Η σύνταξη που παίρνει ένας εργαζόμενος είναι συνάρτηση δυο παραγόντων. Του ποσοστού αναπλήρωσης και των συντάξιμων αποδοχών. Το ποσοστό αναπλήρωσης καθορίζεται από την ασφαλιστική κλάση (στην οποία εντάσσεται ανάλογα με το ύψος των συντάξιμων αποδοχών) και από τα χρόνια ασφάλισης που έχει. Οι συντάξιμες αποδοχές σήμερα υπολογίζονται με βάση την τελευταία πενταετία (παλιότερα διετία και πιο παλιά τελευταίος μισθός).
Το προσχέδιο της κυβέρνησης Παπανδρέου χτυπάει αλύπητα και τους δύο παράγοντες που διαμορφώνουν τη σύνταξη, έτσι που να προκύπτει μια εξευτελιστική σύνταξη.
Το ποσοστό αναπλήρωσης για όλες τις ασφαλιστικές κλάσεις πέφτει κατακόρυφα. Μιλάμε ακόμα και για υποτετραπλασιασμό. Για παράδειγμα, στην 1η ασφαλιστική κλάση (συντάξιμες αποδοχές μικρότερες από 850 ευρώ), το ποσοστό αναπλήρωσης για 15 χρόνια δουλειάς είναι σήμερα 38% και θα πέσει στο 10,5%. Στην ίδια κλάση, για 30 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης είναι 60,5% και θα πέσει στο 21,9%, ενώ για 35 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης από 72% θα πέσει στο 26,04%!
Στη δεύτερη ασφαλιστική κλάση (συντάξιμες αποδοχές από 850 μέχρι 1.000 ευρώ), για 15 χρόνια δουλειάς το ποσοστό αναπλήρωσης θα πέσει από το 35% στο 10,5%, για 30 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 57,5% στο 23,25%, για 37 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 75% στο 31,2% και για 40 χρόνια δουλειάς θα πέσει από το 82,5% στο 36,6%!
Στεκόμαστε μόνο σ’ αυτές τις δύο ασφαλιστικές κλάσεις, γιατί σ’ αυτές εντάσσεται η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα. Φαίνεται καθαρά, λοιπόν, ότι ο ένας βασικός παράγοντας που διαμορφώνει τη σύνταξη πέφτει κατακόρυφα.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι οι συντάξιμες αποδοχές. Οσοι έζησαν την περίοδο των αντιασφαλιστικών ανατροπών της κυβέρνησης Μητσοτάκη θυμούνται τι σάλος ξέσπασε όταν οι συντάξιμες αποδοχές επεκτάθηκαν από το μέσο όρο της τελευταίας διετίας στο μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Με τον τρόπο αυτό, οι συντάξιμες αποδοχές μειώθηκαν (δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί) και κατά συνέπεια μειώθηκαν οι συντάξεις, αποτέλεσμα που φάνηκε και στους ισολογισμούς του ΙΚΑ. Φανταστείτε, λοιπόν, πόσο θα μειωθούν οι συντάξιμες αποδοχές με την αναγωγή στο μέσο όρο ολόκληρου του εργασιακού βίου.
Ετσι, έχουμε και τους δύο παράγοντες που διαμορφώνουν το ύψος της σύνταξης να μειώνονται δραστικά. Και το ποσοστό αναπλήρωσης και τις συντάξιμες αποδοχές. Καταλαβαίνετε ότι η σύνταξη δεν θα υποστεί απλά μείωση, αλλά συρρίκνωση. Μετά βίας θα φτάνει στο 1/4 της σημερινής σύνταξης. Ακριβή υπολογισμό δεν μπορούμε να κάνουμε, γιατί δεν έχουμε δεδομένα για το πώς θα κινηθεί ένας μισθός π.χ. σε μια τριακονταετία, ώστε να βρούμε τις συντάξιμες αποδοχές (μέσος όρος) και στη συνέχεια το νέο ποσοστό αναπλήρωσης και το ύψος της σύνταξης. Εμπειρικά, όμως, από τα στοιχεία που δώσαμε, μπορείτε να καταλάβετε τι σφαγή έχει να γίνει.
Δεν υπάρχει εργαζόμενος που να μη θιγεί, ανεξάρτητα από την κατηγορία στην οποία ανήκει (γιατί πάλι έχουμε κατηγοριοποίηση).
