του Δρ Ράμζι Μπαρούντ *
16 Μάρτη 2026
Οταν οι Ντόναλντ Τραμπ και Μπενιαμίν Νετανιάχου εξαπέλυσαν τη στρατιωτική τους επίθεση κατά του Iράν στις 28 Φλεβάρη, έδειχναν πεπεισμένοι ότι ο πόλεμος θα ήταν σύντομος. Ο Νετανιάχου φέρεται να διαβεβαίωσε την Ουάσινγκτον ότι η εκστρατεία θα απέφερε μια αποφασιστική στρατηγική νίκη — ικανή να αναδιατάξει τη Μέση Ανατολή και να αποκαταστήσει την αποδυναμωμένη αποτρεπτική ισχύ του Iσραήλ.
Το κατά πόσο ο ίδιος ο Νετανιάχου πίστευε αυτή την υπόσχεση είναι άλλο ζήτημα.
Για δεκαετίες, κύκλοι με επιρροή στο στρατηγικό κατεστημένο του Ισραήλ δεν επιδίωκαν απαραίτητα τη σταθερότητα, αλλά μάλλον τη «δημιουργική καταστροφή». Η λογική είναι απλή: διάλυση εχθρικών περιφερειακών δυνάμεων και αντικατάστασή τους από κατακερματισμένα πολιτικά τοπία.
Η ιδέα αυτή δεν εμφανίστηκε από τη μια μέρα στην άλλη. Διατυπώθηκε με τον πιο σαφή τρόπο σε ένα έγγραφο πολιτικής του 1996 με τίτλο A Clean Break: A New Strategy for Securing the Realm [Καθαρή Ρήξη: Μια Νέα Στρατηγική για την Ασφάλεια του Κράτους], που εκπονήθηκε για τον τότε πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, από ομάδα αμερικανών νεοσυντηρητικών στρατηγιστών, μεταξύ των οποίων και ο Ρίτσαρντ Περλ.
Το έγγραφο υποστήριζε ότι το Ισραήλ θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη διπλωματία «γη έναντι ειρήνης» και αντ’ αυτής να επιδιώξει μια στρατηγική που θα αποδυνάμωνε ή θα απομάκρυνε εχθρικά καθεστώτα στην περιοχή, ιδιαίτερα στο Ιράκ και τη Συρία. Ο στόχος δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική νίκη αλλά μια γεωπολιτική αναδιάρθρωση της Μέσης Ανατολής προς όφελος του Ισραήλ.
Με πολλούς τρόπους, οι επόμενες δεκαετίες φάνηκε να επιβεβαιώνουν αυτή τη θεωρία — τουλάχιστον από την οπτική του Τελ Αβίβ.
Η Μέση Ανατολή Αναδιατάσσεται
Η αμερικανική εισβολή του 2003 στο Ιράκ θεωρήθηκε ευρέως καταστροφική για την Ουάσινγκτον. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, τρισεκατομμύρια δολάρια δαπανήθηκαν και οι ΗΠΑ εγκλωβίστηκαν σε μία από τις πιο αποσταθεροποιητικές κατοχές της σύγχρονης ιστορίας.
Ωστόσο, ο πόλεμος απομάκρυνε την κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν, διέλυσε το κόμμα Μπάαθ και κατέστρεψε αυτό που κάποτε ήταν ο ισχυρότερος αραβικός στρατός στην περιοχή.
Για το Ισραήλ, οι στρατηγικές συνέπειες ήταν σημαντικές.
Το Ιράκ, ιστορικά ένα από τα λίγα αραβικά κράτη ικανά να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά το Ισραήλ, έπαψε να υπάρχει ως συνεκτική περιφερειακή δύναμη. Ακολούθησαν χρόνια αστάθειας, αφήνοντας τη Βαγδάτη με ένα εύθραυστο πολιτικό σύστημα που αγωνίζεται να διατηρήσει την εθνική συνοχή.
