Το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου ανακοίνωσε ότι, από 1 Μαρτίου έως 9 Απριλίου, ανακλήθηκε το καθεστώς διεθνούς προστασίας για 1.203 Σύρους «κατόπιν ενδελεχούς επανεξέτασης». Ακούγεται εντυπωσιακό… Μόνο που οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Η ίδια η διοίκηση αναγνωρίζει ότι η προβλεπόμενη διαδικασία για κάθε ανάκληση διαρκεί περίπου 50 ημέρες.
Και όμως, μέσα σε περίπου 40 ημέρες εμφανίζονται πάνω από 1.200 «ολοκληρωμένες» επανεξετάσεις, χωρίς καμία εμφανή ενίσχυση προσωπικού ή δομών. Είτε λοιπόν ανακαλύφθηκε κάποια μαγική μέθοδος που επιταχύνει τον χρόνο είτε η «ενδελεχής εξέταση» είναι απλώς μια λέξη για εσωτερική κατανάλωση.
Ας το πούμε καθαρά: εδώ δεν έχουμε διοικητική αποτελεσματικότητα, αλλά πολιτική βούληση να καθαρίσουν οι αριθμοί. Η ανάκληση διεθνούς προστασίας δεν είναι τυπική διαδικασία. Προϋποθέτει ατομική εξέταση, αξιολόγηση κινδύνου, τεκμηρίωση. Oχι μαζική παραγωγή αποφάσεων. Οταν όμως η πολιτική γραμμή είναι «μείωση των προστατευόμενων», τότε οι διαδικασίες προσαρμόζονται. Συμπιέζονται δηλαδή και επιταχύνονται και εν τέλει αδειάζουν από περιεχόμενο.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο στόχαστρο μπαίνουν συγκεκριμένα οι Σύροι. Υπό την πολιτική κατεύθυνση του Θάνου Πλεύρη, φαίνεται να επιλέγονται ως «πιλοτική» πληθυσμιακή ομάδα για να δοκιμαστεί στην πράξη το δόγμα «φυλακή ή απέλαση». Δηλαδή, αν μπορεί να εφαρμοστεί μαζικά μια πολιτική εξαναγκασμού χωρίς άμεσο πολιτικό κόστος. Δεν πρόκειται για ουδέτερη διοικητική επιλογή, αλλά για στοχευμένη στρατηγική: ένα τεστ αντοχής των ορίων του δικαίου και της κοινωνικής ανοχής. Πόσο μπορεί να πιεστεί το νομικό πλαίσιο προτού αρχίσει να ρηγματώνεται; Πόσο μπορεί να μετατοπιστεί η γραμμή ανάμεσα στη νομιμότητα και την αυθαιρεσία;
Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η αντίφαση. Γιατί, όσο κι αν αυτή η πολιτική εμφανίζεται ως «αποτελεσματική διαχείριση», στην πράξη σκοντάφτει σε βασικές εγγυήσεις δικαίου και διοικητικές διαδικασίες που δεν μπορούν να παρακαμφθούν με υπουργικές ανακοινώσεις. Το ερώτημα φυσικά δεν είναι αν θα υπάρξουν νομικά εμπόδια, είναι πότε αυτά θα αναδειχθούν και πόσο θα εκτεθούν οι επιλογές που σήμερα παρουσιάζονται ως τεχνικές λύσεις, ενώ στην πραγματικότητα συνιστούν βαθιά φασιστικές πολιτικές αποφάσεις.
Εν προκειμένω όμως, εξετάστηκαν πράγματι 1.203 ατομικές υποθέσεις ή εφαρμόστηκε ένα σιωπηρό φίλτρο αποχαρακτηρισμού; Γιατί όταν ο χρόνος που απαιτείται για μία υπόθεση είναι μεγαλύτερος από τον συνολικό χρόνο μέσα στον οποίο εκδόθηκαν εκατοντάδες αποφάσεις, τότε κάτι δεν πάει καλά. Και δεν είναι θέμα γραφειοκρατίας, είναι θέμα δικαιωμάτων.
Αυτό που διαμορφώνεται είναι μια μετάβαση: από το άσυλο ως προστασία στο άσυλο ως προσωρινή ανοχή. Σου το δίνουν και στο παίρνουν όταν δεν βολεύεις πια. Η διεθνής προστασία παύει να είναι εγγύηση και γίνεται ανακλητό καθεστώς υπό όρους. Ορους που δεν καθορίζονται από τις ανάγκες των ανθρώπων, αλλά από τις ανάγκες της πολιτικής διαχείρισης.
Και εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο: η κανονικοποίηση. Ανακοινώνονται 1.203 ανακλήσεις σαν να πρόκειται για δείκτη απόδοσης. Σαν να είναι επιτυχία. Σαν να μην μιλάμε για ανθρώπους που μέχρι χθες θεωρούνταν ότι χρειάζονται προστασία. Η διοικητική γλώσσα καλύπτει την ουσία: μια πολιτική που μετατρέπει το άσυλο από δικαίωμα σε μεταβλητή.
Οταν οι αριθμοί βγαίνουν, αλλά οι διαδικασίες δεν βγαίνουν, τότε δεν έχουμε απλώς μια αυστηρή και απάνθρωπη πολιτική. Εχουμε ένα σύστημα που λειτουργεί με προαποφασισμένα αποτελέσματα. Και τότε η «ενδελεχής επανεξέταση» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια σφραγίδα.









