Αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο του Δρ. Μ. Ρεζά Μπεχνάμ, πολιτικού επιστήμονα με ειδίκευση στη συγκριτική πολιτική, με έμφαση στη Δυτική Ασία. Οπως σημειώνει στον πρόλογό του το thinking palestine, από το οποίο το πήραμε και το μεταφράσαμε (έχει δημοσιευτεί και σε άλλες ιστοσελίδες αντιαμερικάνικου προσανατολισμού), «σε αυτή την ανάλυση, ο Μ. Ρεζά Μπεχνάμ εξετάζει τη σύγχρονη πολιτική ταυτότητα του Ιράν μέσα από τις αλληλένδετες ιστορίες της αντι-αποικιακής αντίστασης, της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979 και της αταλάντευτης στήριξης προς την Παλαιστίνη. Υποστηρίζοντας ότι δεκαετίες κυρώσεων, πολέμου και ξένης παρέμβασης ενίσχυσαν αντί να αποδυναμώσουν την Ισλαμική Δημοκρατία, το κείμενο θεωρεί ότι η αντιπαράθεση του Ιράν με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εδράζεται σε έναν βαθύτερο αγώνα γύρω από την κυριαρχία, την περιφερειακή ανεξαρτησία και το μέλλον της Δυτικής Ασίας».
Αν και ο συγγραφέας δεν είναι αντικειμενικός απέναντι στην Ισλαμική Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να μην αναφέρεται καν σε γεγονότα όπως η βίαιη και αιματηρή καταστολή των κομμουνιστών ή να δικαιολογεί τη συντηρητική κοινωνική πολιτική του συστήματος με τις απειλές που δέχεται και την ασφυκτική ιμπεριαλιστική περικύκλωση, από την πρώτη στιγμή μετά τη νίκη της Ιρανικής Επανάστασης το 1979, αν και η θεωρητική του σκευή δεν είναι ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, αλλά οι αρχές της αστικής ιστοριογραφίας, εντούτοις οι ιστορικές αναφορές του είναι σωστές και ο τρόπος σκέψης που ξετυλίγει μας φέρνει σε επαφή με μια σημαντική πλευρά της ιρανικής κοινωνίας και του πολιτικού προσωπικού του συστήματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η οποία συσκοτίζεται και διαστρεβλώνεται από την ενορχηστρωμένη προπαγάνδα όλων των κρατικών και μη κρατικών θεσμών στο σύστημα του ιμπεριαλισμού της Δύσης. Είναι σημαντική αυτή η πλευρά, γιατί μας επιτρέπει να ερμηνεύσουμε ολόπλευρα – και επομένως στέρεα – τις τελευταίες εξελίξεις, πετώντας στα σκουπίδια τα παραμορφωτικά γυαλιά της δυτικής προπαγάνδας.
του Μ. Ρεζά Μπεχνάμ
Με ιστορία που ανάγεται πολύ πριν από τη χριστιανική εποχή, το έθνος που ήταν γνωστό στη Δύση ως Περσία υιοθέτησε επισήμως το γηγενές του όνομα, Ιράν, το 1935. Παρότι έχει επιβιώσει από αιώνες ιστορικών προκλήσεων, οι σημερινές επιθετικές και δόλιες ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ συνιστούν μια άνευ προηγουμένου απειλή για την κυριαρχία του.
Τον 20ό αιώνα, το Ιράν αψήφησε τις ηγεμονικές φιλοδοξίες της Αμερικής στη Δυτική Ασία όταν, ύστερα από χιλιετίες αυταρχικής μοναρχικής διακυβέρνησης, η χώρα βίωσε μια ιστορική λαϊκή επανάσταση, ανέτρεψε τον Σάχη, κατέρριψε έναν πολιτικό μηχανισμό που θεωρούνταν απρόσβλητος και γέννησε την Ισλαμική Δημοκρατία.
Από την Επανάσταση του 1979, κατά την οποία οι Ιρανοί είχαν το θάρρος να αψηφήσουν μια υπερδύναμη, το Ιράν αποτελεί σημαιοφόρο στον αγώνα κατά της αμερικανικής και ισραηλινής κυριαρχίας στην περιοχή. Η Δύση εξακολουθεί να αδυνατεί να κατανοήσει πλήρως τόσο το επαναστατικό πολιτικό του πείραμα όσο και τους Ιρανούς που το ενέπνευσαν.
