Πριν δυο εβδομάδες, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση του προσχέδιου Λοβέρδου για το νέο Ασφαλιστικό, γράψαμε: «Η σύνταξη δεν θα υποστεί απλά μείωση, αλλά συρρίκνωση. Μετά βίας θα φτάνει στο 1/4 της σημερινής σύνταξης». Μολονότι ο υπολογισμός αυτός ήταν καθαρά προσεγγιστικός (στηρίχτηκε στην εφαρμογή του κριτηρίου όλου του συντάξιμου εργασιακού βίου, που δεν μπορούσαμε να υπολογίσουμε ακριβώς, διότι δεν είχαμε τη δυνατότητα να μελετήσουμε παραδείγματα), δεν ήταν καθόλου μακριά από την πραγματικότητα, όπως αποδεικνύεται πλέον από τη μελέτη συγκεκριμένων παραδειγμάτων.
Στον Πίνακα 1 φαίνεται καθαρά, για τρεις περιπτώσεις εργαζόμενων που μελετήσαμε, ότι οι συντάξεις που θα πάρουν με το νέο σύστημα θα είναι μειωμένες σε ποσοστά που κυμαίνονται μεταξύ 80,63% και 78,29%. Δηλαδή, η αναλογική σύνταξη του νέου συστήματος θα κυμαίνεται περίπου στο 1/5 της σημερινής. Στον πίνακα αυτό φαίνεται καθαρά τι περιμένει αυτούς που θα βγουν στη σύνταξη μέχρι το 2028 και θα έχουν 16 χρόνια με το νέο σύστημα. Φυσικά, γι’ αυτούς που θα βγουν τα επόμενα χρόνια, χρόνο με το χρόνο η σύνταξη θα πέφτει ολοένα και περισσότερο.
Στο παράδειγμά μας πήραμε τρεις κατηγορίες εργαζόμενων που πληρώνονται με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ανύπαντρος χωρίς τριετίες, ανύπαντρος με πέντε τριετίες, παντρεμένος, χωρίς παιδί, με πέντε τριετίες). Επιλέξαμε εργαζόμενους που πληρώνονται με την ΕΓΣΕΕ, διότι η ΕΓΣΣΕ είναι ένα στάνταρ παράδειγμα, ενώ οι κλαδικές συμβάσεις είναι άπειρες. Αλλωστε, παραδείγματα μελετήσαμε, για να μπορέσουμε να συγκρίνουμε τη σύνταξη με το ισχύον σύστημα και με το νέο σύστημα που θέλει να θεσπίσει η κυβέρνηση. Οι συγκρίσεις θα είναι στα ίδια επίπεδα και για τους εργαζόμενους που πληρώνονται με κλαδικές συμβάσεις. Αλλωστε, αν πάρουμε υπόψη μας και τα τελευταία μέτρα, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι θα στριμώχνονται στα επίπεδα της ΕΓΣΕΕ και η διαφορά ανάμεσα στις Κλαδικές και την ΕΓΣΕΕ θα μειώνεται.
Το συμπέρασμα είναι αυτό που μετράει. Δεν έχουμε απλά πετσόκομμα συντάξεων, έχουμε εξάτμιση των συντάξεων. Δείτε τα αποτελέσματα στον πίνακα. Ανύπαντρος χωρίς τριετίες, με 4.800 ημέρες ασφάλισης, «δικαιούται» με το σημερινό σύστημα σύνταξη 337,26 ευρώ, ενώ με το νέο σύστημα θα «δικαιούται» μόνο 65,33 ευρώ! Με τον ίδιο αριθμό ημερών ασφάλισης, ανύπαντρος με 5 τριετίες, που θα «δικαιούνταν» με το ισχύον σύστημα σύνταξη 352,73 ευρώ, θα «δικαιούται» με το νέο σύστημα μόλις 73,56 ευρώ. Παντρεμένος με 5 τριετίες, πάντα με 4.800 ένσημα, θα «δικαιούνταν» σύνταξη 352,73 ευρώ και με το νέο σύστημα θα «δικαιούται» 76,82 ευρώ!