Οσοι θα πρωτοασφαλιστούν μέχρι 31.12.2012 θα πάρουν ένα τμήμα αναλογικής σύνταξης με το παλιό σύστημα, αλλά όχι με βάση ό,τι ισχύει σήμερα, παρά με όσα θα ισχύουν κατά το χρόνο συνταξιοδότησης «και όπως προβλέπονται για κάθε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο από γενικές ή καταστατικές διατάξεις που εξακολουθούν να ισχύουν». Τι θα ισχύει την εποχή που θα βγουν στη σύνταξη; Λέτε να μείνει ανέγγιχτο το καθεστώς; Ενας που θα βγει στη σύνταξη την 1.1.2018, θα έχει μια πενταετία με το νέο σύστημα. Αν ανήκει στη χαμηλότερη κλάση, θα έχει ποσοστό αναπλήρωσης γι’ αυτά τα 5 χρόνια 3,5%, ενώ με το ισχύον σήμερα καθεστώς θα είχε ποσοστό αναπλήρωσης 12,5%. Πήραμε μια οριακή περίπτωση, εργαζόμενου που θα έχει τις μικρότερες απώλειες. Ευνόητο είναι πως όσο περισσότερα χρόνια θα έχει κάποιος στο καινούργιο σύστημα τόσο περισσότερα θα χάσει στη σύνταξή του. Εννοείται πως όσοι ασφαλιστούν από την 1.1.2013 και μετά θα την έχουν βάψει εντελώς, αφού θα ανήκουν εξ ολοκλήρου στο νέο σύστημα.
Ακόμη και εκείνοι που θα συνταξιοδοτηθούν πριν το 2018 θα έχουν απώλειες. Γιατί την πενταετία 2013-2017 θα έχουν ετήσιο ποσοστό αναπλήρωσης 2%, ενώ σήμερα στο ΙΚΑ είναι 2,5% και σε άλλα Ταμεία περισσότερο. Ουδείς, λοιπόν, δικαιούται να σκέφτεται ατομικιστικά και να λέει «εμένα δεν με πιάνει».
Σε σχέση με το νέο σύστημα, πρέπει να παρατηρήσουμε και κάτι άλλο, ιδιαίτερα σημαντικό, που δείχνει το στυγνά ταξικό χαρακτήρα αυτού του αντιασφαλιστικού εκτρώματος. Με βάση την έως τώρα κρατούσα λογική της Κοινωνικής Ασφάλισης, που περιείχε στοιχεία αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους, το ποσοστό αναπλήρωσης ήταν μεγαλύτερο στις χαμηλότερες κλάσεις και μειωνόταν όσο ανεβαίναμε. Ετσι, αλάφραινε λίγο η (δεδομένη) ληστεία του συστήματος για τους χαμηλόμισθους εργαζόμενους, σε σχέση με τους υψηλόμισθους. Στο προσχέδιο, αυτή η λογική ανατρέπεται πλήρως. Οσο αυξάνεται η κλάση, τόσο αυξάνεται και το ποσοστό αναπλήρωσης.
Ας το δούμε με ένα παράδειγμα. Στο ισχύον σύστημα, εργαζόμενος με 30 χρόνια δουλειάς, που ανήκει στη χαμηλότερη κλάση, έχει ποσοστό αναπλήρωσης 71,5%, ενώ με τα ίδια χρόνια στην ψηλότερη κλάση έχει ποσοστό αναπλήρωσης 57,5%. Με το νέο σύστημα, εργαζόμενος με 30 χρόνια δουλειάς, που ανήκει στη χαμηλότερη κλάση, θα έχει ποσοστό αναπλήρωσης 21,90%, ενώ με τα ίδια χρόνια δουλειάς στην ανώτερη κλάση θα έχει ποσοστό αναπλήρωσης 45,75%. Ενώ πριν επικρατούσε μια αναδιανεμητική λογική στο εσωτερικό του συστήματος (οι υψηλόμισθοι συνέδραμαν τους χαμηλόμισθους), πλέον επικρατεί η σκληρή κεφαλαιοποιητική λογική (όσο πιο υψηλόμισθος τόσο περισσότερο αποδίδουν οι ασφαλιστικές εισφορές σου). Είναι ακριβώς η λογική που επικρατεί στο τραπεζικό σύστημα: ο μικροκαταθέτης υποχρεώνεται σε αρνητικά πραγματικά επιτόκια, ενώ ο μεγαλοκαταθέτης διαπραγματεύεται τα υψηλότερα δυνατά επιτόκια. Ετσι, κάθε στοιχείο συλλογικότητας εξαφανίζεται και η ασφάλιση μετατρέπεται σε καθαρά ατομική υπόθεση. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε ότι πλέον δεν θα μπορούμε να μιλάμε για Κοινωνική Ασφάλιση.








