Η «δημοκρατική» Γαλλία, η «κοιτίδα του Διαφωτισμού», η υπερασπίστρια της «ελευθερίας του λόγου και της επιστημονικής έκφρασης», δε διστάζει να ασκήσει διώξεις και να καταλήξει με ιδιαίτερη επιμονή σε καταδίκη ακόμα και πανεπιστημιακών δασκάλων και ερευνητών, επειδή τόλμησαν να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο σιωνιστικό αφήγημα για την 7η Οκτώβρη του 2023 και να αντιπαρατεθούν στην κατευθυνόμενη ισλαμοφοβία. Ο καθηγητής Φρανσουά Μπουργκά είναι το τελευταίο θύμα του κυνηγιού μαγισσών του γαλλικού κράτους.
Λίγο καιρό μετά την 7η Οκτώβρη του 2023 και ενώ κορυφωνόταν η γκεμπελίστικη προπαγάνδα για τα σεξουαλικά εγκλήματα που δήθεν είχαν διαπράξει οι μαχητές της Παλαιστινιακής Αντίστασης, ο καθηγητής Μπουργκά, που έχει αφιερώσει δεκαετίες ακαδημαϊκών ερευνών στα ζητήματα του αραβικού και ισλαμικού κόσμου και θεωρείται από τους κορυφαίους σ’ αυτόν τον τομέα, αντιτάχτηκε δημόσιο στο γκεμπελισμό και τόλμησε να διαπράξει το… έγκλημα καθοσιώσεως, γράφοντας πως έχει «απείρως μεγαλύτερο σεβασμό για τους ηγέτες της Χαμάς παρά για τους ισραηλινούς ομολόγους τους»! Διώχτηκε, συνελήφθηκε, αθωώθηκε από το Πλημμελειοδικείο, η Εισαγγελία άσκησε έφεση, τελικά καταδικάστηκε πρόσφατα από το Εφετείο.
Σε άρθρο που έγραψε για το Chronique de Palestine (είναι η γαλλική έκδοση του The Palestine Chronicle, που διευθύνει ο Ράμζι Μπαρούντ) ο Φρανσουά Μπουργκά περιγράφει την προσωπική του «περιπέτεια», αλλά ως συνεπής διανοούμενος τη θέτει στο ευρύτερο πλαίσιο. Μεταφράσαμε και αναδημοσιεύουμε το άρθρο.
Του François Burgat *
Chronique de Palestine: Καθηγητά, μπορείτε με λίγα λόγια να μας υπενθυμίσετε την επιστημονική σας σταδιοδρομία, το πεδίο της ειδίκευσής σας και τις κυριότερες δημοσιεύσεις σας;
François Burgat: Αφού δίδαξα επί επτά χρόνια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντίνης, εντάχθηκα στο CNRS, σε ένα εργαστήριο της Αιξ-αν-Προβάνς, το CRESM (Κέντρο Ερευνών και Μελετών για τις Μεσογειακές Κοινωνίες), το οποίο το 1986 έγινε το IREMAM (Ινστιτούτο Ερευνών και Μελετών για τον Αραβικό και Μουσουλμανικό Κόσμο).
Εκεί συνέχισα το μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας μου, φτάνοντας στον βαθμό του διευθυντή ερευνών πρώτης τάξης (DR1). Αφού υπηρέτησα ως επίτιμος διευθυντής ερευνών, σήμερα είμαι συνταξιούχος, αν και παραμένω ενεργός στην έρευνα και τη συγγραφή, όπως πολλοί συνάδελφοι σε αυτό το στάδιο της πορείας τους.
Οι εργασίες μου επικεντρώθηκαν κυρίως στις πολιτικές δυναμικές του σύγχρονου αραβικού κόσμου και, ειδικότερα, στα ισλαμιστικά κινήματα, τα οποία επιχείρησα να αναλύσω μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό τους πλαίσιο, παρά αποκλειστικά μέσα από τις κατηγορίες της ασφάλειας ή της θρησκείας. Μεταξύ των κυριότερων έργων μου συγκαταλέγονται ιδίως τα: L’Islamisme au Maghreb : la voix du Sud (1988), L’Islamisme en face (1995), L’Islamisme à l’heure d’Al-Qaïda (2005), Comprendre l’islam politique (2016).