Δείτε το και αυτοτελώς, χωρίς καμιά σύγκριση. 16 χρόνια δουλειάς, 16 χρόνια ασφαλιστικών εισφορών και να σου λένε ότι η σύνταξη που «δικαιούσαι» δεν φτάνει τα 80 ευρώ το μήνα!
(Διευκρινίζουμε τα εισαγωγικά στη λέξη «δικαιούται». Αναφερόμαστε σ’ αυτό που το σύστημα –ισχύον και νέο– ονομάζει «οργανική» σύνταξη. Υποτίθεται ότι μόνο αυτό το τμήμα «δικαιούται» ο εργαζόμενος, με βάση τις ασφαλιστικές εισφορές του, ενώ το υπόλοιπο, μέχρι τη σημερινή κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ ή μέχρι τα 15 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, που θέτει σαν βάση το νέο σύστημα, του τα δίνει το… φιλεύσπαχνο κράτος, ως «προνοιακή» παροχή. Ο εργαζόμενος που παράγει όλο τον κοινωνικό πλούτο, ο εργαζόμενος που επιπρόσθετα είναι το υποζύγιο της φορολογίας, δεν πρέπει να δεχτεί να του μιλούν για «οργανικό» και «προνοιακό» κομμάτι της σύνταξης. Αυτοί που μας κλέβουν τα πάντα δε μπορεί να μας ζητούν και τα ρέστα).
Τα παραδείγματα που μελετήσαμε αφορούν εργαζόμενους που βγαίνουν στη σύνταξη μετά από 16 χρόνια δουλειά (4.800 ένσημα). Δεν πρόκειται για κανένα εξωπραγματικό χρονικό διάστημα. Είναι ένας χρόνος πάνω από το ελάχιστο όριο με το οποίο παίρνει κάποιος σήμερα σύνταξη (4.500 ένσημα ή 15 πλήρη έτη). Ενα πολύ μεγάλο ποσοστό των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα εκεί κυμαίνεται. Και όσο περνάει ο καιρός, με την ανεργία, τη μερική απασχόληση, την υποαπασχόληση, το ποσοστό αυτό γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Σημειώνουμε όμως και πάλι ότι πρόκειται απλώς για ένα παράδειγμα ενδεικτικό της εξάτμισης των συντάξεων.
Η περίοδος αναφοράς είναι από το 1994 μέχρι και το 2009. Δηλαδή, 16 συνεχή έτη πλήρους απασχόλησης, σε μια περίοδο για την οποία έχουμε στοιχεία. Δε μπορούσαμε να μελετήσουμε μια μελλοντική περίοδο, για την οποία δεν υπάρχουν δεδομένα. Φυσικά, στην πραγματική ζωή ένας εργαζόμενος μπορεί να φτάσει στα 65, να έχει 4.800 ένσημα, αυτά όμως να τα έχει κάνει μέσα σε μια 40ετία ή 35ετία.
Γι’ αυτά τα 16 συνεχή χρόνια, λοιπόν, από το 1994 μέχρι και το 2009, υπολογίσαμε όλα τα δεδομένα που καθορίζουν το ύψος της σύνταξης και βρήκαμε την ίδια τη σύνταξη, πρώτα με το ισχύον σύστημα (από 1.1.1993 βάση υπολογισμού είναι η τελευταία πενταετία) και κατόπιν με το νέο σύστημα.
Οπως γράψαμε στα δυο προηγούμενα φύλλα της «Κ», η σύνταξη είναι το γινόμενο δυο παραγόντων: των συντάξιμων αποδοχών και του ποσοστού αναπλήρωσης. Ας δούμε πως κινούνται αυτοί οι παράγοντες με βάση το ισχύον σύστημα και με το νέο σύστημα.
