Οσοι υποστηρίζουν ότι οι δημοσκοπήσεις μόνο στην Ελλάδα είναι κατευθυνόμενες, ενώ στις «πολιτισμένες» χώρες του μονοπωλιακού καπιταλισμού είναι εργαλεία που «φωτογραφίζουν» με αντικειμενικότητα τις πολιτικές τάσεις, ας ρίξουν μια ματιά στη Γερμανία του τελευταίου δεκαπενθήμερου. Σχεδόν κάθε μέρα και μια δημοσκόπηση. Ολες δε έδειχναν μια προϊούσα πτώση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) σε ενδεχόμενο νέων εκλογών. Μέχρι που παρουσίασαν το SPD να έρχεται τρίτο, μετά την ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD). O λόγος είναι προφανής: να ασκηθεί πίεση στα μέλη του SPD, ώστε στο εσωκομματικό δημοψήφισμα να εγκρίνουν τη συμφωνία για το νέο «μεγάλο συνασπισμό» (GroKo), στον οποίο οι σοσιαλδημοκράτες θα πάρουν έξι υπουργεία, μεταξύ των οποίων και το υπουργείο Οικονομικών αυτή τη φορά.
Η ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών δημιούργησε τη βάση για μια θετική ψήφο, η Μέρκελ βοήθησε με τις παραχωρήσεις υπουργείων και οι εταιρίες δημοσκοπήσεων κλήθηκαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα, ώστε να σπρωχτούν προς το «Ναι» και οι ταλαντευόμενοι, μπροστά στο φάσμα μιας συντριβής του SPD στις νέες εκλογές, που θα είναι αναπόφευκτες αν μετά τη «Τζαμάικα» καταρρεύσει και ο «GroKo». Οι εκτιμήσεις στα γερμανικά ΜΜΕ λένε ότι το «Ναι» θα επικρατήσει άνετα, μολονότι και το «Οχι» θα πάρει σημαντικό ποσοστό. Αυτό θα το ξέρουμε αύριο, όμως ας κρατήσουμε το μόνο σίγουρο συμπέρασμα: οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν το κλίμα, φτιάχνουν κλίμα.
Κατά τα άλλα, η γερμανική πολιτική σκηνή θυμίζει την -παροιμιώδη πλέον- φράση του γερο-αριστοκράτη από τον «Γατόπαρδο» του Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα: «Αν θέλουμε να μείνουν όλα όπως είναι, τότε πρέπει όλα ν’ αλλάξουν». Φυσικά, εκείνα που αλλάζουν είναι κάποια πρόσωπα στην πρώτη γραμμή των αστικών κομμάτων. Μέθοδος γνωστή και δοκιμασμένη σε όλα τα αστικά καθεστώτα. Η αστική πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό προσωποποιημένη, γεγονός που διευκολύνει τα αστικά κόμματα ν' αλλάζουν τα πρόσωπα χωρίς ν' αλλάζουν ούτε στο ελάχιστο την πολιτική. Καμιά φορά συμβαίνει οι αλλαγές να μην περιλαμβάνουν μόνο πρόσωπα, αλλά και ολόκληρα κόμματα. Η Ιταλία είναι το κλασικότερο παράδειγμα. Ομως και στη Γαλλία, το άλλοτε κραταιό Σοσιαλιστικό Κόμμα, που κυβέρνησε τη χώρα τόσες τετραετίες, περιορίστηκε πλέον σε ρόλο κομπάρσου («πασοκοποιήθηκε», σύμφωνα με μια έκφραση που χρησιμοποιούν οι αστοί πολιτικοί αναλυτές), παραχωρώντας τη θέση του σ' ένα «κεντρώο» κόμμα. Στη Γαλλία το «Κέντρο» ήταν μια ενδιάμεση δύναμη, που συμμαχούσε κυρίως με τη Δεξιά, όμως χάρη στην κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, έγινε πρώτη πολιτική δύναμη, αντλώντας στελέχη και από τα δύο παραδοσιακά πολιτικά ρεύματα.
Η Γερμανία δεν περνάει τόσο βαθιά πολιτική κρίση, όμως η πίεση από τα δεξιά πάνω στα δυο μεγάλα αστικά κόμματα καταγράφηκε καθαρά στις τελευταίες εκλογές και έβαλε επί τάπητος την ανάγκη αλλαγών σε πρόσωπα, για να μπορέσουν να «ανανεωθούν» τα κόμματα. Οι σοσιαλδημοκράτες, οι μεγάλοι χαμένοι, ξεκίνησαν ήδη τη σχετική διαδικασία. Ο Σουλτς αποδείχτηκε ένα… χαρούμενο διάλειμμα. Τον εξαφάνισαν από τον πολιτικό χάρτη, χωρίς να του επιτρέψουν να πάρει ούτε ένα υπουργείο, μολονότι ικανοποίησε όλες τις απαιτήσεις τους (κυρίως την απαίτηση να κλείσει συμφωνία με τους Μέρκελ-Ζεεχόφερ). Το δίδυμο Νάλες-Σολτς είναι αυτό που θα διαχειριστεί τις τύχες του κόμματος και θα μαλλιοτραβηχτεί για το χρίσμα του υποψήφιου καγκελάριου στις επόμενες εκλογές.
Η Μέρκελ δεν είναι σίγουρα στα καλύτερά της, δεν περνά όμως και το λυκόφως της, όπως είπε η Νάλες (που δεν κοιτάζει τα χάλια του δικού της κόμματος). Με το που έκλεισε τη συμφωνία για τον κυβερνητικό συνασπισμό, που θα της εξασφαλίσει μια τέταρτη θητεία (θέλει να πάρει το ρεκόρ από τον άλλοτε μέντορά της Χέλμουτ Κολ, που δε δίστασε να τον σκοτώσει πολιτικά για να του πάρει τη θέση), στράφηκε στο κόμμα. Πήρε τον ηγέτη της δεξιάς πτέρυγας Γενς Σπαν και τον έβαλε στο πολιτικά αδιάφορο υπουργείο Υγείας, για να μη δικαιούται να ασκεί κριτική σε οικονομικά ζητήματα. Και έβαλε στη γενική γραμματεία του κόμματος την Ανεγκρέτ Κραμπ-Κάρενμπαουερ, που μάλλον προορίζει για διάδοχό της.