CP: Θα επανέλθουμε στις εργασίες σας σχετικά με το πολιτικό Ισλάμ. Πριν από αυτό, μπορείτε να μας υπενθυμίσετε τη γέννηση της ποινικής δίωξης εναντίον σας, η οποία ακολουθήθηκε από την αθώωσή σας τον Μάη του 2025, στη συνέχεια από την έφεση της Εισαγγελίας και, τέλος, από την καταδίκη σας από το Εφετείο της Αιξ-αν-Προβάνς;
FB: Η βασική αιτίαση που διατυπώθηκε εναντίον μου αφορά τις δημόσιες τοποθετήσεις μου σχετικά με τον πόλεμο στη Γάζα. Δύο μήνες μετά την 7η Οκτώβρη του 2023, ενώ η υποστήριξη ενός μέρους της δυτικής κοινής γνώμης προς την ισραηλινή επίθεση άρχιζε να φθίνει, εμφανίστηκαν πολύ απότομα κατηγορίες περί συστηματικής σεξουαλικής βίας που αποδίδονταν στους μαχητές της Χαμάς. Εκτιμώντας ότι οι κατηγορίες αυτές διαδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο στη μάχη για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, θεώρησα αναγκαίο να δημοσιοποιήσω την απάντηση της Χαμάς σε ένα άρθρο των New York Times που τις αναπαρήγαγε και τις επικύρωνε.
Εκτοτε, πολυάριθμες συζητήσεις και έρευνες επικεντρώθηκαν στην εξαιρετική αδυναμία τεκμηρίωσης αυτών των κατηγοριών, στις συνθήκες υπό τις οποίες συλλέχτηκαν ορισμένες μαρτυρίες και στην αδυναμία εξακρίβωσης των γεγονότων που αναφέρονταν. Εκτοτε, ακόμη περισσότερο το ίδιο το Ισραήλ κατηγορείται, όχι μόνο από τους New York Times αλλά και από τον ΟΗΕ, ότι χρησιμοποιεί συστηματικά τη σεξουαλική βία σε ζώνη σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διατύπωσα δημόσια τη θέση μου.
Στο πλαίσιο αυτής της δημόσιας τοποθέτησης, για να απαντήσω στις κατηγορίες περί αντισημιτισμού και αρνητισμού που μου αποδίδονταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στον Τύπο, δήλωσα ότι είχα «απείρως μεγαλύτερο σεβασμό για τους ηγέτες της Χαμάς παρά για τους ισραηλινούς ομολόγους τους». Η φράση αυτή, την οποία προφανώς εξακολουθώ να υποστηρίζω πλήρως μέχρι και σήμερα, εξέφραζε μια πολιτική και ηθική αξιολόγηση της αντίστοιχης συμπεριφοράς των εμπλεκόμενων στη σύγκρουση· έγινε ένα από τα κεντρικά στοιχεία της δικογραφίας που σχηματίστηκε εναντίον μου.
Κατόπιν μήνυσης που κατατέθηκε ιδίως από την Ευρωπαϊκή Εβραϊκή Οργάνωση, τέθηκα υπό αστυνομική κράτηση στις 9 Ιούλη του 2024, επί αρκετές ώρες. Στη συνέχεια ασκήθηκε σε βάρος μου δίωξη για υπεράσπιση της τρομοκρατίας.
Το Πλημμελειοδικείο με αθώωσε σε πρώτο βαθμό, εκτιμώντας ότι δεν συνέτρεχαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ωστόσο, η Εισαγγελία άσκησε έφεση και το Εφετείο της Αιξ-αν-Προβάνς υιοθέτησε τελικά διαφορετική εκτίμηση.
Θεωρώ βεβαίως, από την πλευρά μου, ότι η απόφαση αυτή εντάσσεται σε ένα πολιτικό και δικαστικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται εμφανώς από μια ιδιαίτερα μονομερή προσχώρηση του δικαστικού μηχανισμού στις απόψεις της εκτελεστικής εξουσίας και, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό, από την προσχώρηση των απόψεων της εκτελεστικής εξουσίας… στο μονοπώλιο της ισραηλινής αφήγησης.
Θα ήθελα, τέλος, να υπενθυμίσω ότι απέχω πολύ από το να είμαι ο μόνος γάλλος πολίτης που βρέθηκε στο στόχαστρο της δικαστικής εκστρατείας που ξεκίνησε αμέσως μετά την 7η Οκτώβρη του 2023. Αρκετές εκατοντάδες άτομα διώχτηκαν για «υπεράσπιση της τρομοκρατίας».