Η ικανότητα του Ιράν, μετά την Επανάσταση, να φανταστεί ένα εντελώς νέο σύστημα διακυβέρνησης, έπειτα από 2.500 χρόνια αδιάλειπτης αυτοκρατορικής εξουσίας, ήταν βαθύτατα σημαντική. Τον Οκτώβρη εκείνης της χρονιάς, η χώρα μεταμορφώθηκε από μια μοναρχία εξαρτημένη από την Αμερική σε μια κυρίαρχη ισλαμική δημοκρατία με γραπτό σύνταγμα και τακτικά διεξαγόμενες εκλογές.
Η θεσμική συνοχή του συντάγματος αποδείχτηκε μετά από την πρόσφατη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ κατά τη διάρκεια της αμερικανοϊσραηλινής αεροπορικής επιδρομής της 28ης Φλεβάρη του 2026.
Οι συντάκτες του σχεδίασαν ένα πολύπλοκο και πολυεπίπεδο σύστημα ώστε να διατηρείται η θεσμική σταθερότητα απέναντι σε τέτοιους κραδασμούς. Η ταχεία μετάβαση της εξουσίας μέσα σε λίγες ημέρες από τον θάνατό του αποκάλυψε ότι το πολιτικό σύστημα έχει σχεδιαστεί για επιβίωση μέσω οργανωμένης διαδοχής και όχι μέσω εξάρτησης από ένα μόνο πρόσωπο.
Το ιρανικό σύνταγμα, θεμελιωμένο σε ισλαμικές αρχές, απορρίπτει την ξένη κυριαρχία. Η αντιιμπεριαλιστική εξωτερική του πολιτική επιβεβαιώνεται σε όλο το κείμενο. Το Άρθρο 154, για παράδειγμα, αναφέρει ότι η κυβέρνηση «υποστηρίζει τους δίκαιους αγώνες των αγωνιστών της ελευθερίας ενάντια στους καταπιεστές σε κάθε γωνιά του κόσμου».
Μέσα σε αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, ο πρώτος Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, κατέστησε τη στήριξη στον δίκαιο αγώνα των Παλαιστινίων κεντρικό πυλώνα της ιρανικής εξωτερικής πολιτικής. Διακήρυξε ότι η επανάσταση δεν θα ολοκληρωνόταν έως ότου οι Παλαιστίνιοι απελευθερώνονταν από τον «αλαζονικό» ισραηλινό έλεγχο.
Για το Ιράν, δεν έχει σημασία ότι η Παλαιστίνη δεν είναι γεωγραφικός γείτονας ή ότι οι Παλαιστίνιοι είναι αραβικής και όχι περσικής εθνικότητας. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τους άραβες γείτονές του, που παρέμειναν παθητικοί απέναντι στη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ εις βάρος των ομοεθνών τους Αράβων, η Ισλαμική Δημοκρατία έχει ξεχωρίσει ως η μόνη μεγάλη δύναμη που διατήρησε συνεπή στήριξη προς τους Παλαιστίνιους κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης ισραηλινής τρομοκρατίας στην κατεχόμενη Γάζα και στη Δυτική Όχθη.
Το Ιράν ξεχωρίζει ως ένα αξιοσημείωτα σταθερό κράτος, πρόθυμο να υποστεί βαριές οικονομικές συνέπειες και συνέπειες ασφάλειας προκειμένου να διατηρήσει την αμετακίνητη δέσμευσή του προς την Παλαιστίνη — μια απόδειξη ότι δίνει προτεραιότητα στις αρχές αντί στο στενό ίδιον συμφέρον.
Το τίμημα γι’ αυτή τη στάση αρχών περιλαμβάνει πλέον και τον απρόκλητο, καταστροφικό αεροπορικό πόλεμο που εξαπέλυσαν από κοινού το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες στις 28 Φλεβάρη του 2026, ο οποίος σκότωσε τον Αγιατολάχ Χαμενεΐ, μέλη της οικογένειάς του και πολλούς ανώτερους αξιωματούχους. Ο πόλεμος αυτός αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο της διαρκούς, 47χρονης εκστρατείας τους εναντίον της χώρας, εξαιτίας της αντίστασής της και της άρνησής της να ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντά τους.
