Με τον Χασάν στη Γάζα
(With Hasan in Gaza – Παλαιστίνη, Κατάρ, Γερμανία, Γαλλία – 2025 – 106’)
Σύλληψη: Kamal Aljafari
Κάμερα, εγγραφή ήχου και on camera μοντάζ: Kamal Aljafari
σε συνεργασία με τον Hasan Elboubou
Γυρίστηκε: 1-2 Νοέμβρη 2001
Παραγωγή: Kamal Aljafari, Εκτέλεση παραγωγής: Flavia Mazzarino
Χρωματική Επεξεργασία & Σύνθεση Εικόνων: Yannig Willmann, Βοηθητικό μοντάζ: Martin Arbelaez
Πρωτότυπη Μουσική: Simon Fisher Turner, Attila Faravelli, Μίξη ήχου: Jochen Jezussek
Σύμβουλος μοντάζ: Benjamin Mirguet, Πρόσθετη μουσική: Lucy Railton
Σχεδιασμός τίτλων: Toby Cornish, Ψηφιοποίηση κασέτας: CREME – Ulf Wrede
Αλλοι συντελεστές: Hans Broich – Alessandro Gagliardo
***
Τρεις κασέτες MiniDV με στιγμές από τη ζωή στη Γάζα το 2001 ανακαλύφτηκαν πρόσφατα. Αυτό που ξεκίνησε ως μια αναζήτηση για έναν πρώην συγκρατούμενο του 1989, οδήγησε σε ένα απρόσμενο οδικό ταξίδι από το βορρά στο νότο της Γάζας με τον Χασάν, έναν ντόπιο οδηγό, η τύχη του οποίου αγνοείται.
Μια κινηματογραφική αναστοχαστική ματιά στη μνήμη, την απώλεια και τη ροή του χρόνου, καταγράφοντας μια Γάζα του παρελθόντος και ζωές που ίσως να μην ξαναβρεθούν ποτέ.
Καμάλ Αλτζαφάρι
Ο Καμάλ Αλτζαφάρι δεν είναι απλά ένας παλαιστίνιος κινηματογραφιστής. Θεωρείται ένας από τους διεθνώς καταξιωμένους δημιουργούς του ευρεθέντος οπτικού υλικού (found footage), ενός κινηματογράφου «χωρίς κάμερα», που επαναχρησιμοποιεί ήδη υπάρχουσες εικόνες σε μια απόλυτη οικονομία μέσων, για να ανατρέψει τα προφανή τους νοήματα ή να αναδείξει άλλα κρυμμένα. Εχει την πεποίθηση ότι οι εικόνες δεν είναι κάτι που φτιάχνεις, αλλά κάτι που βρίσκεις.
Στο πέρας μιας δωδεκαετούς κινηματογραφικής πορείας και έντεκα ταινιών (μικρού και μεγάλου μήκους), που ισορροπούν ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ, το δοκίμιο και το πειραματικό φιλμ, ο βραβευμένος κινηματογραφιστής έχει αποδείξει, με τρόπο ιδιοσυγκρασιακό και ποιητικό, ότι το βλέμμα είναι αυτό που κατασκευάζει μια εικόνα και της αποδίδει νόημα. Καταθέτοντας τη δική του συμβολή στον κινηματογράφο, ο Αλτζαφάρι μας δείχνει ότι αρκεί ένα επίμονα διερευνητικό βλέμμα, το οποίο θα στραφεί πάνω σε ένα παραγνωρισμένο ή λησμονημένο υλικό, για να ανακαλύψουμε τις εικόνες από την αρχή, για να ακούσουμε μέσα τους τις αποσιωπημένες ιστορίες τους.
Στην τελευταία ταινία του, Με τον Χασάν στη Γάζα, η οποία θα προβληθεί στην Κόντρα την επόμενη Παρασκευή, χάρη στην ευγενική παραχώρησή της από τον δημιουργό, ο Αλτζαφάρι δεν βυθίζεται σε ιστορικά αρχεία για να αποαποικιοποιήσει το αφήγημα της Παλαιστίνης και του λαού της, αλλά χρησιμοποιεί υλικό που τράβηξε ο ίδιος το 2001, σε ένα υποβλητικό road trip κατά μήκος της Λωρίδας της Γάζας, από το βορρά μέχρι το νότο. Υλικό που τράβηξε και στη συνέχεια απόθεσε ευλαβικά στο προσωπικό του αρχείο, χωρίς ποτέ να το κάνει ταινία.
