Μια διαφωτιστική, συνταρακτική εικόνα της προπολεμικής, της ναζιστικής και της μεταπολεμικής περιόδου της Αυστρίας πίσω από την αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας.
Αυτή είναι με δύο λόγια η ουσία ενός από τα πιο σημαντικά βιβλία του αυστριακού συγγραφέα Πέτερ Χάντκε, που έγραψε με αφορμή την αυτοκτονία της μητέρας του στα πενήντα της χρόνια.
Είναι πραγματικά δύσκολο να συναντήσει κανείς ένα τόσο λιτό, ελλειπτικό και ακριβή λόγο που απορρίπτει σαν «απαράδεκτη αξίωση» τη συνήθη προβολή ή παράθεση βιογραφικών ή αυτοβιογραφικών στοιχείων που θα μπορούσαν να επισκιάσουν τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται, ζει και πεθαίνει ένας άνθρωπος. Ταυτόχρονα, είναι αριστουργηματική η ψυχρή, ευκρινής ανάδειξη αυτού του εφιαλτικού κοινωνικού φόντου που δημιουργούσε «ανθρώπους χωρίς ιδιότητες», ανθρώπους που δεν τολμούσαν και δεν ήξεραν πώς να ζήσουν.
Η ανέμελη δυστυχία είναι, εκτός των άλλων, μια πρόσκληση να κατανοηθούν οι καταβολές και η εξέλιξη της αυστριακής κοινωνίας, ξεκινώντας από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ο κλήρος και οι ευγενείς εκμεταλλεύονταν την πιο εύφορη γη της χώρας με όρους που θύμιζε εποχές δουλοπαροικίας. Ενα πλήθος μικροκαλλιεργητών και τεχνιτών μίσθωνε αυτή τη γη σε μια μάταιη προσπάθεια να ξεφύγει από την πλήρη ανέχεια. Στα επόμενα χρόνια, η απόκτηση μιας μικρής έστω ιδιοκτησίας ισοδυναμούσε με εμπράγματη ελευθερία που μπορούσε να μεγαλώσει και να αντιστοιχηθεί με περισσότερα δικαιώματα, μόνο με ακόμα μεγαλύτερη αύξηση αυτής της ιδιοκτησίας. Αυτό επιτυγχανόταν με την πιο σκληρή οικονομία και τη μεγαλύτερη ολιγάρκεια.
Το να ξοδέψουν αυτοί οι άνθρωποι έστω και μια δεκάρα για να μορφώσουν τα παιδιά τους ήταν μια ιδέα παράλογη και ξένη. Η επιθυμία για μάθηση, η περιέργεια για το τι συμβαίνει στον κόσμο σκόνταφτε σ´ ένα τοίχο αποδοκιμασίας.
Κάτω από το βάρος αιώνων εξουσίας της δυναστείας των Αψβούργων και μιας αυταρχικής μετέπειτα αυτοκρατορικής διακυβέρνησης, καθώς και της ισχυρότατης επιρροής του καθολικισμού, διαμορφώθηκε μια άκρως συντηρητική κοινωνία, στην οποία τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από την εκκλησία, τη δουλειά και την οικογένεια. Η καθημερινή ρουτίνα, η υπακοή, τα «χρηστά ήθη», η αποθάρρυνση κάθε αυθορμητισμού, κάθε μοναδικότητας, ιδιαιτερότητας και πάθους, κατέληγαν σε κούφιες ερωτήσεις και στερεότυπες απαντήσεις, στην ομοιομορφία και την ισοπέδωση.
Κοινές ψυχολογικές και πολιτιστικές παράμετροι, μαζί με ένα μακραίωνο κοινό πολιτικό παρελθόν αυτών των γερμανόφωνων λαών, δεν ήταν παράδοξο που οδήγησαν στο Ανσλους. Δεν επρόκειτο απλώς για προσάρτηση της Αυστρίας από τη χιτλερική Γερμανία, αλλά για αποδοχή μέσω δημοψηφίσματος (που όση νοθεία και αν υπήρξε άγγιξε το 99%!) της ένωσης των δύο χωρών. Οι Αυστριακοί υπήρξαν λιγότερο θύματα και περισσότερο θύτες από κοινού με τους ναζί. Μάλιστα, η αποναζιστοποίηση υπήρξε πολύ πιο υποκριτική, σύντομη, επιφανειακή και ανώδυνη στην Αυστρία από ό,τι στη Γερμανία μετά τη λήξη του πολέμου.
