Τα χρηματιστήρια φαίνεται να ανακάμπτουν και χαμόγελα συγκρατημένης αισιοδοξίας επανέρχονται στους μέχρι πρότινος κατηφείς χρηματιστές. Ορισμένοι «παράγοντες της αγοράς» υποστηρίζουν ότι οι αγορές έχουν ανεπτυγμένο το ένστικτο της επιβίωσης κι ότι «ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι μετά τη μεγάλη διόρθωση θα ακολουθούσε ένα ανοδικό ξέσπασμα»[1]. Ακόμη και το ελληνικό χρηματιστήριο κάνει «rebound» εμφανίζοντας άνοδο 30% από το χαμηλότερο επίπεδο αυτής της χρονιάς (σημειώθηκε πριν από ενάμιση μήνα) και οι επτά «ισχυροί της γης» (G7) προαναγγέλλουν το «τέλος της κρίσης» μέσα σ’ αυτό το χρόνο[2].
Ισως οι Κασσάνδρες που μας τρόμαξαν τόσο πολύ το τελευταίο διάστημα να διαψεύστηκαν και η παγκόσμια οικονομία (ο καπιταλισμός δηλαδή) να κέρδισε τη μάχη με την κρίση της! Ισως κάποιοι να έσπευσαν να «φουσκώσουν» αυτή την κρίση και να βιάστηκαν να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, ενώ τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα! Μη βιαστείτε να καταλήξετε σε τέτοια συμπεράσματα, γιατί το χαμόγελο δεν βγάζει πάντα σε καλό, ιδιαίτερα αν βασίζεται σε φρούδες ελπίδες.
Οι παλινωδίες των χρηματιστηρίων
Πόσο πρέπει να βασίζεται κανείς στα κέρδη και τις ζημιές που εμφανίζουν οι χρηματιστηριακοί δείκτες; Πόσο η κίνηση της χρηματιστηριακής αγοράς αποτυπώνει με ακρίβεια την κατάσταση της «πραγματικής οικονομίας»; Ας αφήσουμε τα πιο σοβαρά έντυπα της παγκόσμιας αστικής οικονομολογίας να μιλήσουν:
«Οι χρηματαγορές συνήθως εκτινάσσονται πριν από τη βελτίωση των οικονομιών, επειδή οι επενδυτές διακρίνουν την υπόσχεση περαιτέρω κερδών πριν οι στατιστικολόγοι τεκμηριώσουν την αλλαγή πορείας. Αλλά πληθώρα τέτοιων εκτινάξεων αποτυγχάνουν καταλήγοντας σε ένα τίποτα. Μεταξύ του 1929 και του 1932 (σ.σ. την περίοδο της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης στην νεότερη ιστορία του καπιταλισμού, που χαρακτηρίστηκε από τους αστούς οικονομολόγους ως «Η μεγάλη ύφεση») , ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones εκτινάχθηκε τέσσερις φορές σε ποσοστό πάνω από 20%, μόνο και μόνο για να ξαναπέσει κάτω από τις προηγούμενες χαμηλότερες τιμές του. Η σημερινή κρίση έχει δείξει πέντε τέτοια ράλι, στα οποία οι τιμές των μετοχών ανέβηκαν πάνω από 10%, μόνο και μόνο για να βουλιάξουν ξανά»[3].
Και μόνο η παραπάνω διαπίστωση θα αρκούσε για να δείξει πόσο μπορεί να βασίζεται κανείς στη «μύτη» των επενδυτών, που σαν τα κοράκια οσμίζονται τη μυρωδιά του χρήματος, χωρίς όμως να έχουν τη διάθεση (και τη δυνατότητα) να εμπλακούν σε βαθύτερες αναλύσεις. Εμείς θα αναφέρουμε ένα ακόμα περιστατικό για να γίνει αντιληπτή αυτή η χρηματιστηριακή παλινωδία. Λίγες μέρες πριν από αυτές τις χαρούμενες προβλέψεις για την «ανάκαμψη» της παγκόσμιας οικονομίας, ο Dow Jones σημείωνε την Δευτέρα 20 Απρίλη τις μεγαλύτερες ημερήσιες απώλειές του από τις 2 Μάρτη, υποχρεώνοντας το CNN να αναφωνήσει: «Οι μετοχές κατέρρευσαν τη Δευτέρα, όταν το επί έξι εβδομάδες ράλι έχασε τη ροή του υπό τις ανησυχίες σχετικά με τα χρηματιστηριακά κέρδη, παρά τα καλύτερα από τα αναμενόμενα τριμηνιαία αποτελέσματα που εμφάνισε η Τράπεζα της Αμερικής»[4].
