Στην ιμπεριαλιστική Δύση, με το ολοκαύτωμα των εβραίων από τους γερμανούς ναζί να χρησιμοποιείται ως μπαμπούλας, σε μια πλήρη εργαλειοποίησή του για την προώθηση των επεκτατικών σχεδίων του σιωνισμού, τη συνέχιση της κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών και την εφαρμογή μεθόδων γενοκτονίας μέσα από φρικτά εγκλήματα πολέμου, ελάχιστοι έχουν το θάρρος να «θέσουν τον δάκτυλον επί τον τύπο των ήλων» και να μιλήσουν για τη φασιστικοποίηση της ισραηλινής κοινωνίας και τη στήριξή της στη ναζιστική πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση της χώρας.
Πέρα από μια μερίδα της ντροπιασμένης Αριστεράς και Αναρχίας, που δε δίστασε να χαρακτηρίσει «έγκλημα πολέμου» τον Κατακλυσμό του Αλ-Ακσα, φτάνοντας στο σημείο να προσάψει ακόμα και τη βρισιά του «αντισημιτισμού» σε όλους όσοι υπερασπιζόμαστε το δίκαιο εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Παλαιστίνιων, ακόμα και μεταξύ εκείνων που δεν υποστηρίζουν τη σιωνιστική πολιτική υπάρχουν πολλοί που μας κουνάνε το δάχτυλο και μας ζητούν να ξεχωρίζουμε τον ισραηλινό λαό από την κυβέρνηση Νετανιάχου που είναι αυτή που ευθύνεται για τα εγκλήματα.
Ποιος ξεχνάει κάποιες αισχρές ανακοινώσεις οργανώσεων του ΚΚΕ στη Ρόδο και στο Ηράκλειο, ενάντια στις κινητοποιήσεις μπλοκαρίσματος των ισραηλινών κρουαζιερόπλοιων; Τα μάζεψαν σιωπηρά στη συνέχεια, όμως ακόμα και τώρα διαβάζεις σε έντυπα του ΚΚΕ (και όχι μόνο) για τον ισραηλινό λαό και τους ισραηλινούς αριστερούς, που δεν πρέπει να τους ταυτίζουμε με τους γενοκτόνους της κυβέρνησης.
Υπάρχουν αριστεροί και αναρχικοί και αντιρρησίες συνείδησης στο Ισραήλ. Η συντριπτική πλειοψηφία τους – Παλαιστίνιοι κυρίως – απέχει από κάθε δημόσια παρουσία, τρομαγμένη. Μια χούφτα άνθρωποι, αρνητές στράτευσης και κάποιοι αναρχικοί, τολμά να διαδηλώνει δημόσια. Και τους αξίζει κάθε τιμή, όπως κατ’ επανάληψη έχουμε τονίσει από τις στήλες μας. Δεν είναι όμως αυτοί αντιπροσωπευτικοί της ισραηλινής κοινωνίας. Είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα μιας κοινωνίας φασιστικοποιημένης μέχρι το μεδούλι.
Αλήθεια, τι έγιναν οι χιλιάδες διαδηλωτές που μαζεύονταν κάθε Σάββατο στην περιοχή του υπουργείου Πολέμου στο Τελ Αβίβ; Με εξέδρες, γιγαντοοθόνες, πύρινες ομιλίες και συνθήματα ενάντια στην κυβέρνηση Νετανιάχου; Ανοιξε η γη και τους κατάπιε. Μόλις η Παλαιστινιακή Αντίσταση παρέδωσε τους αιχμάλωτους, ζωντανούς και νεκρούς, στο πλαίσιο της συμφωνίας της 10/10/2025, οι διαδηλωτές σταμάτησαν να συγκεντρώνονται. Κι ας συνεχίζεται η γενοκτονία στη Γάζα. Κι ας ζει υπό πολιορκία και συνεχείς εκτοπισμούς το τετράγωνο της αντίστασης στη βόρεια Δυτική Οχθη. Κι ας παραβιάζεται ωμά η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός από το Ισραήλ.
Το μόνο που τους ένοιαζε ήταν οι αιχμάλωτοι. Δεν ήταν φιλειρηνιστές, ούτε ανθρωπιστές, ήταν οπορτουνιστές σιωνιστές. Μόλις το δικό τους αίτημα ικανοποιήθηκε, αποσύρθηκαν από το προσκήνιο, στέλνοντας το μήνυμα: «τώρα μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε».
