Από τα τέλη Αυγούστου, με το τέλος του Ραμαζανιού, ένα νέο κύμα απεργιών και εργατικών κινητοποιήσεων, κυρίως στο δημόσιο τομέα και σε κρατικές επιχειρήσεις, απλώνεται σ’ όλη τη χώρα. Οι απεργοί προβάλλουν διάφορα οικονομικά και πολιτικά αιτήματα, που συνοψίζονται στην αύξηση των μισθών τους και στην απομάκρυνση από τις κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς των διεφθαρμένων αξιωματούχων του καθεστώτος Μουμπάρακ.
Για παράδειγμα, οι 22.000 εργάτες στη μεγαλύτερη υφαντουργική βιομηχανία της χώρας στην πόλη Mahallah στο Δέλτα του Νείλου, την Egypt Weaving and Textile Company, κρατικής ιδιοκτησίας, έχουν αποφασίσει να ξεκινήσουν απεργία διάρκειας από τις 10 Σεπτεμβρίου, με βασικά αιτήματα την αύξηση του κατώτερου μισθού στις 1.200 αιγυπτιακές λίρες και των επιδομάτων καθώς και την αύξηση των κρατικών επενδύσεων και την εξασφάλιση επαρκούς ποσότητας πρώτης ύλης για τη βιομηχανία, ώστε να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας.
Οι εργάτες της συγκεκριμένης βιομηχανίας έχουν κερδίσει πλατιά λαϊκή συμπάθεια και υποστήριξη με τις απεργίες που κήρυξαν το 2006 και το 2008, για τις οποίες πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι άνοιξαν το δρόμο για την εξέγερση της 25ης Ιανουρίου, αλλά και με την απεργία που κήρυξαν στις 8 Φεβρουαρίου, η οποία θεωρείται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην παραίτηση του Μουμπάρακ στις 11 Φεβρουαρίου.
Σε απεργία ετοιμάζονται να κατέβουν από τα μέσα Σεπτεμβρίου επίσης οι εκπαιδευτικοί και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές για τους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας και τη δημοκρατία στους εργασιακούς χώρους.
Το νέο κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων φαίνεται να αντανακλά, όπως επισημαίνει η αιγυπτιακή εφημερίδα Al Ahram (6/9/11), «την αίσθηση ότι η υπομονή πολλών εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα έχει εξαντληθεί απέναντι στην κυβέρνηση Σάραφ, η οποία έδωσε μια σειρά υποσχέσεις στο λαό για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, αλλά δεν έχει ανταποκριθεί ικανοποιητικά».
Για παράδειγμα, αναφέρει η ίδια εφημερίδα, η κυβέρνηση Σάραφ αρνήθηκε να υλοποιήσει τη δικαστική απόφαση πριν από τρία χρόνια που επιβάλλει στην κυβέρνηση να ανεβάσει τον κατώτερο μισθό για τους εργάτες στις 1.200 αιγυπτιακές λίρες. Αντί γι’ αυτό, αποφάσισε να τον ανεβάσει μόνο στις 700 λίρες (118 δολάρια) το μήνα, με την υπόσχεση ότι θα αρχίσει να ισχύει από τον Ιούλιο, χωρίς όμως να τηρήσει μέχρι στιγμής ούτε αυτή την υπόσχεση. Παράλληλα, συνεχίζει να πληρώνει υπέρογκους μισθούς σε ανώτερα στελέχη και κρατικούς αξιωματούχους, ανθρώπους του καθεστώτος Μουμπάρακ στη συντριπτική πλειοψηφία, ελάχιστοι από τους οποίους έχουν απολυθεί για τα μάτια του κόσμου, προκαλώντας τη λαϊκή οργή.
Η πολιτική αυτή της κυβέρνησης Σάραφ έχει κατεβάσει για δεύτερη φορά από την πτώση Μουμπάρακ σε απεργία χιλιάδες χαμηλόμισθους εργαζόμενους στα ταχυδρομεία της Αιγύπτου, με οικονομικά (αύξηση των μισθών κατά 7% και των ετήσιων μπόνους) και πολιτικά αιτήματα. Η απεργία, που κηρύχτηκε από τα νέα ανεξάρτητα συνδικάτα των εργαζόμενων, ξεκίνησε στις 25 Αυγούστου στα κυβερνεία της Ισμαΐλια και της Γκαρμπίγια και ακολούθησαν τις επόμενες μέρες οι εργαζόμενοι σε 8 ακόμη κυβερνεία σ’ όλη τη χώρα, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει η λειτουργία του 50% των ταχυδρομείων. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται οι γραμμές αυτές το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, που ουσιαστικά κυβερνά τη χώρα, και η κυβέρνηση Σάραφ αρνούνται να ικανοποιήσουν τα αιτήματα των απεργών. Μάλιστα το περασμένο Σαββατοκύριακο επιχείρησαν να σπάσουν την απεργία στην Ισμαΐλια με τη βία χρησιμοποιώντας το στρατό, χωρίς να τα καταφέρουν.
Απεργία έχουν ξεκινήσει επίσης περισσότεροι από 200 εργάτες στο εργοστάσιο ελαιουργίας και σαπουνοποιίας στη Μανσούρα από τη Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου. Οι απεργοί διεκδικούν αύξηση των μισθών, διπλασιασμό των επιδομάτων και βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής τους περίθαλψης και δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν μέχρι την ικανοποίηση των αιτημάτων τους.
Διαδηλώσεις και καθιστικές διαμαρτυρίες πραγματοποιούνται επίσης από τους εργαζόμενους στους τομείς της πετρελαιοβιομηχανίας και της ηλεκτρικής ενέργειας.








