Από τις πρώτες μέρες του σιωνιστικού σχεδίου, το στρατηγικό δόγμα έδειχνε βόρεια προς τον ποταμό Λιτάνι – και κάθε προσπάθεια προώθησης κατέρρευσε στην ίδια λωρίδα του Λιβάνου.
του Ανίς Ραΐς *
13 Μάρτη 2026
ΠΗΓΗ: The Cradle
Σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, ο πατριάρχης Ιακώβ έστηνε τις σκηνές του στον κάμπο του Χιάμ – ένα όνομα που κυριολεκτικά σημαίνει «οι σκηνές». Χιλιετίες αργότερα, η ίδια ράχη έχει γίνει επαναλαμβανόμενο πεδίο μάχης. Το κράτος κατοχής, που επικαλείται την κληρονομιά του Ιακώβ ως ιστορική δικαιολογία, πέρασε δεκαετίες προσπαθώντας να καταλάβει αυτήν την κορυφή και ποτέ δεν κατάφερε να τη διατηρήσει.
Η ειρωνεία δεν είναι ούτε λεπτή ούτε τυχαία. Ισραηλινές ταξιαρχίες συνεχίζουν να προελαύνουν κατά μήκος των ίδιων στενών αξόνων, τανκ Μερκάβα ανεβαίνουν τις ίδιες πλαγιές και μαχητές της Αντίστασης ετοιμάζουν τις ίδιες ενέδρες. Πόλεμος μετά τον πόλεμο. Απόσυρση μετά την απόσυρση. Σαν η επανάληψη από μόνη της να μπορούσε κάποτε να φέρει νίκη.
Δεν το έχει καταφέρει ποτέ.
Σήμερα, με την ελίτ Δύναμη Ραντουάν της Χεζμπολά να έχει αναπροσανατολιστεί ανάμεσα στα ερείπια και με τις ομάδες αντιαρματικών Κornet να βρίσκονται μέσα στα συντρίμμια ενός πρώην συγκροτήματος κράτησης, όπου χιλιάδες Λιβανέζοι βασανίστηκαν υπό την εποπτεία του Ισραήλ, ο στρατός κατοχής σπρώχνεται και πάλι προς το Χιάμ – ένα πεδίο μάχης που απέτυχε να ελέγξει το 1978, το 2000, το 2006 και το 2024. Αυτό που καθοδηγεί αυτή την εμμονή δεν είναι η επιχειρησιακή ανάγκη. Είναι το δόγμα. Μια εδαφική φαντασίωση που προϋπήρχε του κράτους κατοχής και συνεχίζει να διαμορφώνει τους βόρειους πολέμους του.
Πέντε πόλεμοι για ένα λόφο και τίποτα δεν έμαθαν.
Ενα σύνορο που φαντασιώθηκαν προτού υπάρξει
Η στρατηγική έλξη προς τον ποταμό Λιτάνι δεν προέκυψε από πρόσφατες συζητήσεις ασφαλείας. Εχει μακρά τεκμηριωμένη ιστορία. Το 1919, ο σιωνιστής ηγέτης Χαΐμ Βαϊζμαν υποστήριξε ενώπιον του βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ ότι τα σύνορα μιας μελλοντικής εβραϊκής πατρίδας θα έπρεπε να εκτείνονται βόρεια βαθιά στον Λίβανο, τονίζοντας την οικονομική και στρατηγική αξία των υδάτινων πόρων. Ο [ποταμός] Λιτάνι ήταν απαραίτητος, πρότεινε.
Ο πρώτος πρωθυπουργός του Ισραήλ, Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, συνέχισε από εκεί που σταμάτησε ο Βαϊζμαν: το 1918 περιέγραφε τα βόρεια σύνορα του μελλοντικού κράτους ως τον Λιτάνι· το 1937 δήλωνε ότι «η πρώτη δυνατότητα επέκτασής μας θα προκύψει» πέρα από τα βόρεια σύνορα· και το 1948 αποκαλούσε τη μουσουλμανική κυριαρχία στον Λίβανο «τεχνητή και εύκολα υπονομεύσιμη», προτείνοντας ένα χριστιανικό κράτος-ζώνη με τον Λιτάνι ως νότια σύνορά του. Οι σιωνιστικές δυνάμεις εκείνη τη χρονιά προχώρησαν στην επαρχία Μαριαγιούν, έφτασαν κοντά στον Λιτάνι και κατέλαβαν 14 λιβανέζικα χωριά προτού αναγκαστούν να αποσυρθούν.
