Η πρόσφατη δημοσιοποίηση των αναφορών του Γραφείου Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Frontex δεν αφήνει πλέον κανένα περιθώρια για εύκολες ερμηνείες ή καθησυχαστικές δικαιολογίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αυτό που αναδύεται δεν είναι μια σειρά «ατυχών περιστατικών», αλλά η σταδιακή παγίωση ενός καθεστώτος που η βία στα σύνορα δεν αποτελεί παρέκκλιση, αλλά λειτουργικό στοιχείο μιας άθλιας και απάνθρωπης μεταναστευτικής διαχείρισης.
Η υπόθεση του Ιουνίου 2023 στον Εβρο, με την επαναπροώθηση 61 αιτούντων άσυλο, καταγράφεται μέσα από μαρτυρίες που η ίδια η Frontex χαρακτηρίζει «εξαιρετικά αξιόπιστες». Περιγράφονται πρακτικές που περιλαμβάνουν ξυλοδαρμούς, σεξουαλική παρενόχληση, αφαίρεση προσωπικών αντικειμένων και βίαιη μεταφορά πίσω στην Τουρκία. Οι δράστες εμφανίζονται ως ομάδες κουκουλοφόρων, που σύμφωνα με τις καταγγελίες δρούσαν με την ανοχή —αν όχι τη συνδρομή— κρατικών αρχών. Ακόμη κι αν η Frontex προσπαθεί να χρησιμοποιήσει προσεκτική γλώσσα («third-country nationals», «shortcomings»), η ουσία δεν μεταβάλλεται: η βία είναι υλική, συστηματική και στοχευμένη.
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στο περιστατικό της Ρόδου τον Ιανουάριο 2025. Σύμφωνα με το τελικό SIR (10180/2025), περίπου 40 πρόσφυγες βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένοπλους, μασκοφόρους άνδρες, οι οποίοι πυροβόλησαν στον αέρα, καταδίωξαν το σκάφος τους και ξυλοκόπησαν άτομα με κινητικά προβλήματα για περίπου δέκα λεπτά!
Η ίδια αναφορά καταλήγει ότι είναι «πιθανό» οι μετανάστες να υπέστησαν κακομεταχείριση από προσωπικό του Λιμενικού, ενώ επισημαίνει και κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: την πλήρη αποτυχία των αρχών να προσκομίσουν ουσιαστικό οπτικοακουστικό υλικό, παρά τη σχετική υποχρέωση. Το μόνο διαθέσιμο «τεκμήριο» ήταν ένα βίντεο οκτώ δευτερολέπτων πλήρους σκοταδιού.
Αυτή η «τεχνική αδυναμία» δεν είναι άλλο ένα λαθάκι. Οπως σημειώνει η ίδια η Frontex, η απουσία αντικειμενικής τεκμηρίωσης υπονομεύει τη διαφάνεια και εμποδίζει κάθε ουσιαστική διερεύνηση, δημιουργώντας συνθήκες de facto ατιμωρησίας. Οταν η καταγραφή των επιχειρήσεων αποτελεί θεσμική υποχρέωση και παρολαυτά δεν υλοποιείται, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό· είναι βαθιά πολιτικό και αποτυπώνει την προκλητική αλαζονεία και σιγουριά των ιθυνόντων ότι μπορούν να δρουν ανενόχλητοι κάνοντας αυτά τα αίσχη.
Και αν ένα περιστατικό θα μπορούσε —υποθετικά— να θεωρηθεί μεμονωμένο, η συσσώρευση αναφορών καταρρίπτει οριστικά αυτή την αφήγηση. Τουλάχιστον τέσσερις επίσημες αναφορές της Frontex καταγράφουν παρόμοια μοτίβα: επαναπροωθήσεις, βία, εξαφάνιση αποδεικτικών στοιχείων και επαναλαμβανόμενη άρνηση των αρχών να αναγνωρίσουν ή να διερευνήσουν ουσιαστικά τα περιστατικά. Η επανάληψη δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Δεν πρόκειται για «λάθη». Πρόκειται για καθιερωμένες πρακτικές.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η δομική αντίφαση της ευρωπαϊκής συνοριακής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ενωση προβάλλει τον εαυτό της ως εγγυητή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Από την άλλη, στα σύνορά της διαμορφώνεται μια ζώνη εξαίρεσης, όπου το δίκαιο αναστέλλεται στην πράξη. Οι πρόσφυγες μετατρέπονται σε σώματα προς διαχείριση, και η βία —σωματική, ψυχολογική, διοικητική— γίνεται εργαλείο αποτροπής.
