«Η σημερινή κυβέρνηση δεν έκρυψε ποτέ αυτή την άποψη και διεκδίκησε από την πρώτη στιγμή στις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ο συσχετισμός δύναμης μέχρι στιγμής δεν έχει επιτρέψει να προχωρήσουμε σε αυτή την παρέμβαση. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν παραιτούμαστε από αυτόν τον κεντρικό πολιτικό στόχο, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, καθώς μία από τις κύριες στοχεύσεις της κυβέρνησης είναι η ενίσχυση της θέσης της εργασίας και η αντιστροφή της τάσης μείωσης των μισθών συνολικά».
Δε χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταλάβουμε ότι η υπουργός Εργασίας Αχτσιόγλου (συνέντευξη στη «Ναυτεμπορική») αρχίζει να τα μασάει για την επιστροφή του κατώτατου μισθού από τα 586 στα 751 ευρώ και την κατάργηση του λεγόμενου υπο-κατώτατου μισθού (για εργαζόμενους ηλικίας κάτω των 25 ετών) των 511 ευρώ. Ποιος δε θυμάται τη «δέσμευση» για άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ, που έκανε τόσους εργαζόμενους -νέους στην πλειοψηφία τους- να ρίξουν το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στην κάλπη; Μετά την υπογραφή του τρίτου Μνημόνιου, το παραμύθι άλλαξε περιεχόμενο: «αμέσως μόλις βγούμε από τα Μνημόνια, θα επαναφέρουμε τον κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ». Τώρα, που πλησιάζει η ώρα της αλήθειας, η «δέσμευση» γίνεται… μη παραίτηση από την προσπάθεια και δήλωση πρόθεσης να διαπραγματευθούν το θέμα με την τρόικα.
Είναι γνωστό ότι από το 2013, με μνημονιακό νόμο του Βρούτση (Ν. 4172/2013), ο κατώτατος μισθός, που είναι παγωμένος στα επίπεδα των 586 και 511 ευρώ, δε θα καθορίζεται πια μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων της ΓΣΕΕ με τις καπιταλιστικές-εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά θα τον καθορίζει η κυβέρνηση, μετά από «διαβούλευση» με τους «κοινωνικούς εταίρους» και με «εμπειρογνώμονες». Μάλιστα, ο σχετικός νόμος προβλέπει την εξέλιξη του κατώτατου μισθού με βάση τις ανάγκες των καπιταλιστών: «Το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».
Οταν, στην ίδια συνέντευξη, η Αχτσιόγλου ρωτήθηκε τι σκοπεύει να κάνει η κυβέρνηση, απάντησε: «Τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις για την ενίσχυση της θέσης της εργασίας, αλλά και για την έμπρακτη αλλαγή των προτεραιοτήτων της οικονομικής πολιτικής. Πρώτη προϋπόθεση είναι η επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων (επεκτασιμότητα και ευνοϊκότερη ρύθμιση), δεύτερη η αύξηση του κατώτατου μισθού και τρίτη η καταπολέμηση της παραβατικότητας στους χώρους εργασίας. Η κυβέρνηση έχει καταφέρει να εξασφαλίσει το πρώτο για την περίοδο μετά το τέλος του προγράμματος, ενώ για την αύξηση του κατώτατου μισθού σάς είπα προηγουμένως ότι δεν κρύβουμε πως αποτελεί σταθερή επιδίωξή μας. Θεωρώ εξάλλου ότι θα έχουμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε και σε αυτό μετά το τέλος της επιτροπείας».
Οπως βλέπουμε, δεν υπάρχει καμιά δέσμευση. Η μόνη δέσμευση είναι ότι θα το διαπραγματευθούν με την τρόικα. Πώς; Με βάση το μοντέλο της Πορτογαλίας. Πριν μιλήσουμε για το τι έγινε στην Πορτογαλία, αξίζει να θυμίσουμε πως το «πορτογαλικό μοντέλο» το έχει εκθειάσει ο ΣΕΒ, σε ανάλυση των τεχνοκρατών του τον περασμένο Ιούνη: «Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι την περίοδο 2015 – 2016, σε πραγματικούς όρους, οι αμοιβές των μισθωτών αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς στην Ελλάδα απ' ό,τι στην Πορτογαλία, παρότι η Πορτογαλία βρίσκεται εκτός Μνημονίου και απολαμβάνει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και έχει καλύτερες επιδόσεις από την Ελλάδα όσον αφορά στην αύξηση της παραγωγικότητας».
Τι έγινε στην Πορτογαλία; Ο κατώτατος μισθός ήταν 530 ευρώ και η «αριστερή» κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη της Κομισιόν, τον αύξησε στα 557 ευρώ (ούτε ένα ευρώ την ημέρα!) για το 2017, με προοπτική να φτάσει τα 580 ευρώ το 2018 και στόχο να φτάσει τα 600 ευρώ το 2019, εφόσον η οικονομία εξακολουθήσει να κινείται με θετικό πρόσημο. Δηλαδή, ακόμα και σήμερα, ο κατώτατος μισθός στην Πορτογαλία είναι μικρότερος από την Ελλάδα!
Στόχος των συριζαίων, λοιπόν, είναι να διαπραγματευθούν με την τρόικα μια ασήμαντη αύξηση (κάνα δεκάρικο-εικοσάρικο το μήνα), για να μπορούν να εξαπατούν τους εργαζόμενους ότι τάχα έβαλαν μπροστά το… τρένο της επιστροφής στα 751 ευρώ (που θα χρειαστεί καμιά δεκαετία για να φτάσει εκεί). Ακόμα και αυτό, όμως, δεν το 'χουν σίγουρο, γι' αυτό και η Αχτσιόγλου δε μιλά για «δέσμευση», αλλά για «επιδίωξη». Δεν το 'χουν σίγουρο, γιατί ήδη προβλέπονται νέα επαχθή δημοσιονομικά μέτρα για το 2019-2020 (πετσόκομμα συντάξεων και αφορολόγητου), ενώ η αύξηση του κατώτατου μισθού θα συμπαρασύρει και το επίδομα ανεργίας και γι' αυτό η τρόικα δεν τη θεωρεί δημοσιονομικά ουδέτερη.