Η άρνηση του Ιράν να εγκαταλείψει τους συμμάχους του φάνηκε πρόσφατα, όταν ξέσπασε σοβαρή διαμάχη τον Απρίλη σχετικά με το αν η δύο εβδομάδων κατάπαυση του πυρός μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν περιλάμβανε και τον Λίβανο. Παρότι βυθισμένο στον πόλεμο, το Ιράν έθεσε στην άκρη τα δικά του εθνικά συμφέροντα και απαίτησε η εκεχειρία να καλύπτει τον Λίβανο και όλα τα μέτωπα του πολέμου. Η Τεχεράνη δήλωσε επίσης ότι δεν θα συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον αν το Ισραήλ δεν προχωρούσε σε κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο.
Οι Ιρανοί δεν υποφέρουν ποτέ από κόπωση της μνήμης. Η πολύτιμη συλλογική τους μνήμη είναι βαθιά εμποτισμένη στην ιστορία, τη λογοτεχνία, την ποίηση και τον δημόσιο λόγο τους. Γι’ αυτό και η πρόσφατη ατίμωση θα παραμείνει για πάντα χαραγμένη στην εθνική αφήγηση και μνήμη του Ιράν: οι σημερινοί πόλεμοι· η δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη· η σφαγή του σχολείου στη Μινάμπ· το μαρτύριο των σφαγιασμένων Ιρανών· ο βομβαρδισμός αγαπημένων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως το παλάτι Γκολεστάν του 14ου αιώνα στην Τεχεράνη και το παλάτι και οι κήποι Τσεχέλ Σοτούν του 17ου αιώνα στο Ισφαχάν.
Τρία ιστορικά γεγονότα έχουν διαμορφώσει τη συλλογική μνήμη των 93 εκατομμυρίων Ιρανών, καθένα από τα οποία θυμούνται ως αμερικανική προδοσία και επίθεση κατά της εθνικής κυριαρχίας της χώρας — τραύματα που εξακολουθούν να επηρεάζουν την εξωτερική της πολιτική:
- Η ανατροπή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του πρωθυπουργού Μοχάμαντ Μοσαντέκ και η επαναφορά του Σάχη Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί στον Θρόνο του Παγωνιού το 1953.
- Είκοσι έξι χρόνια αμερικανικού παρεμβατισμού, δυτικού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού και καταστολής υπό τη διακυβέρνηση του Σάχη.
- Ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ, 1980–1988.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, στηριζόμενες σε μια πολιτική μη παρέμβασης, οι σχέσεις καλής θέλησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν διατηρήθηκαν έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σύμπτωση της στρατηγικής θέσης του Ιράν, της αυξανόμενης γεωπολιτικής του επιρροής, των εντάσεων του Ψυχρού Πολέμου και του εντεινόμενου ανταγωνισμού για τους ενεργειακούς πόρους συνέβαλε στην αμερικανική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.
Η ταραχώδης ιστορία μεταξύ των δύο πλευρών ξεκίνησε το 1951, όταν τον Μάρτη εκείνου του έτους το Ματζλίς (το ιρανικό κοινοβούλιο) εξέλεξε τον Μοχάμαντ Μοσαντέκ πρωθυπουργό και ψήφισε την εθνικοποίηση της ελεγχόμενης από τους Βρετανούς Anglo-Iranian Oil Company.
Από το 1951 μέχρι το 1953, ο ιρανικός εθνικισμός έφτασε στο απόγειό του, τροφοδοτούμενος από τη μαζική λαϊκή στήριξη προς τον Μοσαντέκ, τη νομοθεσία-ορόσημο για την ανάκτηση εθνικού ελέγχου πάνω στη βιομηχανία πετρελαίου και τη σθεναρή αντίθεσή του στην ξένη κυριαρχία.