Με το ισχύον σύστημα, οι συντάξιμες αποδοχές έχουν σαν βάση υπολογισμού την τελευταία πενταετία. Συγκεκριμένα, παίρνεται ο μέσος όρος των αποδοχών της τελευταίας πενταετίας, αφού πρώτα οι αποδοχές κάθε έτους αναπροσαρμοστούν με ένα ορισμένο συντελεστή.
Αυτός ο συντελεστής καθορίζεται αυθαίρετα, χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, από τις κυβερνήσεις. Η αυθαιρεσία έγκειται στο ότι κριτήριό τους είναι να ρίξουν τον τελικό μέσο όρο, για να μειώσουν τελικά τη σύνταξη. Στον Πίνακα 2 κάνουμε μια σύγκριση των συντελεστών αναπροσαρμογής που ισχύουν σήμερα και αυτών που θέλει να θεσπίσει η κυβέρνηση στο πλαίσιο του νέου συστήματος. Με το ισχύον σύστημα οι συντελεστές αναπροσαρμογής υπολογίζονται βάσει ενός μαθηματικού τύπου. Με το νέο σύστημα θα καθορίζονται από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, στην οποία προστίθεται ένας συντελεστής 0,06%. Δεν θέλουμε να σας μπλέξουμε με λεπτομέρειες. Αναφέρουμε αυτά τα δεδομένα, για να μη μας πει κανείς ότι κάναμε αυθαίρετους υπολογισμούς. Οι υπολογισμοί μας έγιναν με ακρίβεια και ως προς το ισχύον σύστημα και ως προς το νέο σύστημα (με βάση τις μεταβολές του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για όλη την περίοδο 1994 – 2009). Πήραμε υπόψη και την τελευταία λεπτομέρεια, όπως για παράδειγμα ότι από το 2002 στις συντάξιμες αποδοχές δεν υπολογίζονται δώρα και επίδομα αδείας.
Εκείνο που μετράει είναι το αποτέλεσμα. Η σύγκριση δείχνει καθαρά πως οι συντελεστές προσαρμογής με το νέο σύστημα μειώνονται, με αποτέλεσμα να μειώνεται ο μέσος όρος. Εδώ έχουμε 16ετία. Αν πάμε σε όλο τον εργασιακό βίο, που θα ισχύει με το νέο σύστημα, το αποτέλεσμα θα είναι χειρότερο για το μέσο όρο. Μηχανεύτηκαν ένα καινούργιο σύστημα αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών για κάθε χρόνο, προκειμένου να ρίξουν το μέσο όρο. Το αποτέλεσμα φαίνεται καθαρά στα τρία παραδείγματα του Πίνακα 1. Για την ίδια περίοδο, για τον ίδιο εργαζόμενο (π.χ. ανύπαντρος χωρίς τριετίες), ο μέσος όρος με το ισχύον σύστημα είναι 763,14 ευρώ και με το νέο σύστημα πέφτει στα 582,30 ευρώ. Δηλαδή, ο μέσος όρος πέφτει περίπου κατά 24%. Αυτό γίνεται για δυο λόγους. Πρώτο, επειδή η βάση υπολογισμού στο ισχύον σύστημα είναι η τελευταία πενταετία, ενώ στο νέο γίνεται ολόκληρος ο εργασιακός βίος, και δεύτερο γιατί οι συντελεστές αναπροσαρμογής με το νέο σύστημα είναι χειρότεροι και ρίχνουν το μέσο όρο.