Πολλοί από αυτούς είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι προέρχονταν από τον μουσουλμανικό πολιτισμικό χώρο ή ήταν μουσουλμανικού θρησκεύματος και ότι είχαν συνδέσει τα γεγονότα της 7ης Οκτώβρη με το ευρύτερο ζήτημα της αντίστασης στην κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών.
Χωρίς να υποτιμώ το προσωπικό βάρος και τις συνέπειες αυτών των διώξεων, υιοθετώ ευχαρίστως την ειρωνική διατύπωση ενός συναδέλφου που μου έγραφε: «Σήμερα, όποιος δεν διώκεται για υπεράσπιση της τρομοκρατίας ίσως έχασε κάτι από την εποχή του». Αυτό το σκωπτικό σχόλιο αποδίδει, με το δικό του τρόπο, τον εξαιρετικό χαρακτήρα της περιόδου που διανύουμε.
CP: Πρόκειται να ασκήσετε αναίρεση;
FB: Ναι, πρόκειται να ασκήσω αναίρεση, παρότι τόσο οι συνήγοροί μου όσο και εγώ διατηρούμε ελάχιστες αυταπάτες ως προς την έκβαση αυτής της διαδικασίας.
Πράγματι, στο παλαιστινιακό ζήτημα, το Ακυρωτικό Δικαστήριο έχει ήδη δώσει σαφή ένδειξη του προσανατολισμού του.
Με απόφαση που εξέδωσε τον Μάρτη του 2026 στην υπόθεση Mohamed Makni, επικύρωσε την ερμηνεία που είχαν υιοθετήσει τα κατώτερα δικαστήρια, σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα της 7ης Οκτ’ωβρη του 2023 πρέπει να εξετάζονται ανεξάρτητα από το ευρύτερο πλαίσιο της κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών.
Η ερμηνεία αυτή τείνει να αποκλείει από τη δικαστική συζήτηση κάθε ιστορική ή πολιτική τοποθέτηση του ζητήματος στο πλαίσιό του.
Ακριβώς αυτό το σημείο βρίσκεται στον πυρήνα της δικής μου υπόθεσης. Ο νόμος του 2014 για την υπεράσπιση της τρομοκρατίας είχε θεσπιστεί για την καταπολέμηση της τζιχαντιστικής προπαγάνδας και των προσπαθειών στρατολόγησης από ομάδες όπως το Ντάες [ISIS]. Η εφαρμογή του σε αναλύσεις ή δημόσιες τοποθετήσεις που αφορούν μια διεθνή σύγκρουση συνιστά προφανώς εκτροπή από τον αρχικό σκοπό του.
Την ανάλυση αυτή συμμερίζονται, εξάλλου, αρκετές προσωπικότητες που συμμετείχαν στη διαμόρφωση ή στην εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας, μεταξύ των οποίων ο Bernard Cazeneuve, καθώς και ο δικαστής Marc Trévidic.
Προφανώς δεν αποκλείω το ενδεχόμενο το Ακυρωτικό Δικαστήριο να υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση και να υπενθυμίσει τα όρια που οφείλει το δίκαιο να επιβάλλει στην επέκταση αυτού του αδικήματος. Αν όμως, όπως φοβάμαι, η καταδίκη μου επικυρωθεί, η απόφαση αυτή θα έχει τουλάχιστον ως αποτέλεσμα να εξαντληθούν τα εσωτερικά ένδικα μέσα και να μας επιτρέψει να προσφύγουμε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Πέρα από τη δική μου προσωπική περίπτωση, το διακύβευμα είναι αν η έκφραση μιας πολιτικής ανάλυσης σχετικά με μια διεθνή σύγκρουση μπορεί να εξομοιωθεί με υποστήριξη της τρομοκρατίας ή αν εξακολουθεί να εμπίπτει στην ελευθερία της έκφρασης και στον δημοκρατικό διάλογο. Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή που, ευτυχώς, είμαστε πολλοί εκείνοι που εξακολουθούμε να θέλουμε να υπερασπιζόμαστε.
CP: Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό να διαπιστώνει κανείς ότι ένας ερευνητής πολιτικών επιστημών μπορεί να διώκεται και να καταδικάζεται για την έκφραση μιας άποψης σχετικά με ένα ζήτημα που συνδέεται άμεσα με το πεδίο της έρευνάς του. Δεν είναι αυτό ασύμβατο με τις φυσιολογικές συνθήκες άσκησης της επιστημονικής έρευνας;
FB: Για να κατανοήσει κανείς τις ρίζες αυτής της εκτροπής, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εντάξει τη σημερινή κατάσταση σε μια ευρύτερη ιστορική προοπτική, εκείνη της αποικιακής κληρονομιάς.