Από την επιστολή του Βαϊζμαν στη «ζώνη-προστασίας» του Νετανιάχου
Η πιο σαφής διατύπωση ήρθε το 1954, καταγεγραμμένη στο προσωπικό ημερολόγιο του τότε πρωθυπουργού Μοσέ Σαρέτ. Σε συνάντηση με τον Μπεν Γκουριόν και τον αρχηγό του επιτελείου Μοσέ Νταγιάν, ο τελευταίος πρότεινε να βρεθεί ένας λιβανέζος αξιωματικός, «ακόμη και μόνο ένας ταγματάρχης», που θα μπορούσε να δωροδοκηθεί για να δηλώσει εαυτόν σωτήρα του μαρονιτικού πληθυσμού.
Στη συνέχεια, ο ισραηλινός στρατός θα εισερχόταν στον Λίβανο, θα δημιουργούσε ένα καθεστώς μαριονέττα και θα προσαρτούσε όλα τα εδάφη νότια του Λιτάνι. Χρειάστηκε ένα τέταρτο του αιώνα για να υλοποιηθεί το σχέδιο, αλλά τελικά πραγματοποιήθηκε: ο Σαάντ Χαντάντ, ο Στρατός του Νότιου Λιβάνου (SLA), η «ζώνη ασφαλείας» και το κέντρο κράτησης Χιάμ ήταν όλοι άμεσοι απόγονοι αυτής της συνομιλίας.
Μετά τον πόλεμο του 1967, ο υπουργός Αμυνας Μοσέ Νταγιάν δήλωσε ότι το κράτος κατοχής είχε επιτύχει «προσωρινά ικανοποιητικά σύνορα, εκτός από αυτά με τον Λίβανο». Αυτή η εξαίρεση έχει στοιχειώσει κάθε ισραηλινή κυβέρνηση έκτοτε. Ο έλεγχος του Λιτάνι θα αύξανε την ετήσια παροχή νερού του κράτους κατοχής περίπου κατά 40%.
Οι επιθέσεις στο φράγμα του Λιτάνι και στον σταθμό άντλησης Ουαζάνι κατά τις τελευταίες ώρες του πολέμου του 2006 ερμηνεύτηκαν ευρέως ως κινήσεις δόγματος παρά ως τυχαία γεγονότα πεδίου μάχης. Διαχρονικά, ο χάρτης της ισραηλινής ηγεσίας παρέμεινε αξιοσημείωτα συνεπής. Το Χιάμ στέκεται ακριβώς στον άξονα μεταξύ ιδεολογικής φιλοδοξίας και γεωγραφικού περιορισμού.
Τίποτα από αυτά δεν άλλαξε το δόγμα. Τον Γενάρη του 2025, μια ομάδα εποίκων με το όνομα «Uri Tsafon» κάλεσε για εβραϊκό πολιτικό εποικισμό στο νότιο Λίβανο. Ενας ραβίνος του ισραηλινού στρατού είπε σε στρατιώτες: «Αυτή η γη είναι δική μας, όλη η γη, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου».
Η γλώσσα του πρώιμου σιωνιστικού σχεδιασμού παραμένει ζωντανή στον σύγχρονο λόγο. Η κορυφή του Χιάμ βρίσκεται ανάμεσα σε αυτή τη γλώσσα και στον ποταμό που δεν έφτασε ποτέ.
Γεωγραφία: Πύλη και νεκροταφείο
Για να καταλάβει κανείς γιατί το κράτος κατοχής συνεχίζει να επιστρέφει στο Χιάμ, αρκεί να κοιτάξει έναν τοπογραφικό χάρτη. Η πόλη βρίσκεται σε υψόμετρο περίπου 800 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, περίπου 5 χιλιόμετρα από τη Μπλε Γραμμή, ενώ ο ισραηλινός οικισμός Μετούλα απέχει λιγότερο από 1 χιλιόμετρο.
Προς τα βόρεια, ο δρόμος ανοίγει προς το Μαριαγιούν· προς τα ανατολικά, το έδαφος κατεβαίνει προς την κοιλάδα Μπεκάα. Το Χιάμ έχει περιγραφεί ως στρατηγική πύλη για μια ταχεία χερσαία εισβολή. Ο απόστρατος στρατηγός Μουνίρ Σεχαντέ επιβεβαίωσε ότι η κατάληψη του Χιάμ ανοίγει δύο διαδρόμους: προς τα βόρεια προς το Μαριαγιούν ή προς τα ανατολικά προς την Μπεκάα.
