Παρά την απέλπιδα προσπάθειά του να ισορροπήσει ανάμεσα στο πολιτικό και το νομικό, ο Γ. Παπακωνσταντίνου έκανε μια καθαρά νομική υπεράσπιση του εαυτού του, στην ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής, τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Ιούλη. Ακόμη και προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προανήγγειλε, διότι η Προανακριτική Επιτροπή του έδωσε προθεσμία μόνο 17 ημερών για να διαβάσει την ογκώδη δικογραφία πριν απολογηθεί. Προθεσμία ίση μ’ αυτή που είχε δώσει το τουρκικό κράτος στον Οτζαλάν, ενέργεια για την οποία καταδικάστηκε από το ΕΔΔΑ. «Στο δρόμο της Τουρκίας είμαστε κι εμείς», είπε με νόημα ο Παπακωνσταντίνου.
Δεν ήλπιζε, βέβαια, να μεταπείσει τους βουλευτές. Οι δικές τους αποφάσεις ήταν δεδομένες, υπαγορευμένες από την πολιτική σκοπιμότητα, αν και η ψηφοφορία του επεφύλαξε μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς για την κατηγορία της νόθευσης εγγράφου οι υπέρ της παραπομπής ψήφοι ήταν μόλις 166 (σε 283 ψηφίσαντες), όταν η παραπομπή του τον περασμένο Γενάρη είχε αποφασιστεί με 266 ψήφους. Στους δικαστές που θα κρίνουν τελεσίδικα την υπόθεση της παραπομπής του ή μη στο ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86 του συντάγματος απευθυνόταν ο Παπακωνσταντίνου, εκθέτοντας όλα τα νομικά ζητήματα, τα οποία είχε επεξεργαστεί με τους έμπειρους δικηγόρους που έχει προσλάβει.
Μίλησε για τη μη θεμελίωση του αδικήματος της νόθευσης εγγράφου, δεδομένου ότι δεν έχει βρεθεί το πρωτότυπο. Μίλησε για τη μη θεμελίωση του αδικήματος της απιστίας στην υπηρεσία, καθώς δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί το ύψος της ζημιάς, όπως απαιτείται από το νόμο. Εκανε συνεχείς αναφορές στην Ποινική Δικονομία και στην παραβίαση δικονομικών δικαιωμάτων του, χαρακτηρίζοντας «δικονομικά άκυρη» τη διαδικασία. Γενικώς, ο Παπακωνσταντίνου μίλησε σαν να έκανε απολογία σε δικαστήριο. Γιατί πλέον στους πέντε δικαστές (τρεις από τον Αρειο Πάγο και δύο από το ΣτΕ) στηρίζεται για να τη σκαπουλάρει και να μην παραπεμφθεί σε δίκη.
Το μόνο ζήτημα στο οποίο δεν αναφέρθηκε ο Παπακωνσταντίνου (για ευνόητους λόγους) ήταν αυτό της παραγραφής. Την υπεράσπισή του ως προς αυτό ανέλαβε ο Α. Λοβέρδος, ο οποίος υποστήριξε ότι έχει επέλθει παραγραφή, μετρώντας και τη Βουλή της μιας μέρας (με πρόεδρο τον Πολύδωρα), μεταξύ των εκλογών του Μάρτη και του Ιούνη του 2012. Κατόπιν τούτου, το ερώτημα είναι τι θα πουν επ’ αυτού οι πέντε δικαστές. Μπο- ρούν να το κάνουν και αυτεπάγγελτα, ανεξάρτητα του αν το θέσει η πλευρά Παπακωνσταντίνου. Αυτή θα είναι μια λύση που θα τους βολεύει όλους. Και τον Παπακωνσταντίνου, και τη Βουλή, και το σύστημα που δε θα βρεθεί στην ανάγκη να έχει κατηγορούμενο τον πρώτο μνημονιακό υπουργό Οικονομικών.
Βολεύει, όμως, και τους ίδιους τους δικαστές αυτή η λύση, γιατί δε θ’ αναγκα- στούν να μπουν στην ουσία της υπόθεσης και να χρειαστεί ν’ «αδειάσουν» την προανακριτική της Βουλής, που μολονότι αποτελούνταν από νομικούς, έφτιαξε ένα παραπεμπτικό πόρισμα της πλάκας από νομική άποψη. Με μια παραγραφή βολεύονται όλοι, αλλά πρέπει να περιμένουμε μερικούς μήνες (το δικαστικό συμβούλιο θα ορίσει ένα από τα μέλη του ως ανακριτή και αυτός θα κάνει από την αρχή τακτική ανάκριση, εξετάζοντας όλους τους μάρτυρες της υπόθεσης) για να μάθουμε την τελική λύση που θα επιλεγεί.
Και βέβαια, ερώτημα αποτελεί το αν οι δικαστές θα παραπέμψουν τον περιβόητο Ι. Διώτη, τον συνάδελφό τους πρώην εισαγγελέα που αυτή τη στιγμή είναι κατηγορούμενος σε βαθμό κακουργήματος και κατεξευτελισμένος.