Η 7η Οκτωβρη του 2023 λειτούργησε ως αποκαλυπτικός παράγοντας, ακόμη και ως επιταχυντής, τάσεων που υπήρχαν ήδη εδώ και πολύ καιρό στη γαλλική πολιτική ζωή. Οπως οι επιθέσεις στο Μπατακλάν ή στη Νίκαια πριν από αυτήν, έτσι και το γεγονός αυτό συνέβαλε στην ενίσχυση δυναμικών που βρίσκονταν ήδη σε εξέλιξη, τόσο στην εσωτερική πολιτική όσο και στην εξωτερική πολιτική της Γαλλίας.
Η πρώτη από αυτές τις δυναμικές αφορά την ανάδειξη ενός νέου αποδιοπομπαίου τράγου. Πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ρόλος αυτός αποδιδόταν σε μεγάλο βαθμό στους Εβραίους της Ευρώπης. Στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησης μετατοπίστηκε σταδιακά προς τον Αραβα, στη συνέχεια προς τον Μουσουλμάνο και, γενικότερα, προς τους πληθυσμούς που προέρχονται από τον πρώην αποικιοκρατούμενο κόσμο.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής σε ένα τμήμα της γαλλικής δεξιάς και της άκρας δεξιάς, αλλά όχι μόνο. Διότι ούτε η αριστερά είναι εντελώς ξένη προς αυτό το φαινόμενο.
Απλώς το εκφράζει με διαφορετικό λεξιλόγιο. Εκεί όπου η δεξιά επικαλείται συχνά ζητήματα ταυτότητας ή ασφάλειας, ένα τμήμα της αριστεράς δικαιολογεί τη δυσπιστία του απέναντι στους μουσουλμάνους στο όνομα της υπεράσπισης της κοσμικότητας και των δημοκρατικών αξιών. Ωστόσο, η επιχειρηματολογία αυτή μου φαίνεται εύθραυστη, ιδίως επειδή εφαρμόζεται με πολύ άνισο τρόπο, ανάλογα με τις θρησκείες ή τις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Ενδεικτικά, η υπεράσπιση της κοσμικότητας σπανίως προβάλλεται όταν πρόκειται να αξιολογηθούν οι πολιτικές του κράτους του Ισραήλ ή η υποστήριξη που αυτές λαμβάνουν από ένα μέρος των εβραϊκών κοινοτήτων της Δύσης, παρότι οι πρόσφατες εξελίξεις στην πολιτική ζωή του Ισραήλ έχουν ενισχύσει το βάρος των θρησκευτικών αναφορών στους θεσμούς ενός κράτους που έχει καταστεί πρόσφατα πολύ σαφώς θεοκρατικό.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι το ρήγμα που διατρέχει σήμερα τη γαλλική κοινωνία είναι λιγότερο θρησκευτικό παρά μετααποικιακό. Δεν πρόκειται για μια απλή αντιπαράθεση μεταξύ πεποιθήσεων ή πνευματικών παραδόσεων. Αντανακλά, σε βαθύτερο επίπεδο, τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ορισμένες δυτικές ελίτ να αποδεχτούν πλήρως την πολιτική, πολιτισμική και συμβολική ισότητα των λαών που υπήρξαν κάποτε αποικιοκρατούμενοι.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ακαδημαϊκή ελευθερία αποδυναμώνεται σοβαρά.
Η επιστημονική έρευνα θα έπρεπε ακριβώς να αποτελεί το χώρο όπου μπορεί κανείς να εξετάζει σύνθετες πραγματικότητες, ακόμη και όταν αυτές διαταράσσουν τις κυρίαρχες βεβαιότητες. Οταν ένας ερευνητής κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις όχι για μεθοδολογικά σφάλματα αλλά για τα συμπεράσματα στα οποία τον οδηγεί η ανάλυσή του, τότε απειλείται η ίδια η ποιότητα του πνευματικού διαλόγου.
CP: Ποιες ήταν οι κυριότερες αντιδράσεις των συναδέλφων σας; Σας παρείχαν την αναγκαία υποστήριξη;
FB: Οι αντιδράσεις ήταν πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και πρέπει να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα.