Η Συρία, μια ακόμη βασική ανησυχία στη στρατηγική σκέψη του Ισραήλ, θα βυθιζόταν αργότερα στον δικό της καταστροφικό πόλεμο που ξεκίνησε το 2011. Η Λιβύη κατέρρευσε νωρίτερα, μετά την επέμβαση του NATO επίσης το 2011. Σε ολόκληρη την περιοχή, άλλοτε ισχυρά αραβικά εθνικιστικά κράτη κατακερματίστηκαν σε αποδυναμωμένα ή εσωτερικά διχασμένα συστήματα.
Από την οπτική του Ισραήλ, η θεωρία του περιφερειακού κατακερματισμού φαινόταν να αποδίδει.
Χωρίς ισχυρά αραβικά κράτη ικανά να προβάλουν στρατιωτική ισχύ, αρκετές κυβερνήσεις του Κόλπου άρχισαν να επανεξετάζουν την πάγια άρνησή τους να εξομαλύνουν σχέσεις με το Ισραήλ.
Το αποτέλεσμα ήταν οι Συμφωνίες του Αβραάμ, που υπογράφηκαν τον Σεπτέμβρη του 2020 υπό την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και θεσμοθέτησαν την εξομάλυνση σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και Μπαχρέιν, ενώ ακολούθησαν αργότερα το Μαρόκο και το Σουδάν.
Για μια στιγμή, φάνηκε ότι ο γεωπολιτικός μετασχηματισμός που είχαν οραματιστεί δεκαετίες νωρίτερα είχε πραγματοποιηθεί.
Η Γάζα Αλλαξε την Εξίσωση
Αλλά η ιστορία σπάνια εξελίσσεται σε ευθεία γραμμή.
Η γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας από το Ισραήλ δεν παρήγαγε τη στρατηγική νίκη που ανέμεναν οι ισραηλινοί ηγέτες. Αντίθετα, ο πόλεμος αποκάλυψε βαθιές ευπάθειες στη στρατιωτική και πολιτική θέση του Ισραήλ.
Ακόμη πιο σημαντικό, η Παλαιστινιακή Αντίσταση απέδειξε ότι η συντριπτική στρατιωτική ισχύς δεν μπορούσε να μετατραπεί σε αποφασιστικό πολιτικό έλεγχο.
Οι συνέπειες αντήχησαν πολύ πέρα από τη Λωρίδα της Γάζας.
Ο πόλεμος ενεργοποίησε κινήματα αντίστασης σε ολόκληρη την περιοχή, βάθυνε τα ρήγματα μέσα στις αραβικές και μουσουλμανικές κοινωνίες μεταξύ κυβερνήσεων που ευθυγραμμίζονται με την Ουάσινγκτον και εκείνων που αντιτίθενται στις ισραηλινές πολιτικές και πυροδότησε ένα πρωτοφανές κύμα παγκόσμιας αλληλεγγύης προς τους Παλαιστίνιους.
Η διεθνής εικόνα του Ισραήλ υπέστη δραματική φθορά.
Για δεκαετίες, ο δυτικός πολιτικός λόγος παρουσίαζε το Ισραήλ ως ένα δημοκρατικό προπύργιο που περιβάλλεται από εχθρικές δυνάμεις. Αυτή η αφήγηση έχει σταδιακά διαβρωθεί. Ολο και περισσότερο, το Ισραήλ περιγράφεται — ακόμη και από μεγάλους διεθνείς οργανισμούς — ως κράτος που εμπλέκεται σε συστηματική καταπίεση και, στην περίπτωση της Γάζας, σε γενοκτονική βία.
Το στρατηγικό κόστος αυτής της κατάρρευσης φήμης δεν μπορεί να υποεκτιμηθεί. Η στρατιωτική ισχύς δεν βασίζεται μόνο στα όπλα αλλά και στη νομιμοποίηση. Και η νομιμοποίηση, όταν χαθεί, είναι δύσκολο να ανακτηθεί.
