Στο ντούκου πέρασε η δημοσιοποίηση εκτενών αποσπασμάτων από τις καταθέσεις του Χριστοφοράκου στις εισαγγελικές αρχές του Μονάχου. Τη δημοσιοποίηση έκανε η «Καθημερινή» του συγκροτήματος Αλαφούζου, που προσπαθεί πλέον να κρατήσει αποστάσεις από τα δυο μεγάλα κόμματα εξουσίας και να πλήξει περισσότερο το ΠΑΣΟΚ, που εμφανίζεται με το φωτοστέφανο του αναγεννημένου, αδιάφθορου κόμματος. Το ότι πέρασε στο ντούκου η αποκάλυψη των όσων έχει καταθέσει στη Γερμανία ο Χριστοφοράκος είναι ευεξήγητο. Ούτε η ΝΔ, ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε η Siemens θέλουν να υπάρξει συνέχεια αυτής της ιστορίας. Το κάθε μέρος για τους δικούς του λόγους. Oμως, τα όσα κατέθεσε ο Χριστοφοράκος στους γερμανούς εισαγγελείς έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί μας δίνουν μια μικρή γεύση για το πώς κλείνονται οι δουλειές και δίνονται οι μίζες. Επιβεβαιώνουν αυτά που όλοι έχουμε κατά καιρούς ακούσει, αυτά που αποτελούν παράδοση για το ελληνικό κράτος, αλλά δεν μπορούμε να τα γράψουμε με ονοματεπώνυμο, γιατί απειλούν να μας ξεσκίσουν, επειδή δεν έχουμε αποδείξεις.
Από την πρώτη κιόλας κατάθεσή του ο Χριστοφοράκος ανέφερε ότι ο ίδιος ως αρχιμάνατζερ της Siemens στην Ελλάδα επιφορτίστηκε με το καθήκον να βελτιώσει την εικόνα του γερμανικού μονοπώλιου στην Ελλάδα, διότι μετά την πρώτη υπόθεση των ψηφιακών παροχών, που μπήκε στο αρχείο, είχε «πολύ αρνητικό τύπο». Ο τότε επικεφαλής των σταθερών δικτύων της Siemens Πέτερ Πριμπίλα ζήτησε να επιτευχθεί αυτός ο στόχος «με τη βοήθεια ενός προγράμματος που θα ανέτρεπε τη στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην Siemens, και με μία πολύ ισχυρότερη δικτύωση, αντίστοιχη άλλων μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων». «Ιδιαίτερα –καταθέτει ο Χριστοφοράκος– μας συστήθηκε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα άλλων ελληνικών επιχειρήσεων και για την “καλλιέργεια του τοπίου” να δίνουμε συστηματικά χορηγίες σε πολιτικά κόμματα».
Εσείς τι λέτε, λέει ψέματα; Το πιο αξιοσημείωτο σ’ αυτό το σκέλος της κατάθεσής του είναι η αποκάλυψη ότι οι μίζες δεν ήταν προνόμιο της Siemens, αλλά όλων των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων που κάνουν μπίζνες με το κράτος. Και μάλιστα μίζες όχι σε κρατικούς υπαλλήλους (το λεγόμενο γρηγορόσημο), αλλά στην καρδιά του κράτους, στα πολιτικά κόμματα εξουσίας.
Ο Xριστοφοράκος «δίνει» και ένα από τα γνωστά κανάλια με τα οποία έρχονταν οι μίζες, αυτό της εταιρίας Placid Blue, με διαχειριστή τον Γ. Καλδή. Και συμπληρώνει: «Δεν κράτησα για τον εαυτό μου ούτε ένα σεντ. Οσα χρήματα διακινήθηκαν από αυτό το κανάλι τοποθετήθηκαν για τα συμφέροντα της Siemens… Ο Γ. Καλδής έφερνε τα χρήματα στην Ελλάδα, τα έπαιρνα από αυτόν και τα έδινα σχετικά γρήγορα στους ανθρώπους που ήταν εντεταλμένοι από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Σε τελευταία ανάλυση, τα χρήματα προορίζονταν για τα κόμματα. Στην Ελλάδα έτσι γίνεται, παίρνεις συχνά τηλεφωνήματα από το κόμμα και σε παρακαλούν να τους δώσεις οικονομική βοήθεια… Τηλεφωνήματα δεχόμουν από τα δύο κεντρικά γραφεία των κομμάτων, ονομαστικά από τον κ. Κώστα Γείτονα του ΠΑΣΟΚ και τον Γιάννη Βαρθολομαίο, τον υ-πεύθυνο για τα οικονομικά της Νέας Δημοκρατίας. Αποδείξεις φυσικά δεν υπήρχαν. Μου ήταν σαφές ότι αυτοί οι υπεύθυνοι για τα οικονομικά δεν κρατούσαν τα χρήματα για αυτούς αλλά -έτσι πίστευα- τα παρέδιδαν στο κόμμα». Αναφέρει και πού συναντούσε τους δυο ταμίες: τον Γείτονα στο γραφείο του στο κέντρο της Αθήνας και μια φορά στη Βουλή και τον Βαρθολομαίο σε δωμάτιο της «Μεγάλης Βρετανίας», που πλήρωνε η Siemens.