Ας αρχίσουμε από το CNRS. Το ίδρυμα παρέμεινε σχεδόν σιωπηλό καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της υπόθεσης. Η στάση αυτή δεν διαφέρει πολύ από εκείνη που είχε υιοθετήσει και σε άλλες πρόσφατες αντιπαραθέσεις σχετικές με την έρευνα για το Ισλάμ ή τον αραβικό κόσμο.
Οταν ορισμένοι από τους οικείους μου επιχείρησαν να εξασφαλίσουν μια δημόσια τοποθέτηση, προσέκρουσαν σε δύο βασικά επιχειρήματα: αφενός, ότι πλέον είμαι συνταξιούχος· αφετέρου, ότι πρόκειται για δικαστική υπόθεση στην οποία το ίδρυμα δεν έχει λόγο να παρέμβει.
Τα επιχειρήματα αυτά μου φαίνονται ελάχιστα πειστικά. Πρώτο, επειδή ορισμένες από τις εργασίες που αποτέλεσαν στόχο των επιθέσεων εναντίον μου (πέρα από την κύρια κατηγορία, κατηγορήθηκα ότι δημοσίευσα έναν «πανηγυρικό» της Χαμάς, ενώ επρόκειτο απλώς για απόσπασμα από το απολύτως αναλυτικό έργο μου Comprendre l’Islam politique) αφορούσαν κείμενα που είχαν δημοσιευτεί όταν ήμουν ακόμη εν ενεργεία. Δεύτερο, επειδή υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην παρέμβαση σε μια δικαστική διαδικασία και στη δημόσια υπεράσπιση των θεμελιωδών αρχών της ακαδημαϊκής ελευθερίας όταν αυτές αμφισβητούνται.
Γνώρισα ένα CNRS περισσότερο πρόθυμο να διακηρύσσει και να υπερασπίζεται την πνευματική του ανεξαρτησία. Θυμόμαστε, ιδίως, την αντίδρασή του όταν η υπουργός Frédérique Vidal είχε ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας γι’ αυτό που αποκαλούσε «ισλαμοαριστερισμό» στα πανεπιστήμια.
Τότε το ίδρυμα είχε αντιτάξει μια σαφή άρνηση. Σήμερα, το κλίμα μου φαίνεται αισθητά διαφορετικό.
Οσον αφορά τους συναδέλφους μου ερευνητές και πανεπιστημιακούς, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη. Είμαι πεπεισμένος ότι η πλειονότητά τους βρίσκεται, επί της ουσίας, πιο κοντά στις δικές μου αναλύσεις παρά σε εκείνες των κατηγόρων μου. Ομως άλλο είναι να συμμερίζεται κανείς μια άποψη και άλλο να την εκφράζει δημόσια.
Από το 2023 έχει εγκαθιδρυθεί ένα κλίμα έντονης πίεσης στα πανεπιστήμια και στους ερευνητικούς οργανισμούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν επιβληθεί πειθαρχικές κυρώσεις για δημόσιες τοποθετήσεις που, εντούτοις, ήταν μετριοπαθείς. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολλοί συνάδελφοι διστάζουν να εκτεθούν δημόσια.
Ορισμένοι μου το είπαν πολύ απλά: έχουν μια σταδιοδρομία να προστατεύσουν, επαγγελματικές ή οικογενειακές ευθύνες που τους επιβάλλουν να είναι προσεκτικοί.
Δεν τους το καταλογίζω ως μομφή. Πέρα όμως από αυτή τη συγκυριακή επιφυλακτικότητα, υπάρχει πράγματι μια βαθύτερη διαφωνία, που αφορά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό το πολιτικό Ισλάμ.
Ενα σημαντικό μέρος των γάλλων διανοούμενων έχει επιτελέσει, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, μια πραγματική προσπάθεια αποκέντρωσης της οπτικής του απέναντι στον αραβικό κόσμο. Πολλοί αναγνώρισαν τη νομιμότητα των εθνικιστικών κινημάτων και, τουλάχιστον εν μέρει, των λογικών της αποαποικιοποίησης, και διαμόρφωσαν με τη νέα πολιτική γενιά μια σχέση κατανόησης και σεβασμού.
Αντίθετα, η ίδια αυτή προσπάθεια πολύ σπανιότερα πραγματοποιείται όταν πρόκειται για τα κινήματα που συχνά διαδέχτηκαν εκείνη την εθνικιστική περίοδο και αντλούν την αναφορά τους από το Ισλάμ.