Κανείς επομένως δε μπορεί να βασίζεται στην κίνηση του χρηματιστηρίου για να βγάζει συμπεράσματα σχετικά με την εξέλιξη της παρούσας κρίσης. Γιατί το χρηματιστήριο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας τζόγος, που δείχνει μεν ένα κλίμα που επικρατεί στις αγορές, αλλά τίποτα περισσότερο.
Οι προβλέψεις για την «πραγματική οικονομία»
Πέρα όμως από τα χαμόγελα των χρηματιστών, που κάλλιστα μπορούν να μετατραπούν την επομένη σε γοερά κλάματα, όποιος θέλει να κάνει μια αποτίμηση της εξέλιξης της παρούσας κρίσης θα πρέπει να πάει παραπέρα. Θα πρέπει να δει πρώτα απ’ όλα πώς χαρακτηρίζουν αυτή την κρίση οι πιο σοβαροί εκπρόσωποι της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας και να διερευνήσει την κατάσταση στην οικονομική βάση.
Στην τελευταία έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) διαπιστώνει τα παρακάτω: «Η παγκόσμια οικονομία βιώνει τη βαθύτερη υποχώρηση της περιόδου μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς η χρηματοοικονομική κρίση εξαπλώνεται γρήγορα σε όλο τον κόσμο… Η παρούσα διάρρηξη είναι η μοναδική που συνδυάζει τη χρηματοοικονομική κρίση στην καρδιά των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου με την παγκόσμια πτωτική πορεία»[5].
Αυτό που επισημαίνει το ΔΝΤ δεν είναι τίποτε άλλο παρά το γεγονός ότι η στενότητα χρήματος, δηλαδή η βαθιά κρίση του πιστωτικού συστήματος, συνδυάζεται με μία πτώση των ρυθμών ανάπτυξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Φυσικά, οι οικονομολόγοι αυτού του αντιδραστικού οργανισμού, που επέβαλε σε πάμπολλες χώρες προγράμματα σκληρής λιτότητας, εκτιμούν ότι με κατάλληλη πολιτική των κυβερνήσεων και αμέριστη στήριξη στο κεφάλαιο, θα μπορέσει να ξεπεραστεί αυτή η κρίση. Ομως ούτε κι αυτοί δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον: «Η παρούσα ύφεση είναι σε μεγάλο βαθμό συγχρονισμένη (σ.σ. δηλαδή σημειώνεται ταυτόχρονα στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου) και σχετίζεται με μια βαθειά χρηματοοικονομική κρίση, δημιουργώντας ένα σπάνιο στη μεταπολεμική περίοδο συνδυασμό. Επομένως, η ύφεση θα είναι πιθανότατα ασυνήθιστα σοβαρή και η ανάκαμψη αναμένεται να είναι νωθρή. Δεν προκαλεί έκπληξη, επομένως, ότι πολλοί σχολιαστές που αναζητούν ιστορική παραλληλία για το παρόν επεισόδιο, εστιάζουν στην περίοδο της Μεγάλης Υφεσης της δεκαετίας του ’30, που είναι η βαθύτερη και πιο μακρόχρονη ύφεση στην ιστορία των ανεπτυγμένων οικονομιών»[5].