Ποτέ, μέχρι τώρα, που η Γάζα που κινηματογράφησε ο Αλτζαφάρι το 2001 δεν υπάρχει πια. Δεν υπάρχει ως φυσικό και δομημένο περιβάλλον, υπάρχει όμως ως ανθρώπινο στοιχείο. Οι πιτσιρικάδες που τους ακούμε σε όλη την ταινία να του ζητούν «βγάλε μου μια φωτογραφία» έγιναν μαχητές της ελευθερίας. Τα παιδιά τους δολοφονήθηκαν με ναζιστικό κυνισμό. Ομως η Γάζα είναι ακόμα εκεί και θα είναι πάντα εκεί, όσο υπάρχουν Γαζαίοι, αυτή η διαφορετική πάστα ανθρώπων ακόμα και ανάμεσα στους Παλαιστίνιους.
Ο Αλτζαφάρι μοιράζεται μαζί μας μια προσωπική ιστορία που ήταν αυτή που τον οδήγησε στη Γάζα το 2001. Μια ιστορία, μέσω της οποίας γονατίζει μπροστά στο πνεύμα του σουμούντ των Γαζαίων, μιας λέξης που όμοιά της δεν υπάρχει σε άλλη γλώσσα, καθώς σημαίνει «ακλόνητη στάση παρά τις αντίξοες δυνάμεις», όμως το ακριβές περιεχόμενό της ορίζεται από τα συμφραζόμενά της, από τις βασικές συνιστώσες κάθε ιστορικής περιόδου. Νομίζουμε ότι σ’ αυτό το κείμενο του Αλτζαφάρι βρίσκεται το κλειδί για την «ανάγνωση» της ταινίας του.
Θυμάμαι ότι στα 17 μου, στο τελευταίο έτος του σχολείου, ένας φίλος με ρώτησε αν ήθελα να ενταχθώ σε μια παλαιστινιακή ομάδα. Ηταν το 1988, στο απόγειο της πρώτης Ιντιφάντα. Μια μέρα ο φίλος μου σταμάτησε να έρχεται στο σχολείο. Εξαφανίστηκε και δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι. Εμαθα ότι είχε συλληφθεί καθώς προσπαθούσε να αγοράσει ένα όπλο.
Θυμάμαι ότι η αστυνομία ήρθε να με συλλάβει αργά το βράδυ. Ημουν ξύπνιος, διάβαζα για τις τελικές μου εξετάσεις. Πέρασα σχεδόν επτά μήνες στη φυλακή. Δύο εβδομάδες από αυτό το διάστημα, σε απομόνωση. Μόλις συνήθιζα το κελί μου, μεταφερόμουν αλλού.
Εμφανίστηκα ενώπιον στρατοδικείου, κατηγορούμενος για ένταξη σε εχθρική οργάνωση. Θυμάμαι το στρατοδικείο της Λύδας, οι τρεις δικαστές με στολή, δύο ισραηλινές σημαίες πίσω τους και ανάμεσά τους ένα στρατιωτικό έμβλημα που συμβόλιζε τη «δικαιοσύνη». Δεν καταλάβαινα γιατί ήμουν εκεί. Ενιωσα σαν να ήμουν σε έναν εφιάλτη. Ηταν η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει.
Εξέτισα την ποινή μου στην φυλακή της ερήμου Νακάμπ, στο τμήμα των εφήβων. Θυμάμαι το δωμάτιο. Ημασταν 40 ή περισσότεροι κρατούμενοι, από όλες τις γωνιές της Παλαιστίνης, πολλοί από τη Γάζα. Τρεις φορές την ημέρα, οι φρουροί μας μετρούσαν. Τρεις φορές την ημέρα, μας επέβαλλαν εξευτελισμό. Οι φρουροί κορόιδευαν τα αραβικά ονόματά μας καθώς μας μετρούσαν.
