματική ποινή είκοσι χιλιάδων (20.000) έως διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 35 του Ν. 2172/1993(ΦΕΚ 207 Α) καταργείται.
Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε προκειμένου να μην δοθεί η δυνατότητα να ακουστούν τα υπερασπιστικά επιχειρήματα των κατηγορουμένων και των συνηγόρων της υπόθεσης, ενώ προηγουμένως επί αρκετούς μήνες σε εικοσιτετράωρη βάση όλα τα κανάλια μονοπωλούσαν την ενημέρωση και την προπαγάνδα με απόψεις που εξέφραζαν δημοσιογράφοι, δικηγόροι και πολιτικοί. Τότε βέβαια δεν βρέθηκε κανένας να καταγγείλει παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και προσπάθεια επιρροής της, γιατί όλες αυτές υπηρετούσαν τον κοινό συστημικό στόχο της εκδίκησης και της τρομοϋστερίας που είχε ενταθεί σε παγκόσμιο επίπεδο μετά το χτύπημα των δίδυμων πύργων (11.9.2001) και ενόψει της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων στην Ελλάδα το 2004.
Ο ν. 3090/2002 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και σήμερα, παρά την πληθώρα των κυβερνήσεων που ακολούθησε. Και όπως τότε η πολιτική αγωγή της 17Ν, έτσι και το 2015 και το 2022 η υπεράσπιση της Χ.Α.,έκαναν χρήση και απέτρεψαν τη μετάδοση της δίκης.
Ενώ ακόμα και η φωτογράφιση στιγμιοτύπων κατά την διάρκεια διεξαγωγής της δίκης πλέον απαρέγκλιτα έχει καθιερωθεί να απαγορεύεται από τους προέδρους των δικαστηρίων, καίτοι ο νόμος δεν επιβάλει την απαγόρευση, ούτε καν ρυθμίζει τη φωτογράφιση, παρά την εναποθέτει στη διευθυντική εξουσία του προέδρου. Αποτέλεσμα είναι οι δίκες να παραδίδονται στην ενημέρωση και αργότερα στην ιστορία με…πλάνα αρχείου και φωτογραφίες διαβατηρίων και χωρίς οπτικό υλικό της δίκης.
Επιπλέον, η τωρινή κυβέρνηση Ν.Δ. θέσπισε ένα ακόμα περιορισμό με το άρθρο 31 ν. 5119/2024 (ΦΕΚ Α΄ 103/5.7.2024), σύμφωνα με το οποίο απαγορεύθηκε και η μέσω διαδικτύου μετάδοση της δίκης και αναδιαμορφώθηκε η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 3090/2002 ως εξής :
«1. Απαγορεύεται η ολική ή μερική μετάδοση με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως μέσω της τηλεόρασης, ραδιοφώνου, διαδικτύου και γενικά οποιουδήποτε τεχνολογικού μέσου, καθώς και η κινηματογράφηση, μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση και αποτύπωση της δίκης σε γραπτό κείμενο μέσω ειδικού λογισμικού που μετατρέπει τον προφορικό λόγο σε γραπτό, ενώπιον ποινικού, αστικού ή διοικητικού δικαστηρίου. Κατ’ εξαίρεση, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, εφόσον συναινούν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι και συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον.».
Κάνοντας χρήση της διάταξης αυτής, μάλιστα, η υπεράσπιση ορισμένων κατηγορουμένων στη δίκη Χ.Α. ζήτησε την ποινική δίωξη του «Golden Dawn Watch» υποστηρίζοντας ότι η κάλυψη της δίκης την παραβιάζει. Αν η μήνυση αυτή ευδοκιμήσει και ασκηθεί ποινική δίωξη, στην ουσία θα σημαίνει ότι ποινικοποιείται το ίδιο το δικαστικό ρεπορτάζ!
Με αυτό το νομοθετικό πλαίσιο καλείται το δικαστήριο της υπόθεσης των Τεμπών, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Λάρισας, να αντιμετωπίσει το ζήτημα της πραγματικής δημοσιότητας της δίκης. Απαίτηση και διεκδίκηση του κινήματος για την απόδοση δικαιοσύνης στην υπόθεση των Τεμπών πρέπει να είναι εδώ και τώρα η κατάργηση του άρθρου 8 του ν. 3090/2002 και η αποκατάσταση της δυνατότητας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης της δίκης, προφανώς με τη θέσπιση τεχνικών όρων, οι οποίοι να αποτρέπουν τη σκηνοθετική διαμόρφωση και μετατροπή της δίκης σε θέαμα, π.χ. σταθερή κάμερα και συγκεκριμένη γωνία λήψης κ.λ.π., όπως στο κανάλι της Βουλής.