Στην ίδια ρότα ο Economist σπεύδει να τραβήξει τα λουριά όσων καλλιεργούν ψεύτικη αισιοδοξία:
«Ολη αυτή η αισιοδοξία ξεθωριάζει γρήγορα. Τα χειρότερα έχουν περάσει μόνο στη στενή αντίληψη ότι ο ρυθμός την παγκόσμιας πτώσης έχει φτάσει στα ανώτερα όριά του. Χάρη στις μαζικές – και μη σταθερές για πολύ χρονικό διάστημα – δημοσιονομικές και οικονομικές μεταγγίσεις (σ.σ. το ζεστό χρήμα στους καπιταλιστές από τα κράτη) η παραγωγή θα σταθεροποιηθεί τελικά. Αλλά από πολλές απόψεις, οι μαύρες μέρες είναι μπροστά. Παρά την έκταση της κρίσης, δεν φαίνεται στον ορίζοντα μια συνηθισμένη ανάκαμψη. Η ανάπτυξη, όταν έρθει, θα είναι τόσο αδύνατη για να σταματήσει την ανεργία να αυξάνεται και την ανενεργή παραγωγή να σαρώνει. Και για χρόνια, οι περισσότερες οικονομίες του κόσμου θα βασίζονται στις κυβερνήσεις τους. Σκεφτείτε τι σημαίνει αυτό. Πολλές από τις πλούσιες χώρες θα βλέπουν ποσοστά ανεργίας που θα πλησιάζουν τα διψήφια νούμερα και θα μένουν εκεί. Ο αποπληθωρισμός – μια καταστρεπτική αρρώστια σε υπερχρεωμένες οικονομίες – θα μπορούσε να καθιερωθεί όσο η υποχώρηση των οικονομιών σε επίπεδα ρεκόρ σπρώχνει τις τιμές και τους μισθούς προς τα κάτω, ιδιαίτερα όσο ο επίσημος πληθωρισμός έχει ήδη βουτήξει προς τα κάτω χάρη στην βύθιση του κόστους των καυσίμων. Το δημόσιο χρέος θα εκτιναχθεί εξαιτίας της αδύναμης ανάπτυξης, του παρατεταμένου ξοδέματος χρημάτων σε προγράμματα στήριξης και του αυξημένου κόστους της εκκαθάρισης του χρηματιστηριακού χάους. Οι χώρες του ΟΟΣΑ, ξεκίνησαν αυτή την κρίση με συσσωρευμένα χρέη 75% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο. Μέχρι το 2010 θα φτάσουν το 100%. Μια ανάλυση εκτιμά ότι η επίμονη αδυναμία θα οδηγήσει τις μεγαλύτερες οικονομίες σε ποσοστά χρέους έως 140% μέχρι το 2014… Αν και δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι η παγκόσμια οικονομία θα επιστρέψει στη γενική κατεύθυνση της ανάπτυξης πολύ σύντομα, είναι ήδη καθαρό ότι αυτό το όριο ταχύτητας θα είναι χαμηλότερο απ’ αυτό που ήταν πριν από το ξέσπασμα της κρίσης»[3].
Ο Economist δεν μασάει τα λόγια του λοιπόν. Καταλήγοντας μας προετοιμάζει να… υποδεχτούμε την επόμενη δεκαετία με… πλερέζες: «Καλωσήρθατε σε μια εποχή μειωμένων προσδοκιών και συνεχών κινδύνων… Η χειρότερη παγκόσμια ύφεση από την εποχή της Κρίσης (σ.σ. της δεκαετίας του ’30) απέχει πολύ από το να τελειώσει. Υπάρχει δουλειά να γίνει ακόμα»[3].
Τα συμπεράσματα των πιο έγκυρων οικονομικών αναλυτών της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατίας είναι λοιπόν ταυτόσημα: Παρατεταμένη κρίση, αδύναμη «ανάκαμψη», υψηλή ανεργία. Τα χειρότερα βρίσκονται μπροστά, παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις των πολιτικών εκπροσώπων των καπιταλιστών, που προσπαθούν να πείσουν τους λαούς ότι οι θυσίες τους «πιάνουν τόπο». Ακόμα όμως κι έτσι να ήταν, ακόμα κι αν δηλαδή η κρίση αυτή έβαινε προς το τέλος της, οι θυσίες των εργατών δεν θα «έπιαναν τόπο» για τους ίδιους, αλλά για τους καπιταλιστές, βοηθώντας τους να περάσουν όσο γίνεται πιο αλώβητοι απ’ αυτή την κρίση.