Από ιστορική άποψη, έχουμε να κάνουμε με έναν αντιδραστικό λαό, έννοια που θεωρητικά έχει εισαγάγει ο Μαρξ. Ο καθηγητής Δρ. Μόχσεν Μοχάμαντ Σάλεχ, διευθυντής του εγκατεστημένου στη Βηρυτό Al-Zaytouna Centre for Studies and Consultations, σε μια πολιτική ανάλυσή του που δημοσιεύτηκε χτες, παραθέτει υλικό που επιβεβαιώνει πως έχουμε να κάνουμε με μια φασιστικοποιημένη κοινωνία σε ένα ναζιστικό κράτος.
Η Επιστροφή του Μπένετ
Οι περισσότερες ισραηλινές δημοσκοπήσεις από τις 7/10/2023 δείχνουν σταθερά ότι η αντιπολίτευση υπερέχει του κυβερνητικού συνασπισμού, εξασφαλίζοντας συνήθως περίπου 58–61 έδρες, έναντι 49–53 εδρών για τον συνασπισμό. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά την Επιχείρηση Κατακλυσμός του αλ-Ακσα, οι δημοσκοπήσεις γενικά ευνοούσαν τον Μπένι Γκαντζ της κεντροδεξιάς έναντι του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ωστόσο, κατά τον τελευταίο χρόνο, ο Nαφτάλι Μπένετ γνώρισε μια ταχεία πολιτική επάνοδο, αναδεικνυόμενος στο βασικό αντίπαλο της αντιπολίτευσης απέναντι στον Νετανιάχου.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για τον εξτρεμισμό και τον δεξιό προσανατολισμό του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός από το 1996 έως το 1999 και ξανά από το 2009 μέχρι σήμερα, με εξαίρεση μια διακοπή ενός έτους. Ο Ναφτάλι Μπένετ, ωστόσο, ενσαρκώνει μια σύνθεση θρησκευτικού εξτρεμισμού και υπερεθνικιστικού σιωνισμού. Πρώην μέλος του Λικούντ, υπηρέτησε ως προσωπάρχης του Νετανιάχου μεταξύ 2006 και 2008 και ηγήθηκε της εσωτερικής εκστρατείας του Νετανιάχου για την ηγεσία του Λικούντ τον Αύγουστο του 2007.
Ο Μπένετ αργότερα αναδείχτηκε σε κορυφαία μορφή του στρατοπέδου του Θρησκευτικού Σιωνισμού, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του The Jewish Home (Το Εβραϊκό Σπίτι Μας) το 2012 και στη συνέχεια της συμμαχίας Yamina. Μετά από αρκετά χρόνια σχετικής πολιτικής παρακμής, επέστρεψε στο προσκήνιο πέρυσι ιδρύοντας το δικό του κόμμα, «Μπένετ 2026», και αναλαμβάνοντας την ηγεσία της αντιπολίτευσης. Οι εκλογικές του προοπτικές ενισχύθηκαν περαιτέρω μετά τη συγχώνευση του κόμματός του με το Yesh Atid, υπό την ηγεσία του Γιαΐρ Λαπίντ, στο νέο κόμμα «Μαζί» υπό την ηγεσία του Μπένετ.
Οι υποστηρικτές του τον παρουσιάζουν ως έναν «καθαρό Νετανιάχου» ή ως μια μη διεφθαρμένη εναλλακτική λύση!! — δηλαδή κάποιον που μοιράζεται τον ιδεολογικό προσανατολισμό και τη σκληροπυρηνική στάση του Νετανιάχου, αλλά χωρίς τις σχετικές κατηγορίες διαφθοράς.
Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση που δημοσίευσε η Maariv την 1/5/2026, το κόμμα του Μπένετ προβλεπόταν να εξασφαλίσει 28 έδρες στην Kνεσέτ, έναντι 26 για το Λικούντ. Η ίδια δημοσκόπηση έδειχνε επίσης 46% υποστήριξη υπέρ του Μπένετ για την πρωθυπουργία, έναντι 41% για τον Νετανιάχου.
Δεξιά Στροφή της Κοινωνίας
Η ισχύς των δεξιών τάσεων μέσα στην ισραηλινή κοινωνία είναι ιδιαίτερα έντονη μεταξύ των νέων και της Generation Z. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσίευσε η Maariv στις 2/4/2026, το 56% των ερωτηθέντων ηλικίας 18–22 ετών, οι οποίοι θα ψηφίσουν για πρώτη φορά στις επερχόμενες εκλογές, αυτοπροσδιορίζονται ως δεξιοί. Επιπλέον, το 22% ταυτίζεται με την κεντροδεξιά, το 14% με το πολιτικό κέντρο και μόλις το 8% με την αριστερά. Η ίδια έρευνα υποδηλώνει ότι τα γεγονότα της 7/10/2023 και οι συνέπειές τους ενίσχυσαν σημαντικά την προσήλωση των νεαρών Εβραίων Ισραηλινών στη θρησκεία και στην παράδοση. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 57% δήλωσε πως η «πίστη» του έχει ενισχυθεί μετά τις 7/10/2023.
