«Ο δρόμος είναι ανοιχτός για την Τερίζα Μέι να βυθίσει τη χώρα σ' ένα αυτοκαταστροφικό ταξίδι προς το άγνωστο. Η κληρονομιά της θα είναι ότι ρισκάρισε την καταστροφή της οικονομίας και του Ηνωμένου Βασιλείου». Μ' αυτά τα λόγια υποδέχτηκε ο Guardian την ολοκλήρωση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών στη Βρετανία, που επιτρέπει στην πρωθυπουργό Μέι να υπογράψει το αίτημα για ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας για την αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ, κίνηση που αναμένεται να κάνει την επόμενη εβδομάδα (για να είναι συνεπής με την εξαγγελία της ότι θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία του Brexit το Μάρτη του 2017).
Οι αντίπαλοι του Brexit εξακολουθούν να επιτίθενται στη Μέι, ο εκπρόσωπος της οποίας επαναλαμβάνει σαν χαλασμένο γραμμόφωνο αυτό που από πάρα πολλούς θεωρείται ως ένα ευχολόγιο: «Μπαίνουμε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις με πρόθεση να συνάψουμε μια φιλόδοξη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την ΕΕ. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία που θα είναι προς το συμφέρον τόσο της Βρετανίας όσο και των υπόλοιπων κρατών-μελών και θα επιτρέπει και στις δύο πλευρές να εξακολουθούν να ακμάζουν».
Οταν, όμως, η συζήτηση έρχεται σε συγκεκριμένα ζητήματα, τότε ακόμα και υπουργοί της κυβέρνησης Μέι αποκαλύπτουν… αγνωστικισμό. Ακόμα και ο υπουργός αρμόδιος για το Brexit, Ντέιβιντ Ντέιβις, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν υπάρχει κανένας σχεδιασμός για την περίπτωση ενός «σκληρού» Brexit, όπως ονομάζεται το ενδεχόμενο η ΕΕ (δηλαδή ο γερμανογαλλικός άξονας) να μη δεχτεί να υπογράψει κάποια ειδική συμφωνία με τη Βρετανία, αλλά μια συμφωνία σαν αυτές που υπογράφονται στο πλαίσιο του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμού Εμπορίου). «Δεν μπορώ ακόμα να το ποσοτικοποιήσω με λεπτομέρειες. Ισως να μπορώ να το κάνω σε ένα χρόνο από τώρα» δήλωσε ο Ντέιβις, προσθέτοντας ότι έχει ενημερώσει το υπουργικό συμβούλιο για την ανάγκη να καταρτιστούν σχέδια έκτακτης ανάγκης για την περίπτωση που το πράγμα στραβώσει. «Η απάντηση είναι “δεν ξέρουμε“», δήλωσε στον ανταποκριτή των «Νέων» η υφυπουργός Οικονομικών Λούσι Νέβιλ-Ρολφ, όταν της ζήτησε να πει ότι δε θα υπάρξει οικονομική ζημιά στην περίπτωση ενός «σκληρού» Brexit.
Είναι αυτός ο «αγνωστικισμός» που προκαλεί νευρικότητα στους καπιταλιστές, που κάνουν εμπορικές, τραπεζικές και άλλες μπίζνες στο πλαίσιο της ΕΕ. Δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στη Μέι, ότι θα μπορέσει να κάνει τη σωστότερη διαπραγμάτευση, ώστε το Brexit να είναι ουσιαστικά μόνο κατ' όνομα. Δηλαδή, να υπάρχει μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Βρετανίας και ΕΕ σαν αυτή που υπήρχε μέχρι τώρα, σε αντάλλαγμα της οποίας θα αναλάβει και η Βρετανία υποχρεώσεις έναντι της ΕΕ (υποχρεώσεις που θα θυμίζουν τη συμφωνία που είχε κλείσει ο Κάμερον πριν από το δημοψήφισμα).
Βέβαια, και οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ηπειρωτικής Ευρώπης έχουν ανάγκη τη Βρετανία, το κεφάλαιο των επιχειρήσεών της, την αγορά της. Ομως, Γερμανία και Γαλλία ακόμα δεν έχουν μιλήσει. Η επίσημη θέση τους είναι πως πρώτα πρέπει να γίνει η αίτηση για ενεργοποίηση του άρθρου 50 και μετά να αρχίσουν οι συζητήσεις. Θέλουν να φέρουν τη Βρετανία σε θέση άμυνας από την αρχή, ώστε ο τελικός συμβιβασμός να είναι υπέρ τους και σε βάρος της Βρετανίας. Γι' αυτό και ανακάλεσαν από την πολιτική αποστρατεία τον Μισέλ Μπαρνιέ, αναθέτοντας σ' αυτόν τις διαπραγματεύσεις για το Brexit. Στο δε πολιτικό επίπεδο, παραπέμπουν τη Μέι στον… Τουσκ, με τους αρχηγούς των ιμπεριαλιστικών κρατών της Ευρωζώνης να απαξιώνουν να κάνουν ουσιαστική συζήτηση με τη βρετανίδα πρωθυπουργό στις συνόδους κορυφής. Συνόδους που ξεκινούν με 28 και ολοκληρώνονται με 27. Φυσικά, δε θα το πάνε έτσι μέχρι το τέλος. Κάποια στιγμή θα βγουν στη σκηνή οι ηγέτες του γερμανογαλλικού άξονα. Και ίσως τότε να σημάνει η ώρα μιας τελικής συμφωνίας.
Εκεί που έχουν φτάσει τα πράγματα, κανείς δεν ξέρει πώς θα τελειώσει αυτή η διαδικασία. Το Brexit ενεργοποίησε τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού της ΕΕ. Η διοίκηση Τραμπ οξύνει τον ανταγωνισμό με τις ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, έστω και χωρίς τις «αγριότητες» που υποσχόταν προεκλογικά ο αμετροεπής Τραμπ. Ο διιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός οξύνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και δεν έχουμε εκείνα τα στοιχεία που θα μας επιτρέψουν κάποια (μη σεναριολογική) πρόβλεψη για τα στάδια από τα οποία θα περάσει. Το μόνο βέβαιο είναι πως αυτός ο ανταγωνισμός δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την εργατική τάξη και τους λαούς. Αυτά τα έχουν λυμένα οι ιμπεριαλιστές.