Αυτό κράτησε για μήνες, ώσπου ένας νέος κρατούμενος έφτασε από τη Γάζα. Ηταν ψηλός, σχεδόν 18 χρόνων, και είχε καταδικαστεί σε πολλά χρόνια φυλακή. Ενα βράδυ, ως συνήθως, ήρθε ο φρουρός να μας μετρήσει. Οταν έφτασε στον νέο κρατούμενο και κορόιδεψε το όνομά του, ο Αμπντέλ Ραχίμ, που αρνήθηκε να σταθεί όρθιος όπως εμείς, πήδηξε από την κουκέτα του και του έριξε γροθιά στο πρόσωπο. Ο φρουρός, έκπληκτος, έτρεξε προς τη μεταλλική πόρτα.
Περάσαμε όλη τη νύχτα περιμένοντας την τιμωρία. Μεγάλος αριθμός στρατιωτών εισέβαλε στο δωμάτιό μας, χτυπώντας μας καθώς μας έσερναν έξω στην αυλή. Ωρες αργότερα, μας έστειλαν ξανά μέσα. Ολα ήταν σπασμένα, τα στρώματά μας, τα υπάρχοντά μας και τα βιβλία μας, τα πάντα είχαν πεταχτεί στο πάτωμα. Ομως ο Αμπντέλ Ραχίμ δεν ήταν πια εκεί. Τον είχαν πάει στην απομόνωση. Δεν τον ξαναείδαμε.
Πήγα στη Γάζα, ψάχνοντας για ένα φίλο χωρίς μια διεύθυνση.
Θυμάμαι.
Ο Καμάλ Αλτζαφάρι, με συνοδό του τον ντόπιο οδηγό Χασάν, διατρέχει τη Λωρίδα ψάχνοντας τον Αμπντέλ Ραχίμ. Ρωτάει αποφυλακισμένους κρατούμενους, ανθρώπους σε καφενεία και σε οικισμούς. Κανένας δεν ξέρει τίποτα. Δεν βρήκε τον συγκρατούμενό του, κατέγραψε όμως τη Γάζα του 2001. Μόλις έχει αρχίσει η Δεύτερη Ιντιφάντα. Πίσω από τη φαινομενική ηρεμία των ανθρώπων στις αγορές και τα γέλια της πιτσιρικαρίας στη θάλασσα, στις πλατείες και τους δρόμους, υπάρχει η οργή των ξεσπιτωμένων που βομβαρδίζονται καθημερινά για ν’ ανοίξει νεκρή ζώνη γύρω από τους σιωνιστικούς εποικισμούς και ο ήχος από τους όλμους που χρησιμοποιεί τη νύχτα η Αντίσταση. Ο ένοπλος αγώνας έχει αρχίσει να περνάει σε άλλο επίπεδο. Ο Χασάν ξεχωρίζει τα όπλα από τον ήχο, ξέρει ποια είναι τα παλαιστινιακά και ποια τα σιωνιστικά.
Η Γάζα είναι μια πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί. Ανεργία, φτώχεια, αποκλεισμός, αντίσταση. Η ζυγαριά γέρνει συνεχώς προς την τελευταία. Το ξέρουμε πλέον, και οι εικόνες του Αλτζαφάρι, 25 χρόνια μετά από το τράβηγμά τους, λειτουργούν σαν κινητήρας μνήμης. Οπως τα τραγούδια που ακούγονται από το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο του Χασάν. Τραγούδια που μιλούν για τη Νάκμπα και τον ξεριζωμό για να καταλήξουν πάντα αισιόδοξα: όσος χρόνος κι αν περάσει, εμείς θα γυρίσουμε στα σπίτια μας.
Μην χάσετε αυτή την ταινία.
Ευχαριστούμε τον σκηνοθέτη και την παραγωγή του για την ευγενική παραχώρηση της κόπιας της ταινίας.