Το Τελικό Ρίσκο του Νετανιάχου
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πόλεμος κατά του Ιράν αναδείχτηκε ως το πιο καθοριστικό ρίσκο του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Αν πετύχει, θα μπορούσε να αποκαταστήσει την περιφερειακή κυριαρχία του Ισραήλ και να επαναβεβαιώσει την αποτρεπτική του ισχύ. Η ήττα του Ιράν — ή ακόμη και η σοβαρή αποδυνάμωσή του — θα αναδιαμόρφωνε την ισορροπία ισχύος σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Αλλά η αποτυχία συνεπάγεται εξίσου βαθιές συνέπειες.
Ο Νετανιάχου, που τώρα αντιμετωπίζει ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο το 2024 για εγκλήματα πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας, έχει συνδέσει την πολιτική του επιβίωση με την υπόσχεση στρατηγικής νίκης.
Σε πολλαπλές συνεντεύξεις τον τελευταίο χρόνο, παρουσίασε την αντιπαράθεση με το Ιράν με σχεδόν βιβλικούς όρους. Σε ένα τηλεοπτικό διάγγελμα το 2025, ο Νετανιάχου δήλωσε ότι το Ισραήλ συμμετείχε σε μια «ιστορική αποστολή» για να διασφαλίσει το μέλλον του εβραϊκού κράτους για τις επόμενες γενιές.
Μια τέτοια ρητορική αποκαλύπτει όχι αυτοπεποίθηση αλλά απελπισία.
Το Ισραήλ δεν μπορεί να διεξαγάγει έναν τέτοιο πόλεμο μόνο του. Ποτέ δεν μπορούσε.
Ετσι, ο Νετανιάχου εργάστηκε ακούραστα για να εμπλέξει άμεσα τις ΗΠΑ στη σύγκρουση — ένα γνώριμο μοτίβο στους σύγχρονους πολέμους της Μέσης Ανατολής.
Το Παράδοξο του Πολέμου του Τραμπ
Για τους Αμερικανούς, το ερώτημα παραμένει: γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ — ο οποίος επανειλημμένα έκανε εκστρατεία εναντίον των «ατελείωτων πολέμων» — επέτρεψε στις ΗΠΑ να εισέλθουν σε ακόμη μία σύγκρουση στη Μέση Ανατολή;
Κατά τη διάρκεια της προεδρικής εκστρατείας του το 2016, ο Τραμπ δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Δεν έπρεπε ποτέ να είχαμε πάει στο Ιράκ. Εχουμε αποσταθεροποιήσει τη Μέση Ανατολή».
Ωστόσο, σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, η κυβέρνησή του έχει βυθίσει την Ουάσινγκτον σε μια αντιπαράθεση της οποίας οι πιθανές συνέπειες ξεπερνούν εκείνες των προηγούμενων πολέμων.
Τα ακριβή κίνητρα έχουν μικρότερη σημασία για όσους ζουν κάτω από τις βόμβες.
Σε ολόκληρη την περιοχή, οι εικόνες είναι οδυνηρά γνώριμες: κατεστραμμένες πόλεις, ομαδικοί τάφοι, οικογένειες που θρηνούν και κοινωνίες που για ακόμη μία φορά αναγκάζονται να υπομείνουν τη βία της ξένης επέμβασης.
Αλλά αυτός ο πόλεμος εξελίσσεται σε ένα θεμελιωδώς διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Οι ΗΠΑ δεν κατέχουν πλέον την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία που κάποτε απολάμβαναν.
Η Κίνα έχει αναδειχτεί σε σημαντικό οικονομικό και στρατηγικό παράγοντα. Η Ρωσία συνεχίζει να προβάλλει επιρροή. Περιφερειακές δυνάμεις έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στο να αντιστέκονται στις επιταγές της Ουάσινγκτον.