Μαζί με το Μπιντ Τζμπέιλ στα δυτικά και τη Σαμάα στην ακτή, το Χιάμ σχηματίζει το ανατολικό στήριγμα της γραμμής που χρειάζεται το κράτος κατοχής για μια συνεχή «ζώνη ασφαλείας» από τα σύνορα μέχρι τη Μεσόγειο.
Ωστόσο, η ίδια γεωγραφία το μετατρέπει και σε παγίδα. Οι στενοί δρόμοι διοχετεύουν τις τεθωρακισμένες προελάσεις σε προβλέψιμες διαδρομές. Το υπερυψωμένο έδαφος εκθέτει τις επιτιθέμενες δυνάμεις σε αντιαρματικά πυρά. Οι πυκνές αστικές δομές προσφέρουν κάλυψη στους αμυνόμενους που γνωρίζουν καλά το τοπίο.
Σε διαδοχικές συγκρούσεις, οι μαχητές της Αντίστασης έχουν τελειοποιήσει την ικανότητά τους να εκμεταλλεύονται αυτά τα χαρακτηριστικά, μετατρέποντας το Χιάμ σε επαναλαμβανόμενο χώρο πολέμου φθοράς.
Από συγκρότημα βασανιστηρίων σε σύμβολο απελευθέρωσης
Το 1985, ο Στρατός του Νοτίου Λιβάνου (SLA) μετέτρεψε έναν στρατώνα που είχαν κατασκευάσει οι Γάλλοι στην κορυφή του λόφου του Χιάμ σε κέντρο κράτησης. Σε διάστημα 15 ετών, περίπου 5.000 κρατούμενοι πέρασαν από τα κελιά του. Η Διεθνής Αμνηστεία κατέγραψε συστηματικά βασανιστήρια, ενώ αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της Σιν Μπετ επιβεβαίωσαν ότι η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών εκπαίδευε τους ανακριτές του SLA.
Ενορκη κατάθεση του ίδιου του ισραηλινού υπουργείου Αμυνας παραδέχτηκε ότι στελέχη της Σιν Μπετ πραγματοποιούσαν συναντήσεις «αρκετές φορές τον χρόνο» με τους ανακριτές του Χιάμ. Το κράτος κατοχής κατασκεύασε την υποδομή βασανιστηρίων του Χιάμ, διαμόρφωσε τις μεθόδους του και επωφελήθηκε από το προϊόν πληροφοριών που παρήγαγε.
Κατά τη δεκαετία του 1990, οι επιθέσεις της Χεζμπολά μέσα στη «ζώνη ασφαλείας» κλιμακώθηκαν από 19 ετησίως το 1990 σε 344 μέχρι το 1995. Μεταξύ 1985 και 2000, 256 ισραηλινοί στρατιώτες σκοτώθηκαν σε μάχες. Τον Μάη του 2000, καθώς ο SLA κατέρρεε, μαχητές της Χεζμπολά – ενισχυμένοι από 3.000 πολίτες – κατέλαβαν τη φυλακή, απελευθέρωσαν 144 κρατούμενους και ο στρατός-πληρεξούσιος της κατοχής κατέρρευσε ολοκληρωτικά. Η φυλακή μετατράπηκε σε μουσείο. Το Χιάμ έγινε σύμβολο, ριζώνοντας ακόμη βαθύτερα στη συλλογική μνήμη της αντίστασης.
Εξι χρόνια αργότερα, το κράτος κατοχής βομβάρδισε αυτό το σύμβολο μέχρι να γίνει ερείπια, κάτι που ερμηνεύτηκε ευρέως ως προσπάθεια να σβηστούν τα ίχνη των εγκλημάτων του. Στις 25 Ιούλη του 2006, ισραηλινή βόμβα κατέστρεψε ένα παρατηρητήριο του ΟΗΕ στα περίχωρα του Χιάμ, σκοτώνοντας τέσσερις άοπλους στρατιωτικούς παρατηρητές. Μαχητές της Χεζμπολά χτύπησαν έως και δώδεκα ισραηλινά άρματα έξω από την πόλη· η 366η Μεραρχία δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις αποστολές που της είχαν ανατεθεί.
Το 2024, τρεις ταξιαρχίες επέστρεψαν. Η Χεζμπολά επιτέθηκε σε ισραηλινά στρατεύματα γύρω από την πόλη περισσότερες από 20 φορές μέσα σε 48 ώρες.
Ο στρατός κατοχής εισήλθε μόνο μετά την κατάπαυση του πυρός, παρέμεινε για έξι εβδομάδες και στη συνέχεια αποσύρθηκε. Τώρα, τον Μάρτh του 2026, επιστρέφει – και οι μαχητές της Aντίστασης, που περιμένουν μέσα στα ερείπια, δεν είναι οι ίδιοι με αυτούς που αντιμετώπισε στο παρελθόν.