Πολλοί διανοούμενοι αποδέχονται πλήρως την πολιτισμική ή εθνική ετερότητα των αραβικών κοινωνιών, αλλά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την πολιτική έκφραση της θρησκευτικής τους αναφοράς. Εκεί βρίσκεται ένα ουσιώδες πνευματικό όριο, το οποίο πολλοί δεν έχουν ακόμη υπερβεί.
Για να καταδείξω την ύπαρξη αυτού του ορίου, μου αρέσει να αναφέρομαι στον Jean Lacouture, δημοσιογράφο και συγγραφέα που έχει εκφραστεί εκτενώς για αυτή την περιοχή του κόσμου. Οταν τον συνάντησα στο Κάιρο, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, την εποχή που το αλγερινό FIS έκανε την εμφάνισή του στην πολιτική σκηνή, μου είπε: «Μη μου ζητάτε περισσότερα απ’ όσα μπορώ να δώσω. Εφτασα μέχρι τον Νάσερ! Δεν μπορώ να πάω πιο πέρα». Το «πιο πέρα» σήμαινε: «Κατάφερα να οικοδομήσω μια σχέση αναγνώρισης με τη γενιά των λεγόμενων κοσμικών Αράβων. Μη μου ζητάτε να φτάσω μέχρι τους ισλαμιστές».
Η διαφωνία αυτή εξηγεί εν μέρει τη σχετική απομόνωση της θέσης μου. Από τις πρώτες μου κιόλας εργασίες για το πολιτικό Ισλάμ, υπερασπιζόμουν πάντοτε την ιδέα ότι τα λεγόμενα ή στιγματιζόμενα ως «ισλαμιστικά» κινήματα έπρεπε να αναλύονται ως πολιτικοί δρώντες, ενταγμένοι σε μια ιστορία και σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, και όχι ως μια απλή θρησκευτική ή σχετική με ζητήματα ασφάλειας παθολογία.
Η προσέγγιση αυτή με οδήγησε να αμφισβητήσω τη συστηματική ποινικοποίηση του συνόλου αυτών των ισλαμιστικών ρευμάτων και να προκρίνω μια κατά βάση ταυτοτική και πολιτική ερμηνεία των συνθηκών υπό τις οποίες αναδύθηκαν.
Ωστόσο, η ερμηνεία αυτή παραμένει μέχρι σήμερα μειοψηφική. Προσκρούει σε αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες και ισχυρά «προωθούμενες», τόσο από τις δυτικές ελίτ όσο και από μεγάλο μέρος των αραβικών κυβερνητικών ελίτ, καθώς και από τον ισχυρό ισραηλινό παράγοντα, ο οποίος επιδιώκει να «αποπολιτικοποιήσει» και να «θρησκειοποιήσει» (οι Παλαιστίνιοι μάς αντιστέκονται επειδή είναι μουσουλμάνοι) την αντίσταση που ο εδαφικός επεκτατισμός του αναπόφευκτα γεννά.
Επομένως, κάθε ερευνητής που αμφισβητεί αυτές τις κυρίαρχες κατηγορίες εκτίθεται αναπόφευκτα σε αντιστάσεις, άλλοτε ακαδημαϊκές, άλλοτε δημοσιογραφικές, άλλοτε πολιτικές.
Δεν θεωρώ, επομένως, ότι οι αντιδράσεις που προκάλεσα αφορούν αποκλειστικά τη δική μου προσωπική περίπτωση. Αποκαλύπτουν επίσης τα σημερινά όρια του γαλλικού πνευματικού διαλόγου γύρω από το πολιτικό Ισλάμ, την Παλαιστίνη και, ευρύτερα, τις σύγχρονες κληρονομιές της αποαποικιοποίησης.
CP: Γενικότερα, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η καταδίκη σας αντανακλά μια θεσμική λογοκρισία απέναντι στο είδος της έρευνας που διεξάγετε; Και ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής σε αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται ακαδημαϊκή ελευθερία;
FB: Δεν θα το έθετα με αυτούς τους όρους. Η καταδίκη αυτή αποτελεί έκφραση μιας διπλής εκτροπής των κυρίαρχων ελίτ της γαλλικής κοινωνίας. Αφενός, της υποταγής του δικαστή στην εκτελεστική εξουσία. Αφετέρου, και ακόμη σοβαρότερα, αποτυπώνει τη θεαματική εξέλιξη της γαλλικής πολιτικής και την ολοένα και πιο εμφανή υποταγή της σε μια ξένη δύναμη.