Σε ένα πραξικόπημα που οργανώθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς, η δημοκρατική κυβέρνηση του Ιράν ανατράπηκε τον Αύγουστο του 1953. Επανερχόμενος στην εξουσία, ο Σάχης εδραίωσε τα δυτικά συμφέροντα. Ανέτρεψε την εθνικοποίηση, παραχωρώντας μερίδιο 40% της ιρανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας σε αμερικανικές και βρετανικές εταιρείες, δίνοντάς τους ουσιαστικά τον έλεγχο της έρευνας, της παραγωγής και της διύλισης. Για τα επόμενα 26 χρόνια, ο Σάχης εξυπηρετούσε πιστά τις απαιτήσεις και τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Απογυμνωμένος από την εξουσία, ο Μοσαντέκ κατέληξε να συμβολίζει την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια του έθνους. Όταν οδηγήθηκε ενώπιον στρατοδικείου τον Δεκέμβρη του 1953, διατύπωσε λόγια που εξακολουθούν να αντηχούν στους Ιρανούς:
«Είχα μόνο έναν στόχο, και αυτός ήταν ο λαός του Ιράν να ελέγχει τη δική του μοίρα… το μεγαλύτερό μου αμάρτημα είναι ότι εθνικοποίησα την πετρελαϊκή βιομηχανία του Ιράν και κατέρριψα το σύστημα πολιτικής και οικονομικής εκμετάλλευσης από τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του κόσμου… Γνωρίζω πολύ καλά ότι η μοίρα μου πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα στο μέλλον για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, στον αγώνα για το σπάσιμο των αλυσίδων της δουλείας και της υποτέλειας στα αποικιακά συμφέροντα».
Η αποτυχία του Σάχη να διατηρήσει την ιρανική ανεξαρτησία και την εθνική ταυτότητα οδήγησε στην επικείμενη Επανάσταση του 1979. Η προσλαμβανόμενη διάβρωση της πολιτισμικής και θρησκευτικής ταυτότητας του έθνους, σε συνδυασμό με την έλλειψη υποστήριξης για την πνευματική αυτονομία, δημιούργησε έντονη αντιπολίτευση.
Ο ιρανός πολιτικός φιλόσοφος και μυθιστοριογράφος Jalal Al-e Ahmad (1923-1969) αναφέρθηκε στην επιβαλλόμενη εξάρτηση και στην παθητική υιοθέτηση του δυτικού πολιτισμού στο δοκίμιό του του 1962 «Gharbzadegi»· ένας περσικός όρος που μεταφράζεται ως «Δυτικοποίηση-δηλητηρίαση» ή «Westoxification» (gharb σημαίνει Δύση και zadegi, προσβεβλημένος).
Ο Αλ-ε Άχμαντ υποστήριζε ότι το ιρανικό πνεύμα είχε αποικιοποιηθεί από τον εκμαυλισμό της δυτικής νεωτερικότητας. Η πολιτισμική ακεραιότητα υπονομευόταν, καθώς οι Ιρανοί μετατρέπονταν σε απλούς καταναλωτές δυτικών αγαθών και τεχνολογίας.
Πολλοί Ιρανοί βρήκαν έμπνευση για την Ισλαμική Επανάσταση στις ιδέες του Αλ-ε Άχμαντ και σε ακαδημαϊκούς όπως ο Dr. Ali Shariati (1933-1976).
Παρόμοια με τον Αλ-ε Άχμαντ, ο Σαριατί ανέδειξε τον ρόλο του σιιτικού Ισλάμ στον καθορισμό της πολιτισμικής ταυτότητας του Ιράν και στην ενίσχυση της εθνικής ενότητας απέναντι τόσο στον δυτικό πολιτισμικό ιμπεριαλισμό όσο και στην καταπιεστική, εκδυτικισμένη άρχουσα ελίτ των Παχλαβί.
Όπως ανέφερα στο βιβλίο μου, Cultural Foundations of Iranian Politics (Tα Πολιτιστικά Θεμέλια της Ιρανικής Πολιτικής), η Ισλαμική Επανάσταση ήταν ουσιαστικά ένας εσωτερικός, αντιαποικιακός αγώνας — τόσο πολιτικός όσο και κοινωνικός — μέσα στον οποίο μπορούσαν να ενωθούν όλα τα στρώματα της ιρανικής κοινωνίας.
Ήταν το σιιτικό Ισλάμ που έδωσε έκφραση στην πολιτική και οικονομική δυσαρέσκεια και ήταν οι θρησκευτικοί ηγέτες, οι οποίοι γενικά κρατούνταν εκτός κυβέρνησης, που κάλυψαν το πολιτικό κενό. Η ιδεολογία της Επανάστασης οικοδομήθηκε πάνω στην πίστη στις παραδόσεις του παρελθόντος, όχι ως ιδέες και πρακτικές που έπρεπε να ξεπεραστούν, αλλά ως πηγή έμπνευσης για το παρόν και το μέλλον.