Αυτή η ευρεία δεξιά λαϊκή βάση παρέχει ένα σημαντικό κοινωνικό στήριγμα και ένα είδος πολιτικής θωράκισης για τις επιταχυνόμενες πολιτικές του κυβερνητικού συστήματος όσον αφορά τον εξιουδαϊσμό, την περιθωριοποίηση του παλαιστινιακού ζητήματος, τη χρήση βίας, την περιφερειακή επιθετικότητα και τη μειωμένη σημασία που αποδίδεται στην ειρηνευτική διαδικασία.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήγαγε το Institute for National Security Studies (INSS) και δημοσιεύτηκε στις 4/3/2026, το 81% των Ισραηλινών υποστήριξε την ισραηλινο-αμερικανική επίθεση κατά του Iράν, ενώ το 63% πίστευε ότι η εκστρατεία θα έπρεπε να συνεχιστεί μέχρι την πτώση του ιρανικού καθεστώτος. Την ίδια στιγμή, η προθυμία αποδοχής του κόστους ενός παρατεταμένου πολέμου φαινόταν περιορισμένη, καθώς το 62% δήλωσε ότι θα ανεχόταν να ζει σε κατάσταση πολέμου το πολύ για έναν μήνα. Αυτό υποδηλώνει μια κοινή γνώμη με έντονη υποστήριξη προς τις κλιμακούμενες πολιτικές, αλλά με περιορισμένη ετοιμότητα να υποστεί τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες συνέπειές τους.
Μετά την ανακοίνωση εκεχειρίας με το Ιράν ύστερα από 40 ημέρες πολέμου, η οποία επεκτάθηκε και στον Λίβανο, η Maariv ανέφερε στις 10/4/2026 ότι το 63% των Ισραηλινών ήταν δυσαρεστημένο με την έκβαση του πολέμου με το Ιράν, ενώ το 77% αντιτάχτηκε στον τερματισμό της στρατιωτικής εκστρατείας στον Λίβανο.
Μια περαιτέρω ένδειξη της σκλήρυνσης των ισραηλινών κοινωνικών στάσεων αποτυπώνεται σε δημοσκοπικά δεδομένα που δείχνουν ότι το 88% υποστήριζε την επιστροφή των ισραηλινών δυνάμεων σε βαθιές επιχειρήσεις στον Λίβανο, σύμφωνα με έρευνα που δημοσίευσε το Channel 14 στις 30/4/2026. Στην ίδια δημοσκόπηση, το 77% υποστήριξε τη διακοπή της εισόδου ανθρωπιστικής βοήθειας στη Λωρίδα της Γάζας μέχρις ότου αφοπλιστεί η Χαμάς.
Συνολικά, αυτά τα ευρήματα δείχνουν ευρεία δημόσια υποστήριξη για την επέκταση της στρατιωτικής κλιμάκωσης πέρα από την κατεχόμενη Παλαιστίνη, καθώς και πλειοψηφική αποδοχή της σκόπιμης πρόκλησης λιμού στη Γάζα, όπου ζουν περισσότεροι από δύο εκατομμύρια άμαχοι, με στόχο την επίτευξη μιας «στρατιωτικής νίκης» και της παλαιστινιακής συνθηκολόγησης. Αυτές οι τάσεις αντανακλούν μια βαθιά ριζωμένη μορφή ριζοσπαστικοποίησης μέσα στην ισραηλινή κοινωνία, η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στον Νετανιάχου και στον κυβερνητικό του συνασπισμό.
Η ολοένα πιο σκληροπυρηνική κοινωνική διάθεση αντανακλάται περαιτέρω σε έρευνα που διεξήγαγε το INSS το διάστημα 17–22/2/2026, λίγο πριν από τον πιο πρόσφατο ισραηλινο-αμερικανικό πόλεμο κατά του Ιράν. Τα ευρήματα δείχνουν ότι περισσότεροι από τους μισούς Ισραηλινούς υποστήριζαν μια ανεξάρτητη ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν ακόμα και σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Επιπλέον, το 51,5% θεωρούσε ότι η μετάβαση στη «Φάση Β» στη Γάζα δεν εξυπηρετεί τα ισραηλινά συμφέροντα, ενώ μόλις το 28% υποστήριζε μια «ειρηνευτική συμφωνία» με τη Σαουδική Αραβία που θα περιλάμβανε την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.