Η εξέλιξη του πολέμου της Aντίστασης
Οι μαχητές που επιχειρούν τώρα στο Χιάμ περιλαμβάνουν τη Δύναμη Ραντoυάν της Χεζμπολά – έναν εξειδικευμένο σχηματισμό που διαμορφώθηκε από χρόνια πολεμικής εμπειρίας στη Συρία. Ξεκινώντας ως μονάδα ταχείας επέμβασης υπό τη διοίκηση του Ιμάντ Μουγνίγια, η δύναμη ανέπτυξε προηγμένες ικανότητες αστικού πολέμου στις μάχες της Αλ-Κουσέιρ, του Αλ-Καλαμούν και του Χαλεπίου.
Ο ισραηλινός ερευνητής Ντίμα Αντάμσκι έχει καταλήξει ότι αυτό μετέτρεψε τη μονάδα από προηγμένο πεζικό σε δύναμη καταδρομών ικανή να παράγει στρατηγικά αποτελέσματα απέναντι σε έναν συμβατικό στρατό.
Η δομή της μονάδας αντανακλά το δόγμα της. Σύμφωνα με το Alma Research Center, οι ομάδες της Ραντουάν, αποτελούμενες από επτά έως δέκα επιχειρησιακούς μαχητές, αναπτύσσονται αυτόνομα σε συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες με προτοποθετημένα αποθέματα. Οι επικεφαλής των ομάδων ενεργούν χωρίς κεντρικές οδηγίες.
Οταν αεροπορική επιδρομή τον Σεπτέμβρη του 2024 σκότωσε τον Ιμπραήμ Ακιλ, διοικητή της Ραντουάν, μαζί με άλλους 14 αξιωματικούς, η μονάδα απορρόφησε το πλήγμα και συνέχισε να μάχεται. Στις 5 Μάρτη του 2026, το Reuters επιβεβαίωσε ότι η Δύναμη Ραντουάν είχε αναπτυχθεί εκ νέου νότια του Λιτάνι, με το Χιάμ να αναφέρεται συγκεκριμένα ως ζώνη ανάπτυξης. Ο γενικός γραμματέας της Χεζμπολά Ναΐμ Κάσεμ δήλωσε ότι η Αντίσταση θα αντιμετωπίσει ένα σχέδιο «κατοχής και επέκτασης».
Ο Κορνέτ και το Μερκάβα: μια ασύμμετρη εξίσωση
Το 9M133 Kornet είναι ρωσικής κατασκευής κατευθυνόμενος αντιαρματικός πύραυλος με καθοδήγηση λέιζερ και διπλή κεφαλή HEAT, ικανός να διαπερνά πάνω από 1.000 χιλιοστά θωράκισης πίσω από ενεργητική αντιδραστική θωράκιση (ERA), με αποτελεσματικό βεληνεκές 5,5 χιλιομέτρων. Είναι το όπλο που έχει μετατρέψει κάθε ισραηλινή τεθωρακισμένη προέλαση στον νότιο Λίβανο σε νεκροταφείο για τα άρματα Μερκάβα.
Το 2006, πύραυλοι Kornet διέτρησαν τη θωράκιση 24 αρμάτων Μερκάβα και κατέστρεψαν τουλάχιστον τέσσερα ολοκληρωτικά. Κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Change of Direction 11», μια φάλαγγα 24 αρμάτων της 401ης Ταξιαρχίας εισήλθε σε προετοιμασμένη ενέδρα στο Ουάντι Σαλούκι. Εντεκα άρματα χτυπήθηκαν. Οκτώ αρματιστές και τέσσερις πεζικάριοι σκοτώθηκαν.
Ο ισραηλινός ιστορικός Ούρι Μπαρ-Γιοσέφ το χαρακτήρισε «μία από τις πιο ταπεινωτικές επιχειρήσεις στην ιστορία των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων». Ενας πρώην εκπρόσωπος της UNIFIL το έθεσε ακόμη πιο ωμά: όποιος στέλνει φάλαγγα αρμάτων σε αυτό το έδαφος δεν θα έπρεπε να είναι διοικητής ταξιαρχίας αλλά μάγειρας.
Το δόγμα της Χεζμπολά ξεπερνά τον ίδιο τον Kornet. Το Jamestown Foundation έχει καταγράψει μια μέθοδο «σμήνους»: οι μαχητές κατακλύζουν το στόχο με φτηνότερους αντιαρματικούς πυραύλους για να εξαντλήσουν το ενεργητικό σύστημα προστασίας Trophy και στη συνέχεια ο Kornet δίνει το τελικό πλήγμα.