Το ότι η Ουάσινγκτον, το Τελ Αβίβ και οι άραβες σύμμαχοί τους ήταν αποφασισμένοι να υπονομεύσουν την Ισλαμική Δημοκρατία ενισχύθηκε από τη στήριξή τους προς τον ιρακινό πρόεδρο Σαντάμ Χουσεΐν κατά τη διάρκεια του Πολέμου Ιράν–Ιράκ. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο αμερικανικός στρατός είχε εμπλακεί άμεσα στον πόλεμο.
Έχοντας επιβιώσει από την οκταετή επίθεση, σε μεγάλο βαθμό χωρίς συμμάχους, η ηγεσία του Ιράν προσκολλήθηκε σε ένα δόγμα άμυνας και εθνικής αυτάρκειας, το οποίο περιλάμβανε την ενίσχυση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων και των δεσμών της με περιφερειακούς εταίρους.
Οι επίμονες υπαρξιακές απειλές υπήρξαν δαπανηρές τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, αναγκάζοντας το Ιράν να επενδύσει τεράστια ποσά για να οχυρώσει την άμυνά του: υπόγειες «πόλεις πυραύλων» — εκτεταμένα δίκτυα σηράγγων, που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε επαρχία, για την αποθήκευση ενός τεράστιου οπλοστασίου βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων κρουζ — drones, επιθετικά σκάφη και προστατευμένες θέσεις εκτόξευσης.
Υπό πολιορκία, η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη εφαρμόσει πλήρως το κοινωνικό συμβόλαιο της επανάστασης, όπως αυτό διακηρύσσεται στο σύνταγμά της. Είναι σαφές ότι υπήρξε κοινωνικό κόστος.
Η πρωταρχική ευθύνη ενός έθνους-κράτους είναι να προστατεύει τα σύνορά του και να διατηρεί κυρίαρχο έλεγχο επί της επικράτειάς του, εξασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια και την ευημερία του λαού του. Αν και η Ισλαμική Δημοκρατία έχει καταφέρει να προστατεύσει την επικράτειά της και να διατηρήσει την εθνική της ταυτότητα, έχει περιορίσει βασικά δικαιώματα.
Υπάρχουν πολυάριθμες εκθέσεις που τεκμηριώνουν την καταπάτηση πολιτικών δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών από την κυβέρνηση. Το ζήτημα που δεν εξετάζεται, ωστόσο, είναι πώς μπορούν να μετρηθούν αυτές οι καταχρήσεις σε μια χώρα που αναγκάζεται να βρίσκεται σε επιφυλακή από το 1979. Η πραγματική δοκιμασία για την Ισλαμική Δημοκρατία θα είναι το κατά πόσον θα χαλαρώσει τους αυστηρούς ελέγχους της όταν πλέον δεν θα υπάρχουν εξωτερικές απειλές.
Για χρόνια, η ισραηλινή υπηρεσία πληροφοριών (Moσάντ) πραγματοποιεί επιχειρήσεις κατασκοπείας, δολιοφθοράς και δολοφονιών ιρανών πυρηνικών επιστημόνων και στρατιωτικών διοικητών, συμπεριλαμβανομένου του πολιτικού ηγέτη της Χαμάς, Ισμαΐλ Χανίγια, στην Τεχεράνη τον Ιούλη του 2024.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Ιούνη του 2025, για παράδειγμα, η Μοσάντ φάνηκε να έχει διεισδύσει στα ανώτατα επίπεδα των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων και να διαθέτει πράκτορες επί του πεδίου. Μετά την επίθεση, ο διευθυντής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, έκανε μια σπάνια δήλωση, προαναγγέλλοντας τις δραστηριότητες της υπηρεσίας κατασκοπείας στο εσωτερικό του Ιράν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων/ταραχών του Γενάρη του 2026 και του τρέχοντος πολέμου του Φλεβάρη· δηλώνοντας ότι το Ισραήλ «θα (συνεχίσει να) βρίσκεται εκεί, όπως βρισκόμασταν πάντα».