Είναι το μόνο νομοθετικό μέσο που θα αποκαταστήσει την δημοσιότητα της δίκης αυτής και θα δώσει την ευκαιρία σε όλους τους ενδιαφερόμενους να την παρακολουθήσουν.
Και φυσικός φορέας της πρωτοβουλίας αυτής πρέπει να είναι οι παριστάμενοι στη δίκη Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, εφόσον αναλογισθούν ότι η δημοσιότητα της δίκης αποτελεί, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, βασικό πυλώνα του κράτους δικαίου, η επιδίωξη υπεράσπισης των αρχών και κανόνων του οποίου συγκροτεί τη θεσμική τους αποστολή κατ’ άρθρο 90 του «Κώδικα περί Δικηγόρων» (ν. 4194/2013), στην οποία άλλωστε και προστρέχουν για να στηρίξουν τη νομιμοποίησή τους για την παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη αυτήν.
Αν, αντίθετα, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3090/2002 παραμείνει σε ισχύ ως έχει, αυτό θα σημαίνει ότι για να επιτραπεί η ραδιοτηλεοπτική ή διαδικτυακή μετάδοση της δίκης θα πρέπει να συντρέξουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :
Α) Να συναινέσει ο εισαγγελέας.
Β) Να συναινέσουν όλοι οι διάδικοι, δηλαδή οι εκατοντάδες παριστάμενοι προς υποστήριξη της κατηγορίας, φυσικά πρόσωπα, γονείς, συγγενείς, επιζήσαντες, νομικά πρόσωπα, δικηγορικοί σύλλογοι παριστάμενοι και βεβαίως οι κατηγορούμενοι.
Αν έστω και ένας εξ αυτών διαφωνήσει δεν είναι δυνατό να επιτραπεί η μετάδοση.
Γ) Να κρίνει το δικαστήριο ότι συντρέχει ουσιώδες δημόσιο συμφέρον για να γίνει η μετάδοση της δίκης, κρίση αόριστη που μπορεί να διατυπωθεί με υποκειμενικά κριτήρια.
Δ) Να επιτρέψει το δικαστήριο την μετάδοση, αφού ακόμα και αν συντρέχουν οι προηγούμενες τρεις προϋποθέσεις, το δικαστήριο δεν «υποχρεούται», αλλά «μπορεί» να επιτρέψει τις ενέργειες αυτές, άρα μπορεί και να τις απαγορεύσει.
Συμφέρον όλων των παραγόντων της δίκης είναι να ακουσθεί η φωνή τους και να λάμψει η αλήθεια. Συμφέρον ακόμα και της κυβέρνησης είναι να αποδείξει την προπαγάνδα της ότι – δήθεν – κάποιοι δεν θέλουν να γίνει η δίκη. Συμφέρον του Αρείου Πάγου, που με πολυσέλιδο δελτίο αναπαρήγαγε την κυβερνητική προπαγάνδα περί καταλληλότητας της αίθουσας, να την αποδείξει. Συμφέρον των φορέων της δικαστικής εξουσίας και των διαφόρων συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων είναι να αποδείξουν την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» και να αποδείξουν το κύρος και την ευθυκρισία της. «Ιδού η Ρόδος….»
Και κυρίως συμφέρον του ελληνικού λαού είναι να γνωρίζει γιατί έχασαν τη ζωή τους 57 παιδιά του εκείνη τη νύχτα και ποιοι υπήρξαν υπαίτιοι, να αποδοθούν οι ανάλογες ποινικές ευθύνες και να κρίνει αν η δίκη που διεξάγεται είναι δίκαιη.
Και όλα αυτά συγκλίνουν στην ανάγκη άμεσης και απεριόριστης δημοσιότητας της δίκης. Απαραίτητο όμως για όλα αυτά είναι να μεταδοθεί τηλεοπτικά και διαδικτυακά η δίκη των Τεμπών από την πρώτη της προσεχή δικάσιμο. Θα το τολμήσουν ή θα προσπαθήσουν να την κρύψουν στην αδιαφάνεια;
Αθήνα, 25.3.2026
Κώστας Παπαδάκης
Δικηγόρος
Μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α.