Αναφέρεται, μάλιστα σε μια συνάντησή του με τον Γείτονα, όταν η Siemens ανησυχούσε μη τυχόν στραβώσει κάτι στην προμήθεια του C4i: «Στον Γείτονα είπα χωρίς περιστροφές ότι η Siemens θα δίνει πάντα χρήματα στα κόμματα, για να στηρίξει το σταθερό δικομματικό σύστημα… θα μπορούσα όμως να φανταστώ ότι η Siemens θα μπορούσε να κάνει μια επιπλέον χορηγία στο κόμμα, χτίζοντας στο 2% αν το κόμμα φρόντιζε να παραληφθεί το έργο ασφάλειας των Ολυμπιακών Αγώνων έγκαιρα. Η χορηγία μας θα ήταν μία προκαταβολή… Ο Γείτονας μου είπε με γλώσσα που στρογγύλευε τα πράγματα, αλλά με σαφήνεια όπως αντελήφθην, ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε. Θα έκανε τις ανάλογες κουβέντες και θα φρόντιζε γι’ αυτό».
To ίδιο πρόθυμος έδειξε και ο Βαρθολομαίος, καθώς η ΝΔ βάδιζε ήρεμη προς την εκλογική νίκη και θα είχε εμπλοκή στην τελική φάση της προετοιμασίας των ολυμπιακών αγώνων: «Και σε αυτόν είπα ό,τι και στον κ. Γείτονα. Και αυτός ήταν έτοιμος, με την προοπτική ότι θα έπαιρνε χρήματα για το κόμμα, να ασκήσει την επιρροή του στα δικά του κομματικά μέλη. Αυτοί έπρεπε στις αποφάσεις που έπαιρναν να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια προς το συμφέρον της Siemens».
Ο Γείτονας είναι και πάλι υποψήφιος του ΠΑΣΟΚ, ο Παπανδρέου υπόσχεται (οποία πρωτοτυπία!) ότι θα είναι αμείλικτος στη διαφθορά και όσα υποστηρίζει ο Χριστοφοράκος διαγράφονται ως «ψέματα ενός υποδίκου». Και η ζωή –φυσικά– συνεχίζεται.
Ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Στο μεταξύ, στο κενό που αφήνει μια υπό κατάρρευση κυβέρνηση, οι διάφορες ομάδες και υποομάδες στα ψηλά σκαλιά της δικαστικής κάστας ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς τους και παίρνουν θέση ενόψει της νέας κατάστασης που θα διαμορφωθεί. Και βέβαια, οι διάφορες καντρίλιες τους παρουσιάζονται ως υπεράσπιση των αρχών του Δικαίου και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Ο πρώην αεροπαγίτης Ι. Τέντες, που τοποθετήθηκε από τον συμπατριώτη του υπουργό Ν. Δένδια στη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ξέρει πολύ καλά ότι έχει ν’ αντιμετωπίσει δυο μέτωπα. Από τη μια το μέτωπο της νέας κυβέρνησης, που δικαίως θα τον θεωρήσει ως άνθρωπο της ΝΔ, και από την άλλη το εσωτερικό μέτωπο, καθώς οι εισαγγελείς τα πήραν στο κρανίο που δεν τοποθετήθηκε στην κορυφή άνθρωπος προερχόμενος απ’ αυτούς, αλλά άνθρωπος προερχόμενος από το δικαστικό κλάδο. Οσμιζόμενος την κατάσταση, επιχείρησε την πρώτη του κίνηση, με το αίτημα να συγκληθεί η Ολομέλεια Εφετών για να ορίσει εφέτη ανακριτή για την υπόθεση Siemens. Θέλησε έτσι ν’ αποτινάξει από πάνω του την «κληρονομιά Σανιδά» και να χτίσει νέες συμμαχίες, ενόψει της νέας κυβέρνησης, με την οποία έχει ανοιχτούς διαύλους, καθώς δεν θεωρείται παραδοσιακός δεξιός, αλλά δικαστής χαμηλών τόνων.