Αν ρίξετε μια προσεκτική ματιά στον Πίνακα 3, θα καταλάβετε γιατί συμβαίνει αυτό. Παραθέτουμε τις αναπροσαρμοσμένες αποδοχές κάθε χρόνου, όπως προβλέπεται από το νέο σύστημα. Ξεκινήστε από το 1994 και φτάστε στο 2009 και θα διαπιστώσετε ότι οι διαφορές είναι τεράστιες, με αποτέλεσμα ο μέσος όρος αποδοχών να πέφτει πολύ χαμηλά. Θυμίζουμε ότι παλιότερα ως συντάξιμες αποδοχές παιρνόταν ο τελευταίος μισθός (δείτε τη διαφορά για να καταλάβετε). Στη συνέχεια θεσπίστηκε η τελευταία διετία και μετά, με το νόμο Σιούφα η πενταετία, για να προωθείται τώρα το σύνολο του εργασιακού βίου.
Παρεμπιπτόντως, σημειώνουμε ότι ήδη η εφαρμογή της τελευταίας πενταετίας από 1.1.1993 (νόμος Σιούφα) ρίχνει τις συντάξιμες αποδοχές. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του ανύπαντρου χωρίς τριετίες, η εφαρμογή του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας ρίχνει τις ετήσιες συντάξιμες αποδοχές κατά 570 ευρώ και τις μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές κατά 47,50 ευρώ! Δηλαδή, η εφαρμογή της πενταετίας έκοψε από τη σύνταξη ενός χαμηλοσυνταξιούχου πάνω από 30 ευρώ το μήνα. Ολες οι τεχνικές που εφαρμόζονται, όλα τα αριθμητικά τρικ αυτό το στόχο έχουν. Να διαμορφώσουν μηχανισμούς μείωσης της σύνταξης. Απλά, το νέο σύστημα που προσπαθεί να περάσει η κυβέρνηση Παπανδρέου, ξεπερνά κάθε προηγούμενο σε ταξικό μίσος και ληστρική έναντι των εργαζόμενων και συνταξιούχων διάθεση.
Αφού είδαμε πως έχει η πραγματικότητα με τις συντάξιμες αποδοχές, μπορούμε να σχολιάσουμε ξανά τα ψέματα που αράδιασε ο Α. Λοβέρδος, γραπτώς μάλιστα, όταν παρουσίασε το προσχέδιό του.
Εδωσε έναν πίνακα με παραδείγματα, από τα οποία έβγαινε ότι οι περισσότερες συντάξεις θα αυξηθούν. Ελεγε, για παράδειγμα:
– Συντάξιμες αποδοχές 775 ευρώ, 30 χρόνια: Ισχύον: 495,7 ευρώ – Νέο: 529,7 ευρώ (+6,86%).
– Συντάξιμες αποδοχές 1050 ευρώ, 25 χρόνια: Ισχύον: 525 ευρώ – Νέο: 566 ευρώ (+7,9%).
– Συντάξιμες αποδοχές 1650 ευρώ, 35 χρόνια: Ισχύον: 1155 ευρώ – Νέο: 1071 ευρώ (-7,2%).
– Συντάξιμες αποδοχές 1650 ευρώ, 40 χρόνια: Ισχύον: 1155 ευρώ – Νέο: 1293 ευρώ (+12%).
Με βάση όσα έχουμε πει μέχρι τώρα, η απατεωνιά φαίνεται πεντακάθαρα. Κάνει υπολογισμούς με τις ίδιες συντάξιμες αποδοχές, είτε πρόκειται για το ισχύον είτε πρόκειται για το νέο σύστημα. Ενώ βλέπουμε καθαρά πόσο τεράστιες είναι οι διαφορές στο επίπεδο των συντάξιμων αποδοχών ανάμεσα στο ισχύον και το νέο σύστημα (π.χ. στην περίπτωση ανύπαντρου με 5 τριετίες, το ισχύον σύστημα βγάζει συντάξιμες αποδοχές 928,25 ευρώ, ενώ το νέο σύστημα θα βγάζει συντάξιμες αποδοχές 655,58 ευρώ, δηλαδή μείωση σχεδόν 30%!). Κι από πάνω προσθέτει και τη βασική σύνταξη των 360 ευρώ, που όπως έχουμε αποκαλύψει θα δοθεί αυστηρά με εισοδηματικά κριτήρια, όπως ρητά αναφέρεται στο δωσιλογικό Μνημόνιο.