Η ίδια η Μέση Ανατολή έχει αλλάξει.
Ενας Πόλεμος που Ηδη Πηγαίνει Λάθος
Τα πρώτα σημάδια δείχνουν ότι ο πόλεμος δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις προσδοκίες της Ουάσινγκτον ή του Tελ Αβίβ.
Αναφορές από αμερικανικά και ισραηλινά μέσα ενημέρωσης δείχνουν ότι τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας στο Ισραήλ και σε αρκετά κράτη του Κόλπου δέχονται σοβαρή πίεση υπό συνεχιζόμενες επιθέσεις. Την ίδια στιγμή, το Ιράν και οι περιφερειακοί του σύμμαχοι έχουν επιδείξει πυραυλικές δυνατότητες πολύ πιο εκτεταμένες από ό,τι είχαν προβλέψει πολλοί αναλυτές.
Αυτό που υποτίθεται ότι θα ήταν μια ταχεία εκστρατεία μοιάζει όλο και περισσότερο με παρατεταμένη σύγκρουση.
Οι αγορές ενέργειας παρέχουν μια ακόμη ένδειξη μεταβαλλόμενων ισορροπιών. Αντί να εξασφαλίσει μεγαλύτερο έλεγχο στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, ο πόλεμος έχει διαταράξει τις προμήθειες και έχει ενισχύσει τη διαπραγματευτική ισχύ του Ιράν σε βασικές θαλάσσιες διαδρομές.
Στρατηγικές παραδοχές που βασίστηκαν σε δεκαετίες αδιαμφισβήτητης αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος συγκρούονται πλέον με μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Ακόμη και η πολιτική ρητορική που προέρχεται από την Ουάσινγκτον έχει γίνει αισθητά αμυντική και ολοένα πιο οργισμένη — κάτι που συχνά αποτελεί ένδειξη ότι τα γεγονότα δεν εξελίσσονται σύμφωνα με τον σχεδιασμό.
Μέσα στην ίδια την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, η πνευματική ένδεια της στιγμής είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ, του οποίου η δημόσια εικόνα βασίζεται περισσότερο σε τηλεοπτική επιδεικτικότητα παρά σε στρατηγική παιδεία, έχει συχνά παρουσιάσει τη σύγκρουση με γλώσσα που μοιάζει λιγότερο με στρατιωτικό δόγμα και περισσότερο με θεατρινισμούς αποδυτηρίων.
Σε ομιλίες και συνεντεύξεις, έχει επανειλημμένα απλοποιήσει πολύπλοκες γεωπολιτικές πραγματικότητες σε ωμές αφηγήσεις ισχύος, ανδρισμού και κυριαρχίας. Μια τέτοια ρητορική μπορεί να ενθουσιάζει κομματικά ακροατήρια, αλλά αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: οι άνθρωποι που κατευθύνουν τον πιο επικίνδυνο πόλεμο των τελευταίων δεκαετιών φαίνεται να κατανοούν ελάχιστα τις δυνάμεις που έχουν εξαπολύσει.
Το ύφος του Χέγκσεθ είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης πνευματικής κατάρρευσης στους κύκλους λήψης πολεμικών αποφάσεων της Ουάσινγκτον — όπου η ιστορική γνώση αντικαθίσταται από συνθήματα και ο στρατηγικός σχεδιασμός από θεατρικές επιδείξεις σκληρότητας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πόλεμοι δεν αναλύονται· εκτελούνται σαν παράσταση.
Το Τέλος μιας Εποχής;
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επιδίωξε να κυριαρχήσει στη Μέση Ανατολή. Η Ουάσινγκτον επιδίωξε να επιβεβαιώσει τη θέση της ως η αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη του κόσμου.
Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν φαίνεται να βρίσκεται πλέον εντός εμβέλειας.