Βεβαίως, η Γαλλία δεν χρειάστηκε το Ισραήλ για να υιοθετήσει μια ισλαμοφοβική ιδεολογική μήτρα. Η αδυναμία της να υπερβεί τη δική της αποικιακή φαντασιακή συγκρότηση ήταν αρκετή. Υπάρχουν όμως πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες φαίνεται καθαρά ότι αυτή η ιδεολογική μήτρα, προϋπάρχουσα μέσα στη δική της ιστορική εξέλιξη, ενεργοποιήθηκε —θέλω να πω επιδεινώθηκε— από πολιτικές υποδείξεις που προήλθαν πολύ άμεσα από το ισραηλινό στρατόπεδο.
Ο τρόπος με τον οποίο η φιλοϊσραηλινή βουλευτής Caroline Yadan καυχιέται ότι υπαγόρευσε το λεξιλόγιό της στον υπουργό Εξωτερικών Emmanuel Barrot αποτελεί ένα παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων. Ο τρόπος με τον οποίο οι ηγετικές ελίτ του Σοσιαλιστικού Κόμματος, από τον François Hollande μέχρι τον Manuel Valls, εξομάλυναν πλήρως την υποστήριξή τους προς την ισραηλινή υπεροχή αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα.
CP: Το ζήτημα αυτό θα απαιτούσε εκτενή ανάπτυξη, αλλά θεωρείτε ότι οι ισλαμικές οργανώσεις στην Παλαιστίνη είναι πρωτίστως πολιτικές οργανώσεις; Είναι ασφαλώς δύσκολο να διαχωριστεί η θρησκευτική διάσταση στις στρατηγικές και τακτικές αποφάσεις, καθώς και στις οργανωτικές διαδικασίες.
FB: Το ερώτημα αυτό με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, διότι αγγίζει τον πυρήνα των εργασιών μου. Πράγματι, εδώ και πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα έχω επιχειρήσει να αποδομήσω την αποκλειστικά «θρησκευτική» πρόσοψη, κατά τη γνώμη μου καρικατουρίστικη, που αποδίδεται στα ισλαμιστικά ρεύματα από όλους εκείνους (καθεστώτα ή αριστερούς ανταγωνιστές) που φοβούνται την ικανότητά τους να κινητοποιούν.
Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 πρότεινα να θεωρηθεί ότι η λειτουργικότητα του «ισλαμικού λεξιλογίου» στην πολιτική προερχόταν λιγότερο από τη «θρησκευτική» ή «ιερή» διάστασή του και περισσότερο από την «ενδογενή», «home made», δηλαδή μη «εισαγόμενη», διάστασή του.
Πιστεύω ότι απέδειξα την εξαιρετική πλαστικότητα της χρήσης αυτού του «ισλαμικού λεξιλογίου», το οποίο χρησιμοποιήθηκε αδιακρίτως από τον Τούρκο Erbakan και τους Ταλιμπάν, όπως λέγαμε τη δεκαετία του 1980… ή από τον «Γκανούσι και τον Μπαγκντάντι» (έναν από τους ιδρυτές του ISIS) κατά τη δεκαετία του 2000.
Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας μου είναι ότι η δημοτικότητα του ισλαμικού λεξιλογίου οφείλεται στο ότι αποτελεί τη γλώσσα της «τοπικής και ενδογενούς» κουλτούρας, η οποία αντιστάθηκε στη δυτική ιδεολογική παρέμβαση. Και ότι αυτή η δυναμική επιτελεί τον πολύ συνηθισμένο ρόλο της «προέκτασης, στο πολιτισμικό και συμβολικό πεδίο», της δυναμικής επανατοποθέτησης απέναντι στη Δύση, η οποία εκφράστηκε αρχικά στο πολιτικό πεδίο και εντός των ορίων του πολιτικού μέσω των «ανεξαρτησιών» και συνεχίστηκε στο οικονομικό πεδίο μέσω των «εθνικοποιήσεων».
Hδη από το 1988 χρησιμοποίησα αυτή τη μεταφορά, παρουσιάζοντας τη δυναμική της «ισλαμοποίησης» του λεξιλογίου των λαών του «Νότου» ως «το τρίτο στάδιο του πυραύλου της αποαποικιοποίησης». Oμως αυτή η θέση χρειάζεται πολύ χρόνο για να περάσει το κατώφλι των μέσων ενημέρωσης, όπου προτιμάται η απλουστευτική εικόνα των «θεοκρατών» και των άλλων «τρελών του Θεού», πολύ ευκολότερη να απαξιωθεί από όλους εκείνους των οποίων τα συμφέροντα ή τις φιλοδοξίες απειλούν οι «νεόπλουτοι» της πολιτικής.