Μ’ αυτές τις ψευτιές ο υπουργός Εργασίας παρουσίασε ένα νέο ασφαλιστικό σύστημα το οποίο θα δώσει συντάξεις μεγαλύτερες από τις σημερινές στη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων!
Πέρα από τα παραπάνω, όμως, ο Λοβέρδος έκανε τους κάλπικους υπολογισμούς του κρύβοντας μια ουσιαστικότατη διάταξη του δικού του προσχέδιου, που αναφέρει: «Το συνολικό ποσό σύνταξης που προκύπτει… δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης που προβλέπεται από καταστατικές ή γενικές διατάξεις νόμων για τους έως 31.12.1992 και από 1.1.1993 ασφαλισμένους αντίστοιχα». Παρουσίασε παραδείγματα κάλπικα, που δείχνουν αύξηση συντάξεων με το νέο σύστημα, όταν στο προσχέδιό του απαγορεύεται οποιαδήποτε αύξηση (αυτό το πλαφόν τέθηκε σαν ασφαλιστική δικλείδα).
Οπως ήδη είπαμε, ο δεύτερος παράγοντας που παίρνει μέρος στον υπολογισμό της σύνταξης είναι το ποσοστό αναπλήρωσης. Το ποσοστό αναπλήρωσης είναι ένας συντελεστής με τον οποίο πολλαπλασιάζονται οι συντάξιμες αποδοχές και βγαίνει η σύνταξη. Το ποσοστό αναπλήρωσης είναι συνάρτηση της ασφαλιστικής κλάσης και των ημερών ασφάλισης που έχει πραγματοποιήσει ο εργαζόμενος.
Το προσχέδιο της κυβέρνησης Παπανδρέου χτυπάει αλύπητα και το ποσοστό αναπλήρωσης, όπως μπορείτε να δείτε στον Πίνακα 4 (δημοσιεύτηκε και στο προηγούμενο φύλλο της «Κ»). Ετσι, σε συνδυασμό με τη μείωση των συντάξιμων αποδοχών –όπως ήδη είδαμε– στο τέλος θα προκύπτει ένα εξευτελιστικό ποσό σύνταξης, ιδιαίτερα για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων μόλις που καταφέρνει να συμπληρώσει τα 4.500 ένσημα.
Το ποσοστό αναπλήρωσης για όλες τις ασφαλιστικές κλάσεις πέφτει κατακόρυφα. Μιλάμε ακόμα και για υποτετραπλασιασμό. Για παράδειγμα, στην 1η ασφαλιστική κλάση (συντάξιμες αποδοχές μέχρι 850 ευρώ), το ποσοστό αναπλήρωσης για 15 χρόνια δουλειάς είναι σήμερα 38% και θα πέσει στο 10,5%. Στην ίδια κλάση, για 30 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 60,5% και θα πέσει στο 21,9%, ενώ για 35 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης από 72% θα πέσει στο 26,04%!
Στη δεύτερη ασφαλιστική κλάση (συντάξιμες αποδοχές από 850 μέχρι 1.000 ευρώ), για 15 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης θα πέσει από το 35% στο 10,5%, για 30 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 57,5% στο 23,25%, για 37 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 75% στο 31,2% και για 40 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 82,5% στο 36,6%!
