Τον αντίστροφο πολιτικό σχεδιασμό μπορεί κάποιος να δει και στην περίπτωση της Κλίντον. Στη μάχη για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος ως σοβαρότερος αντίπαλός της αναδείχτηκε ο Μπέρνι Σάντερς. Ηταν η μεγάλη έκπληξη, γιατί ήταν ο πρώτος εδώ και πολλές δεκαετίες υποψήφιος των Δημοκρατικών που μίλησε για «σοσιαλισμό» (σοσιαλδημοκρατία, δηλαδή), λέξη απαγορευμένη στο αμερικάνικο πολιτικό λεξιλόγιο. Ολοι περίμεναν, λοιπόν, ότι η Κλίντον θα επέλεγε ως αντιπρόεδρο τη γερουσιαστή της Μασαχουσέτης Ελίζαμπεθ Γουόρεν, που θεωρείται ηγέτιδα της αριστερής πτέρυγας του κόμματος και επομένως θα μπορούσε να τραβήξει τις ψήφους του Σάντερς.
Η Κλίντον έβαλε στη λίστα με τους υποψήφιους αντιπροέδρους τη Γουόρεν, έβαλε και τον απόστρατο ναύαρχο και ανώτατο διοικητή των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη Τζέιμς Σταυρίδη, για να ικανοποιήσει τη δεξιά πτέρυγα, αλλά στο τέλος επέλεξε τον «κεντρώο» Τιμ Κέιν. Οι επιτελείς της Κλίντον προεξόφλησαν ότι οι οπαδοί του Σάντερς θα συρθούν ακόμα και με πόνο ψυχής να ψηφίσουν τη Χίλαρι, που τη σιχαίνονται, γιατί είναι οι πιο πολιτικοποιημένοι ψηφοφόροι και αυτοί που τρέμουν μη τυχόν εκλεγεί ο Τραμπ. Ο Τραμπ θα μαζέψει όλους τους φιλελεύθερους Αμερικανούς στην κάλπη της Κλίντον. Οπότε δε χρειάζεται να βάλουν υποψήφια αντιπρόεδρο την ηγέτιδα της αριστερής πτέρυγας του κόμματος. Δεν «καις» μια θέση για να κερδίσεις ψήφους που τις θεωρείς έτσι κι αλλιώς κερδισμένες. Βάζεις κάποιον πολιτικά άχρωμο, ώστε να διεμβολίσεις ένα κομμάτι ψηφοφόρων των Ρεπουμπλικανών, που δε θέλουν «ακρότητες». Ο οποίος, επιπλέον, είναι γιος εργάτη, που μπορεί να σου φέρει ψηφοφόρους από τη λευκή εργατική τάξη, αλλά και δικηγόρος που υπερασπίστηκε τα ατομικά δικαιώματα των μαύρων στα δικαστήρια.