Τον πρόλαβε, όμως, στη στροφή ο δυσαρεστημένος από τον επί χρόνια παραγκωνισμό του από την «παράταξη», αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και προϊστάμενος της επιθεώρησης δικαστών Ι. Παπανικολάου, που επιλήφθηκε μόνος του της «υπόθεσης Ζαγοριανού», λίγο πριν φύγει από το δικαστικό σώμα, χωρίς να έχει γίνει πρόεδρος του Αρείου Πάγου, όπως ήταν ο διακαής πόθος του. Ηταν η εκδίκηση του δυσαρεστημένου. Προσωπικά ο Τέντες θα μπορούσε να πάει πάσο, όμως χρωστούσε χάρη στον Δένδια κι ο τελευταίος απαίτησε να φύγει η υπόθεση από τα χέρια του Παπανικολάου, που φαινόταν να ενεργεί σαν νέος Ζορμπάς. Η κυβέρνηση φοβόταν ότι ο Παπανικολάου δεν θα έμενε στις αιχμές, αλλά θα προχωρούσε σε εκτίμηση για χειραγώγηση του Ζαγοριανού από Σανιδά και υπουργό Δικαιοσύνης. Ετσι, ο νέος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκανε την πρώτη κίνηση «α’λα Σανιδά», προσπαθώντας να πάρει την υπόθεση από τα χέρια του Παπανικολάου και να τη στείλει στο Εφετείο, όπου μπορούσε να την ελέγξει. Παλιά καραβάνα ο Παπανικολάου, είδε τη γκέλα Τέντε, αρνήθηκε να υπακούσει (όπως είχε δικαίωμα) και σε χρόνο ρεκόρ συνέταξε και κατέθεσε το πόρισμά του, πριν προλάβει ο Αρειος Πάγος να εξετάσει την αίτηση εξαίρεσής του, που είχε υποβάλει ο Ζαγοριανός.
Τελικά, ο Ζαγοριανός είδε την αίτηση εξαίρεσης που υπέβαλε να απορρίπτεται και τον εαυτό του να βρίσκεται απέναντι στις βαρύτατες –όχι μόνο πειθαρχικές, αλλά και ποινικές– κατηγορίες της κατάχρησης εξουσίας και της παράβασης καθήκοντος, αδικήματα τα οποία διέπραξε με δόλο, όπως αναφέρει το πόρισμα Παπανικολάου, το οποίο επίσης αφήνει αιχμές και για άλλους, ζητώντας η δίωξη να γίνει και «κατά παντός υπευθύνου» και να αναζητηθούν συνεργοί και ηθικοί αυτουργοί. Σε μια ακόμη άθλια κίνηση, ο Ζαγοριανός, που ήταν απλά το εκτελεστικό όργανο του Σανιδά και της κυβέρνησης Καραμανλή, έσπευσε με καθυστέρηση μηνών να εκδώσει τρίτο ένταλμα σύλληψης κατά Χριστοφοράκου (για την περίοδο 2004-2007), αφού πρώτα όλη η Ελλάδα είχε πληροφορηθεί ότι ο αρεοπαγίτης επιθεωρητής τον κρίνει ένοχο παράβασης καθήκοντος, με κομβική αιτιολογία το ότι δεν εξέδωσε αυτό το ένταλμα, με αποτέλεσμα να ευνοηθεί ο Χριστοφοράκος! Αναρωτιέται κανείς αν ο Ζαγοριανός έχει επαφή με την πραγματικότητα, αν συνειδητοποιεί ότι με αυτό το ένταλμα ουσιαστικά ήρθε να επιβεβαιώσει το σε βάρος του κατηγορητήριο ή αν έχει περιέλθει σε πανικό, αναλογιζόμενος ότι οι άλλοτε ισχυροί προστάτες του τον έχουν εγκαταλείψει (ή δεν είναι πλέον ισχυροί), με αποτέλεσμα να προορίζεται για το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου.