Ο Χάντκε σε δύο τρεις σελίδες μόνο, με μια απλή προσεκτική παρατήρηση της κοινωνικής ζωής και λίγες καίριες προτάσεις, περιγράφει όλη την ουσία της δεκαετίας 1938-1948: ένα αίσθημα ενθουσιασμού, κοινοτικής ζωής, υπερηφάνειας και γιορτής είχε κατακλύσει τους περισσότερους απλούς πολίτες. Τι κι αν η ναζιστική προπαγάνδα είχε κατακλύσει τα πάντα; Τι κι αν οι κλέφτες έχαιραν ασυλίας επειδή ισχυρίζονταν ότι έκλεβαν εβραϊκά μαγαζιά; Η σκληρή εργασία αποκτούσε ένα ευχάριστο ενδιαφέρον και σκοπό, η αυτοσυνείδηση και οι οικογενειακοί δεσμοί μεγάλωναν, και ο πόλεμος ήταν μια σειρά συνεχών επιτυχιών.
Η πολιτική – και πριν από τον πόλεμο αλλά και μετά από τον τρόμο και την ανέχεια που ακολούθησε την ήττα – εξακολουθούσε για τους πολλούς να είναι κάτι αφηρημένο και μακρινό. Ο μεταπολεμικός αγώνας για την επιβίωση, η επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα και την πνιγηρή κοινωνική υποκρισία έθαψαν για μια ακόμα φορά την ουσιαστική ζωή και μαζί της κάθε απορία. Η φτώχεια θεωρούνταν ταπείνωση, η κοινωνική πρόοδος ταυτιζόταν με την αγωγή καθαριότητας και οι φτωχοί προσποιούνταν ότι ζούσαν καλύτερα από άλλους φτωχούς. Η δε επαρχιακή κοινωνία παρίστανε την αταξική, αρκεί να ήταν κάποιος περιποιημένος και έξω καρδιά.
Κι όμως. Η μητέρα του Χάντκε, με τη θρυμματισμένη, καταθλιπτική ζωή, διατηρούσε μια σπίθα μέσα της. Αρχισε να διαβάζει μαζί με το γιο της, έμαθε να εκφράζεται που και που, δεν την ενδιέφεραν πια οι αλλοι. Η λογοτεχνία τής μάθαινε μια ζωή που ήταν πια πολύ αργά γι’ αυτήν να τη ζήσει. Μέσα στην ακινησία και την απέραντη μοναξιά της επαρχίας τελείωσε ηθελημένα την άρρωστη ύπαρξή της. Η ίδια η απόφαση της αυτοκτονίας της δεν ήταν μόνο η απόδραση από μια άχαρη, βασανισμένη ζωή, αλλά και η απόδειξη ενός κρυμμένου εσωτερικού κόσμου που δεν του έλειπε εντελώς η επιθυμία, η πνευματικότητα και η αποφασιστικότητα.
Ο Χάντκε μέσα από θραύσματα αγωνιά και αγωνίζεται να δώσει το περίγραμμα της μητέρας του, όμως η κατανόηση του συνόλου ενός ανθρώπου ποτέ δεν μπορεί να χωρέσει σε μια αφήγηση. Ποτέ δεν γνωρίζουμε κάποιον ολοκληρωτικά. Γιατί ο καθένας είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που οι άλλοι βλέπουν. Γιατί η επιφανειακή νηνεμία μπορεί να κρύβει εσωτερικές θύελλες. Γι’ αυτό ο Χάντκε γνωρίζει ότι η ανάκληση και η περιγραφή των αναμνήσεών του οφείλει να είναι πιστή και συγκρατημένη.
Ωστόσο, ο αναγνώστης, σε αυτή την κατά βάθος σπαρακτική αφήγηση του Πέτερ Χάντκε για τη μητέρα του, δε θα «διαβάσει» μόνο την οδύνη του πίσω από τις γραμμές, αλλά θα αντιληφθεί επίσης πολλά από εκείνα που χαρακτηρίζουν ένα μεγάλο συγγραφέα: την εμμονή στην παρατήρηση της καθημερινής ζωής, την άρνηση επιβολής έτοιμων νοημάτων και την προσκόλληση στην πραγματικότητα.
Ε.Σ.








