Την ώρα που στην Ελλάδα δινόταν (όπως δινόταν) η μάχη ενάντια στο ασφαληστρικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης Καραμανλή, στο Παρίσι πραγματοποιούσαν κοινή εκδήλωση τα δυο διασημότερα ευαγή ιδρύματα του διεθνούς καπιταλισμού, ο ΟΟΣΑ και το ΔΝΤ, στην οποία παρουσίασαν και ειδική έκθεση του ΟΟΣΑ για την «πρόοδο των μεταρρυθμίσεων» σε 30 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ. Μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.
Η έκθεση εξετάζει την «πρόοδο των μεταρρυθμίσεων» στην Ελλάδα σε πέντε τομείς. 1. Στο νομικό προστατευτικό πλαίσιο που διέπει τις εργασιακές σχέσεις. 2. Στην απελευθέρωση των αγορών και ειδικά των δικτύων υποδομής. 3. Στην Παιδεία. 4. Στον εκσυγχρονισμό των εργασιακών σχέσεων και τη διευκόλυνση της κινητικότητας στην αγορά εργασίας. 5. Στο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό.
Σε ό,τι αφορά τον τελευταίο τομέα, η έκθεση των τεχνοκρατών του ΟΟΣΑ έρχεται κατόπιν εορτής. Η έκθεση προφανώς συντάχθηκε πριν την κατάθεση του αντιασφαλιστικού νόμου, από τον οποίο έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται ευχαριστημένοι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζουν οι απόψεις τους στον πρώτο και τον τέταρτο τομέα, που θα μπορούσαν να είναι και ένας.
Οι τεχνοκράτες του ΟΟΣΑ θεωρούν πως η ελληνική κυβέρνηση έχει αδρανήσει και επιτρέπει την επιβίωση ενός νομικού πλαισίου ιδιαίτερα προστατευτικού για την πλευρά των εργαζόμενων. Προτείνουν, λοιπόν, την «ελαστικοποίηση» αυτού του πλαισίου και την «επαναξιολόγηση» της προστασίας που προσφέρεται στους εργαζόμενους (εννοούν προφανώς το πλαφόν του 2% μηνιαίως για τις ομαδικές απολύσεις), καθώς και τη μείωση των αποζημιώσεων για απόλυση. Προτείνουν ακόμη μέτρα που θα συμβάλουν στη μείωση του ελάχιστου «κόστους εργασίας», όπως η θέσπιση χαμηλότερων κατώτερων ημερομισθίων, που θα παίρνουν υπόψη την αυξημένη ανεργία, καθώς και τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για τους νεοπροσλαμβανόμενους και την κάλυψη της διαφοράς από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ολα τούτα δεν περιέχουν τίποτα το καινούργιο. Η πίεση για συνεχή αντεργατική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων είναι συνεχής και ήδη πολλές αλλαγές έχουν γίνει στην εργατική νομοθεσία (π.χ. η καθιέρωση της μερικής απασχόλησης και της «διευθέτησης» του χρόνου εργασίας, τα κακόφημα τοπικά σύμφωνα απασχόλησης κ.λπ.), ενώ εκεί που οι εργασιακές σχέσεις είναι περισσότερο προστατευτικές για τους εργαζόμενους, στο στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έχουν γίνει επίσης σημαντικότατες αντεργατικές αλλαγές (συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο, κατάργηση των κανονισμών προσωπικού για τους νεοπροσλαμβανόμενους στις ΔΕΚΟ). Η αύξηση του ορίου των ομαδικών απολύσεων και η μείωση των αποζημιώσεων (για τους εργαζόμενους που απασχολούνται με μισθό, ώστε να παίρνουν κι αυτοί τις άθλιες αποζημιώσεις που παίρνουν οι εργαζόμενοι με μεροκάματο) αποτελούν πάγια αιτήματα των καπιταλιστών, που τα επαναφέρουν συνεχώς, σε κάθε ευκαιρία. Οσο για την κάλυψη τμήματος των ασφαλιστικών εισφορών από τον κρατικό προϋπολογισμό, πρέπει να σημειώσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ του Γιωργάκη έχει υπερκεράσει τον ΟΟΣΑ, αφού προτείνει με καμάρι την ανάληψη του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών από τον κρατικό προϋπολογισμό για διάστημα δύο ετών.
Την περασμένη Δευτέρα, όμως, υπήρξε έντονη φιλολογία για προωθούμενες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, απ’ αφορμή το πόρισμα της επιτροπής Κουκιάδη. Ο Ι. Κουκιάδης, καθηγητής Εργατικού Δικαίου, πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ, τοποθετήθηκε προσφυώς από τον Καραμανλή επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, που θα μελετήσει τις εργασιακές σχέσεις και θα υποβάλει προτάσεις για τη μεταρρύθμισή τους, στην κατεύθυνση που υποδεικνύει η κακόφημη «Πράσινη Βίβλος» της ΕΕ. Εξειδικεύοντας την περιβόητη flexicurity, η επιτροπή Κουκιάδη προτείνει πολλά και διάφορα, όπως η δυνατότητα μετατροπής της πλήρους απασχόλησης σε μερική, η κατάργηση του επιδόματος ανεργίας, η επανεξέταση του ορίου των ομαδικών απολύσεων κ.ά.
Οταν τέτοια φιλολογία αναπτύσσεται από πολλά ΜΜΕ, σημαίνει πως κάποιο παπαγαλάκι «κελάιδισε». Αυτά τα παπαγαλάκια συνήθως σιτίζονται στο υπουργείο Εργασίας και το «κελάιδισμά» τους έχει ως σκοπό τη δημιουργία κλίματος και το ψάρεμα αντιδράσεων. Ο ίδιος ο Κουκιάδης, έμπειρος περί τα επικοινωνιακά, έσπευσε να δηλώσει πως οι προτάσεις της επιτροπής του είναι σύνθετες και πως αν δεν παρουσιαστούν στην ολότητά τους μπορεί να παρερμηνευτούν. Δεν διέψευσε, όμως, τίποτα. Ο Ρουσόπουλος, που ρωτήθηκε στο press room την ίδια μέρα, προσπάθησε να αποφύγει κάθε συζήτηση, δηλώνοντας ότι «η κυβέρνηση δεν έχει να ανακοινώσει τίποτε, ούτε έχει ανακοινώσει κάποια πρόθεση επ` αυτού».
Είναι πιθανό η κυβέρνηση, μετά το ασφαληστρικό μπαράζ και με ανοιχτά τα μέτωπα των λιμανιών και του ΟΤΕ, να μη θέλει αυτή την περίοδο να χαλάσει άλλο το «κοινωνικό της ίματζ». Ομως, οι αντεργατικές ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις είναι γραμμένες στην ατζέντα της και καθώς η κρίση αρχίζει να σφίγγει τον ελληνικό καπιταλισμό μπορεί ανά πάσα στιγμή να τις επιχειρήσει. Και βέβαια, οι εργαζόμενοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ, η οποία έχει αποδεχτεί τη «στρατηγική της Λισαβόνας» και το μόνο αίτημα που διατυπώνει είναι να ρυθμίζονται τα ζητήματα αμοιβών των «ελαστικά» απασχολούμενων μέσω των συλλογικών συμβάσεων εργασίας! Δηλαδή, αποδέχεται το βιασμό και θέλει να παζαρέψει το τίμημα. Μόνο που, όπως απέδειξε και η νέα ξεπουληματική εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, ούτε να παζαρέψουν δεν είναι πια σε θέση. Μόνο να ξεπουλούν.