Ταξική πάλη ή αργός θάνατος;
Η κρίση παρουσιάζεται επομένως σαν ένας νέος «γόρδιος δεσμός». Παρά τα υπέρμετρα ποσά που έχουν διατεθεί και θα διατεθούν για το κεφάλαιο από τις κυβερνήσεις, η κρίση συνεχίζει το καταστροφικό της έργο, δημιουργώντας νέες στρατιές ανέργων και σαρώνοντας εργατικές κατακτήσεις και δικαιώματα. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι 50 έως 90 εκατομμύρια άνθρωποι θα πέσουν σε επίπεδα απόλυτης εξαθλίωσης λόγω της κρίσης[6].
Ομως, όλα αυτά θα οδηγήσουν σε πτώση της κατανάλωσης, όπως επισημαίνει το βρετανικό οικονομικό περιοδικό «Money Week»: «Ενα βασικό πρόβλημα είναι ότι τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά θα λειτουργούν χωρίς πρόσθετο χρέος για χρόνια, υποδηλώνοντας αδύναμες καταναλωτικές δαπάνες»[7]. Δεν θα τροφοδοτήσει αυτό ακόμα περισσότερο τα κρισιακά φαινόμενα; Μόνο ρητορικά θα μπορούσε να θέσει κανείς αυτό το ερώτημα, αφού η καταφατική απάντηση είναι κάτι παραπάνω από προφανής.
Μέχρι τώρα, οι πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες του πλανήτη τα έβγαζαν πέρα οδηγώντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στον υπερδανεισμό. Τώρα που ο υπερδανεισμός έφτασε στα όριά του και οι κερδοσκοπικές φούσκες των χρηματιστηριακών παραγώγων έσκασαν μία προς μία, η λύση για τους καπιταλιστές παγκόσμια είναι μονόδρομος: ανελέητη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης σε επίπεδα που δεν έχουμε δει ως τα τώρα. Μόνο με αυτό τον τρόπο και με την παράλληλη καταστροφή της «πλεονάζουσας» παραγωγικής δύναμης (κλείσιμο εργοστασίων, μαζικές απολύσεις) το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα θα μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση του, για να έρθει όχι στη φάση που ήταν πριν απ’ αυτή, αλλά σε μια ακόμα πιο πλασματική «ανάκαμψη».
Μπροστά σ’ αυτό το εφιαλτικό σκηνικό, η εργατική τάξη φαίνεται ακόμα να αρκείται σε ρόλο θεατή (εκτός από ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις δυναμικής απάντησης στις απολύσεις). Ομως εδώ δεν υπάρχουν περιθώρια για παθητικότητα και αναμονή. ‘Η αποδέχεσαι τον αργό θάνατό σου ή αντιστέκεσαι και ανατρέπεις τελικά το σύστημα που σου τρώει τις σάρκες. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.
Κώστας Βάρλας
Παραπομπές
1. «Το Βήμα», 25/4/09.
2. Η «Καθημερινή» (25/4/09), σε σχετικό άρθρο γύρω από την τελευταία συνάντηση των επτά πλουσιότερων χωρών του κόσμου (G7), επισημαίνει τη συμφωνία των τελευταίων ότι η ανάκαμψη αναμένεται μέσα σ’ αυτό το χρόνο, ενώ το CNN-Money στις 24/4/09 δημοσιεύει με ανακούφιση τις δηλώσεις του αμερικάνου υπουργού Οικονομικών Τίμοθι Γκέιθνερ, ότι «η σοβαρή εξασθένιση της παγκόσμιας οικονομίας υποχωρεί», αν και «σοβαρά προβλήματα εξακολουθούν να δεσπόζουν».
3. «Παγκόσμια Οικονομία: Χαραμάδα ελπίδας;», «Economist», 23/4/09.
4. «H μεγαλύτερη πτώση του Dow Jones μέσα σε 7 εβδομάδες», CNN-Money, 20/4/09.
5. «World Economic Outlook» – Κεφάλαιο 3: «Από την ύφεση στην ανάκαμψη: Πόσο γρήγορα και πόσο δυνατά;» (έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Απρίλης 2009).
6. «Η οικονομική κρίση και οι αναπτυξιακοί στόχοι της χιλιετηρίδας», Παγκόσμια Τράπεζα, 24/4/09.
7. Money Week, 24/4/09.