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εδώ και δεκαετίες, προετοιμάζουν το Ισραήλ ώστε να αναλάβει το στρατιωτικό τους ρόλο στη Δυτική Ασία, προκειμένου η Ουάσινγκτον να επικεντρωθεί στην αποδυνάμωση της παγκόσμιας επιρροής της Ρωσίας και της Κίνας. Μέσω πρωτοβουλιών όπως οι Συμφωνίες του Αβραάμ, η Ουάσινγκτον επιδίωξε να ενσωματώσει το Ισραήλ στην περιοχή ώστε να αντιμετωπίσει το Ιράν και να αυξήσει την αμερικανική επιρροή στα αραβικά κράτη.
Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπάιντεν, τον Μάη του 2022, αμερικανικές δυνάμεις και η ισραηλινή πολεμική αεροπορία πραγματοποίησαν μια άσκηση διάρκειας ενός μήνα (με την ονομασία «Chariots of Fire»), που προσομοίωνε ευρείας κλίμακας επίθεση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν. Σύμφωνα με πληροφορίες, διατέθηκαν 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια για μια επίθεση που τότε θεωρούνταν πιθανή. Αυτή έγινε πραγματικότητα τον Ιούνη του 2025.
Η επίθεση του Φλεβάρη του 2026 αποκάλυψε τις σκληρές πραγματικότητες των περιφερειακών δυναμικών ισχύος ΗΠΑ και Ισραήλ· μια συμμαχία που έχει αποδειχτεί καταστροφική για το Ιράν, την Παλαιστίνη και για ολόκληρη την περιοχή.
Ο πόλεμος αποκάλυψε επίσης ότι, παρά την επιδεικτική του αυτοπεποίθηση, το Ισραήλ δεν είναι ικανό να διεξάγει παρατεταμένο πόλεμο χωρίς άμεση αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και εμπλοκή.
Όσο κι αν προσπαθούν, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σπρώξουν το Ισραήλ να εισβάλει και να επιβληθεί σε μια περιοχή την οποία δεν γνωρίζει, δεν σέβεται και στην οποία δεν ανήκει. Οι πόλεμοι, η επέκταση, το απαρτχάιντ και η γενοκτονία καθιστούν σαφές ότι ο σιωνισμός δεν έχει μέλλον στη Δυτική Ασία.
Όπως η κατεχόμενη Γάζα και η Δυτική Όχθη, έτσι και το Ιράν έχει φυλακιστεί. Για πάνω από μισό αιώνα, οι Παλαιστίνιοι στη Γάζα είναι εγκλωβισμένοι σε μια «ανοιχτή φυλακή» υπό ισραηλινή στρατιωτική επιτήρηση· ενώ το Ιράν έχει δεθεί με πολυμερείς κυρώσεις, έχει απομονωθεί πολιτικά και περιβάλλεται από αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις.
Η Ισλαμική Δημοκρατία δεν μπορεί να επιστρέψει στο προπολεμικό της καθεστώς. Έχει πλέον κάθε κίνητρο να τερματίσει οριστικά την 47ετή ποινή που της επιβλήθηκε από την Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ το 1979.
Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση έχει επιδείξει την ίδια αυτοκρατορική ύβριν και στενομυαλιά που οδήγησε στις αποτυχημένες πολιτικές του παρελθόντος. Αντί να αποτρέψει και να αποδυναμώσει το Ιράν, ο πόλεμος έχει ενισχύσει την εσωτερική ενότητα. Καθοριστικά, έχει αναζωπυρώσει την επαναστατική ορμή της Τεχεράνης για την αντιμετώπιση της αμερικανο-ισραηλινής ηγεμονίας, την υπεράσπιση της Παλαιστίνης και την εξασφάλιση μιας κυρίαρχης Δυτικής Ασίας.
Με μια ιστορία που ορίζεται από την αντοχή, το Ιράν έχει αντέξει αιώνες εσωτερικών αναταραχών και ξένων παρεμβάσεων. Μια κουλτούρα χτισμένη στην αντίσταση δεν ξεχνά τις δοκιμασίες της. Σήμερα, επιδεικνύει την ίδια επιμονή, αλύγιστη, καθώς αντιμετωπίζει προκλήσεις στην κυριαρχία της, και διαμορφώνει ένα μέλλον απαλλαγμένο από εξωτερικές παρεμβάσεις.