Η ίδια η γλώσσα των εκθέσεων είναι αποκαλυπτική: «shortcomings», «likely», «pattern» («ελλείψεις», «μάλλον», «μοτίβο»). Ενα λεξιλόγιο προσεκτικό, σχεδόν αποστειρωμένο, που επιχειρεί να περιγράψει μια ωμή πραγματικότητα χωρίς να συγκρουστεί ανοιχτά μ’ αυτήν. Ομως πίσω από αυτή τη γλώσσα κρύβεται μια σαφής παραδοχή: ότι τα περιστατικά επαναλαμβάνονται, ότι οι μηχανισμοί ελέγχου αποτυγχάνουν και ότι η λογοδοσία παραμένει ζητούμενο.
Το επιχείρημα κάποιων καλοθελητών ότι τα SIR δεν αποτελούν δικαστικές αποφάσεις είναι τυπικά σωστό, αλλά πολιτικά ανεπαρκές. Διότι το ζήτημα εδώ δεν είναι η τελική νομική απόδοση ευθυνών, αλλά η ίδια η ύπαρξη ενός συστήματος που παράγει συστηματικά τέτοιες καταγγελίες χωρίς αντίστοιχη θεσμική συνέπεια. Η γνώση υπάρχει. Οι αναφορές υπάρχουν. Αυτό που απουσιάζει είναι η πολιτική βούληση να ανατραπεί η κατάσταση.
Η επίκληση της «ασφάλειας» λειτουργεί ως το βασικό ιδεολογικό άλλοθι. Στο όνομα της προστασίας των συνόρων, η ΕΕ ενσωματώνει πρακτικές που αντιστρατεύονται τις αρχές που κατά καιρούς διαφημίζει και επικαλείται. Ομως η ιστορία δείχνει ότι κάθε καθεστώς εξαίρεσης, όταν παγιώνεται, δεν περιορίζεται στα σύνορα. Διαχέεται στο εσωτερικό, διαβρώνοντας κάθε ιστό αντίστασης, στοχοποιώντας πάντα τους ασθενέστερους και τους κατατρεγμένους.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα περιστατικά συνέβησαν «ακριβώς όπως περιγράφονται». Το ερώτημα είναι αν αποδεχόμαστε ένα σάπιο σύστημα όπου τέτοιες καταγγελίες επαναλαμβάνονται, ερευνώνται ανεπαρκώς και τελικά αρχειοθετούνται.
Αν αυτά δεν είναι αρκετά για να σημάνουν συναγερμό, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς τα σύνορα. Είναι το ίδιο το σύστημα που τα παράγει. Γιατί όταν η βία επαναλαμβάνεται, τεκμηριώνεται και παρολαυτά δεν τιμωρείται, δεν έχουμε «παρατυπίες». Εχουμε μηχανισμό.
Εναν μηχανισμό που υπηρετεί μια Ευρώπη–Φρούριο, χτισμένη πάνω στην εκμετάλλευση, τον αποκλεισμό και την ιεράρχηση της ανθρώπινης ζωής. Εκεί όπου οι πρόσφυγες δεν αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα δικαιωμάτων, αλλά ως πλεονάζοντες πληθυσμοί προς αποτροπή — ως σώματα που μπορούν να χτυπηθούν, να εξευτελιστούν, να εξαφανιστούν χωρίς κόστος.
Αυτός ο μηχανισμός λειτουργεί σε δυο άξονες: πρώτο, στον άξονα των συνόρων, χερσαίων και θαλάσσιων, όπου κρατικές μονάδες καταστολής διαπράττουν όλα αυτά τα αίσχη, σε πλήρη γνώση της ΕΕ. Δεύτερο, στον άξονα της γραφειοκρατίας της ΕΕ, όπου λειτουργούν κάποια υποτιθέμενα ελεγκτικά όργανα, τα οποία στηλιτεύουν υποκριτικά τις «ακρότητες», χωρίς να κάνουν τίποτα επί του πρακτέου για να εξαλειφτούν αυτές. Από τη μια το έγκλημα, από την άλλη η επικοινωνιακή του διαχείριση για ξεκάρφωμα.
Οι εκθέσεις υπάρχουν. Οι μαρτυρίες υπάρχουν. Η βία είναι καταγεγραμμένη. Αυτό που απουσιάζει δεν είναι η γνώση, αλλά η πολιτική βούληση. Γιατί η ατιμωρησία δεν είναι αδυναμία του κράτους — είναι όρος λειτουργίας του.
Στα σύνορα δεν γίνεται υπεράσπιση «εθνικών συμφερόντων». Γίνεται υπεράσπιση ενός καθεστώτος που χρειάζεται τη βία για να επιβληθεί και τη σιωπή για να διατηρηθεί. Και όσο αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται ως «κανονικότητα», τόσο το δίκαιο θα υποχωρεί μπροστά στην ισχύ.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πια αν συνέβη. Το ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από το να συνεχίζεται. Και η απάντηση δεν βρίσκεται στα σύνορα — βρίσκεται στον ίδιο τον πυρήνα της αστικής εξουσίας.
Τα έγγραφα της Frontex διαθέσιμα στο
https://prd.frontex.europa.eu/document/serious-incident-reports-cat-1-2/
10180.2025_Final SIR__redacted2