Οι μαχητές στοχεύουν τα πιο αδύναμα σημεία του Μερκάβα από κοντινή απόσταση· η Haaretz ανέφερε ότι περίπου ένας στους τέσσερις πυραύλους διαπερνούσε τη θωράκιση. Η αναβαθμισμένη έκδοση Kornet-EM επεκτείνει το βεληνεκές στα 8 χιλιόμετρα και προσθέτει δυνατότητα διπλής εκτόξευσης, σχεδιασμένη ειδικά για να νικά το Trophy μέσω ταυτόχρονων βολών.
Το Ιράν αντέγραψε με αντίστροφη μηχανική το Kornet το 2015, σπάζοντας την εξάρτηση της Χεζμπολά από τη ρωσοσυριακή γραμμή προμήθειας, και έκτοτε πρόσθεσε στο οπλοστάσιο της πυραύλους Almas και Badr. Αυτό που αντιμετωπίζει ο στρατός κατοχής στο Χιάμ δεν είναι ένα μόνο οπλικό σύστημα, αλλά ένα πολυεπίπεδο δόγμα αντιαρματικού πολέμου, που λειτουργεί σε έδαφος σχεδόν φτιαγμένο για ενέδρες.
Τα ερείπια ως φρούριο
Το κατεστραμμένο αστικό έδαφος ευνοεί τον αμυνόμενο. Αυτό το παράδοξο, καταγεγραμμένο από στρατιωτικούς αναλυτές ήδη από το 2006, αποτελεί τον πυρήνα της φονικότητας του Χιάμ. Τα ερείπια που δημιούργησε ο στρατός κατοχής έχουν γίνει η αρχιτεκτονική της ήττας του: ζώνες θανάτου με κατευθυνόμενη κίνηση, απεριόριστη απόκρυψη και αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς σε κάθε σωρό από μπετόν.
Ο Κλάουζεβιτς υποστήριζε ότι οι ανορθόδοξες δυνάμεις πρέπει να παραμένουν «νεφελώδεις και άπιαστες». Ο Μάο το συμπύκνωσε σε έναν απλό ρυθμό: όταν ο εχθρός προελαύνει, υποχωρούμε· όταν ο εχθρός κουράζεται, επιτιθέμεθα. Στο Χιάμ, και οι δύο αρχές συγκλίνουν στα ίδια ερείπια.
Λιβανέζοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι μονάδες της Αντίστασης μερικές φορές επιτρέπουν στις προελαύνουσες δυνάμεις να διεισδύσουν 2 έως 3 χιλιόμετρα μέσα σε κατεστραμμένες γειτονιές προτού ενεργοποιήσουν συντονισμένες επιθέσεις που περιλαμβάνουν αυτοσχέδιους εκρηκτικούς μηχανισμούς, ομάδες πυραύλων και drones. Η εναλλασσόμενη ανάπτυξη εξασφαλίζει ότι φρέσκοι μαχητές παραμένουν διαθέσιμοι, ενώ εξαντλημένες μονάδες ανασυγκροτούνται πίσω από δευτερεύουσες αμυντικές γραμμές.
Ενας ισραηλινός υπουργός παραδέχτηκε ότι η Αντίσταση αφαίρεσε από το στρατό το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Πίσω από την πρώτη γραμμή έχει ήδη οργανωθεί δεύτερη αμυντική γραμμή: όταν ο λιβανέζικος στρατός αποσύρθηκε από νότια του Λιτάνι, μαχητές της Χεζμπολά προωθήθηκαν αμέσως μπροστά.
Ο Αρεγκίν-Τοφτ έχει δείξει ότι όταν μια συμβατική δύναμη αντιμετωπίζει αντάρτικες τακτικές, το ασθενέστερο μέρος κερδίζει τις περισσότερες φορές. Η κρίσιμη μεταβλητή είναι η προσαρμογή. Το κράτος κατοχής δεν έχει προσαρμοστεί. Τα ερείπια που δημιούργησε έχουν αναδιοργανωθεί σε φρούριο.
Παρόμοια μοτίβα – από τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στο Βιετνάμ έως τις ρωσικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν – αναδεικνύουν τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής υπεροχής, όταν αυτή αντιμετωπίζει προσαρμοστικές αντάρτικες στρατηγικές που είναι ενσωματωμένες στο τοπικό έδαφος.