CP: Κατά τη γνώμη σας, ποια θέση κατέχει το παλαιστινιακό ζήτημα στον σημερινό κόσμο;
FB: Μετά την τερατώδη δυτική αντίδραση στην 7η Οκτωβρη του 2023, εμφανίζεται περισσότερο από ποτέ ως ένα είδος turning point [σημείο καμπής] της παγκόσμιας ιστορίας. Η επιστροφή στην πρωτοκαθεδρία του δικαίου του ισχυρότερου (ή «της ζούγκλας» ή της «Αγριας Δύσης») είναι η διατύπωση που επιβάλλεται για να αποδοθεί η νέα διαφάνεια των συσχετισμών ισχύος σε πλανητική κλίμακα.
Εχει αρχίσει η περίοδος της ρητής κυριαρχίας του κανόνα των δύο μέτρων και δύο σταθμών, της αποδεδειγμένης ανικανότητας ή της άρνησης της Δύσης να τηρήσει τους κανόνες που η ίδια διατύπωσε και επί μακρόν επιδίωξε να επιβάλει στον υπόλοιπο κόσμο.
Ετσι, το οικουμενιστικό βερνίκι των πολιτικών της καταρρέει καθημερινά όλο και πιο εμφανώς. Η γλώσσα των κυρίαρχων εκφράζει πλέον ρητά αυτή την εγκατάλειψη του οικουμενισμού: χωρίς καμία αιδώ, το Ισραήλ προβάλλει πλέον τον εαυτό του όχι μόνο ως «τη μόνη δημοκρατία της Μέσης Ανατολής», αλλά και ως τον «λαό του Διαφωτισμού». Και κατατάσσει ρητά όλους τους αντιπάλους του όχι απλώς στην πλευρά του αυταρχισμού, αλλά στην πλευρά του «λαού του σκότους».
Μπροστά στα μάτια μας, παρά τις ισχυρές αντιστάσεις, η παγκόσμια ισορροπία έχει, ωστόσο, αρχίσει να απεγκλωβίζεται από τα όρια της μικρής λέσχης των κυρίαρχων, που αποτελεί από την ίδρυσή του το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Μετατοπίζεται ακατάπαυστα προς τα έδρανα της Γενικής Συνέλευσης, η οποία είναι πολύ πιο αντιπροσωπευτική της πραγματικότητας των παγκόσμιων συσχετισμών ισχύος. Αυτή η δυναμική, η οποία θα οδηγήσει στη σταδιακή εξασθένηση της ισραηλινοδυτικής υπεροχής, είναι ακαταμάχητη. Μόνο ο χρονισμός αυτής της αναπόφευκτης εξέλιξης παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί.
CP: Η καταδίκη σας θα επηρεάσει τις μελλοντικές εργασίες και δημοσιεύσεις σας;
FB: Οχι, απολύτως καθόλου. Αντιθέτως, αυτό το επεισόδιο ενίσχυσε την επιθυμία μου να γράφω και πολλαπλασιάζει τις προσκλήσεις που δέχομαι από όλους τους θεσμούς που δεν έχουν υποταχτεί στους σημερινούς κυρίαρχους, των οποίων ο υπεροχιστικός λόγος «μπάζει νερά» από παντού.
* Ο François Burgat είναι διακεκριμένος γάλλος πανεπιστημιακός, ο οποίος αφιέρωσε τη σταδιοδρομία του στη μελέτη των πολιτικών μετασχηματισμών στον αραβικό κόσμο. Διετέλεσε διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου Εγγύς Ανατολής (IFPO) στη Δαμασκό και τη Βηρυτό, καθώς και του Γαλλικού Ινστιτούτου Αρχαιολογίας και Κοινωνικών Επιστημών στη Σαναά.
Ο François Burgat απορρίπτει τον παραδοσιακό οριενταλισμό, θεωρώντας το πολιτικό Ισλάμ ως ένα κίνημα εθνικής απελευθέρωσης και ως αντίδραση στην αποικιοκρατία.
ΠΗΓΗ: Chronique de Palestine