Αντίθετα, ο πόλεμος ενδέχεται να επιταχύνει ακριβώς τις μεταβολές που υποτίθεται ότι θα απέτρεπε: έναν φθίνοντα στρατηγικό ρόλο των ΗΠΑ, μια αποδυναμωμένη αποτρεπτική στάση του Ισραήλ και μια Μέση Ανατολή που διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο από περιφερειακούς παράγοντες και όχι από εξωτερικές δυνάμεις.
Ο Τραμπ, παρά τη μεγαλοπρεπή και επιθετική ρητορική, είναι στην πραγματικότητα ένας αδύναμος πρόεδρος. Η οργή σπάνια είναι η γλώσσα της δύναμης· συχνά αποτελεί τη μάσκα της ανασφάλειας. Η κυβέρνησή του έχει υπερεκτιμήσει την στρατιωτική παντοδυναμία της Αμερικής, έχει υπονομεύσει συμμάχους και έχει προκαλέσει αντιπάλους, ενώ έχει εισέλθει σε έναν πόλεμο του οποίου τις ιστορικές, πολιτικές και στρατηγικές διαστάσεις μόλις που κατανοεί.
Πώς μπορεί μια ηγεσία τόσο απορροφημένη από ναρκισσισμό και θεαματισμό να αντιληφθεί πλήρως το μέγεθος της καταστροφής που συνέβαλε να εξαπολυθεί;
Θα περίμενε κανείς σοφία σε στιγμές παγκόσμιας κρίσης. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μια χορωδία συνθημάτων, απειλών και αυτοεπιβράβευσης να εκπορεύεται από την Ουάσινγκτον — μια κυβέρνηση που μοιάζει ανίκανη να διακρίνει τι μπορεί να επιτύχει η ισχύς και τι όχι.
Δεν κατανοούν πόσο βαθιά έχει αλλάξει ο κόσμος. Δεν κατανοούν πώς η Μέση Ανατολή αντιλαμβάνεται πλέον τον αμερικανικό στρατιωτικό επεκτατισμό. Και σίγουρα δεν κατανοούν ότι το ίδιο το Ισραήλ έχει καταστεί, πολιτικά και ηθικά, μια μάρκα σε παρακμή.
Φυσικά, ο Ντόναλντ Τραμπ και η εξίσου αλαζονική κυβέρνησή του θα συνεχίσουν να αναζητούν οποιοδήποτε ίχνος «νίκης» για να το παρουσιάσουν στο εκλογικό τους σώμα ως τη μεγαλύτερη θριαμβευτική επιτυχία στην ιστορία. Πάντα θα υπάρχουν ζηλωτές έτοιμοι να πιστέψουν τέτοιους μύθους.
Ομως οι περισσότεροι Αμερικανοί — και η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο — δεν το κάνουν πλέον.
Εν μέρει επειδή αυτός ο πόλεμος κατά του Ιράν είναι ανήθικος.
Και εν μέρει επειδή η ιστορία έχει ελάχιστη υπομονή για τους ηττημένους.
ΠΗΓΗ: Middle East Monitor
* Ο Ράμζι Μπαρούντ γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Προσφυγικό Καταυλισμό της Νουσεϊράτ στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά εδώ και χρόνια είναι Παλαιστίνιος της διασποράς με αμερικάνικη ιθαγένεια. Είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας, εκδότης του Palestine Chronicle και συνεργάτης πολλών αραβόφωνων και αγγλόφωνων Μέσων. Είναι επίσης Ανώτερος Ερευνητής χωρίς έδρα στο Κέντρο Ισλάμ και Παγκόσμιων Υποθέσεων (CIGA) καθώς και στο Κέντρο Αφρικής-Μέσης Ανατολής (AMEC). Το τελευταίο του βιβλίο έχει τίτλο «Αλυσίδες που θα Σπάσουν: Παλαιστινιακές Ιστορίες Αγώνα και Αντίστασης στις Ισραηλινές Φυλακές» (Clarity Press).