Στεκόμαστε κυρίως σ’ αυτές τις δύο ασφαλιστικές κλάσεις, γιατί σ’ αυτές εντάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα. Το ίδιο ισχύει και για την τρίτη κλάση (συντάξιμες αποδοχές από 1.000 μέχρι 1.200 ευρώ), στην οποία θα ενταχθεί η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Προσοχή: μην κάνετε το λάθος να θεωρήσετε ότι είναι χαμηλά αυτά τα όρια. Μιλάμε για συντάξιμες αποδοχές (δηλαδή για το μέσο όρο μιας ορισμένης χρονικής περιόδου) και όχι για τον τελευταίο μισθό ενός εργαζόμενου. Οπως, μάλιστα, είδαμε παραπάνω, με το νέο ασφαλιστικό σύστημα αυτές οι συντάξιμες αποδοχές θα κατρακυλήσουν στα τάρταρα. Φαίνεται καθαρά, λοιπόν, ότι και ο δεύτερος βασικός παράγοντας που διαμορφώνει τη σύνταξη, το ποσοστό αναπλήρωσης, πέφτει κατακόρυφα. Αναλυτικά, δείτε τον σχετικό πίνακα, στη βάση της σελίδας, που δείχνει τα ποσοστά αναπλήρωσης για όλες τις ασφαλιστικές κλάσεις και για μια μεγάλη γκάμα χρόνων ασφάλισης, που ξεκινούν από τα 15 (4.500 ένσημα) και φτάνουν μέχρι τα 40 (12.000 ένσημα!).
Μπορούμε, λοιπόν, να βρούμε τα ποσοστά αναπλήρωσης και για τα τρία παραδείγματά μας.
Ανύπαντρος χωρίς τριετίες: με συντάξιμες αποδοχές 582,30 ευρώ ανήκει στην 1η κλάση, οπότε με 16 χρόνια δουλειάς θα έχει ποσοστό αναπλήρωσης 11,22% (42% με το ισχύον σύστημα).
Ανύπαντρος με 5 τριετίες: με συντάξιμες αποδοχές 655,58 ευρώ ανήκει και αυτός στην 1η κλάση, οπότε με 16 χρόνια ασφάλισης θα έχει ποσοστό αναπλήρωσης 11,22% (38% με το ισχύον σύστημα).
Παντρεμένος με 5 τριετίες: με συντάξιμες αποδοχές 684,70 ευρώ εντάσσεται και αυτός στην 1η κλάση, οπότε με 16 πλήρη χρόνια ασφάλισης το ποσοστό αναπλήρωσής του θα είναι 11,22% (38% στο ισχύον σύστημα).
Το συμπέρασμά μας, λοιπόν, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Πετσοκόβονται οι συντάξιμες αποδοχές, πετσοκόβεται το ποσοστό αναπλήρωσης, χαντακώνεται η σύνταξη.
Πολλαπλασιάζοντας για κάθε περίπτωση του παραδείγματός μας τις συντάξιμες αποδοχές με το ποσοστό αναπλήρωσης, βρίσκουμε το ύψος της σύνταξης και με το ισχύον και με το νέο σύστημα. Οι διαφορές είναι προφανείς και είναι τεράστιες.
Αν αξίζει να σχολιάσουμε κάτι, μετά από όλη αυτή την ανάλυση, η οποία παραμένει «στριφνή» όσο κι αν προσπαθήσαμε να την παρουσιάσουμε απλά, είναι πως κάθε φορά οι αστικές κυβερνήσεις μηχανεύονται διάφορες τεχνικές προκειμένου να διαμορφώνουν το ύψος της σύνταξης. Οι εργατικές ανάγκες δεν παίζουν κανένα ρόλο στους μηχανισμούς που κάθε φορά διαμορφώνουν. Μόνο οι ανάγκες του συστήματος παίζουν ρόλο. Πρώτα ορίζουν τα μεγέθη στα οποία πρέπει να διαμορφωθούν οι συντάξεις και μετά φτιάχνουν νέους τρόπους υπολογισμού, αλλάζοντας και τις συντάξιμες αποδοχές και τα ποσοστά αναπλήρωσης. Αυτή τη φορά απλά ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Η σύνταξη εξευτελίζεται τελείως, όχι μόνο για τους χαμηλόμισθους αλλά και για τους σχετικά αξιοπρεπώς αμειβόμενους.








