Ο Σταύρος, ως παιδί, έχει την ανάγκη, όταν απογοητεύεται ερωτικά, να αλλάζει την τροπή γνωστών μύθων και ιστοριών της ελληνικής ιστορίας. Μεγαλώνοντας και όντας μέσα στο φοιτητικό κίνημα της μεταπολίτευσης, θα ασχοληθεί με τον κινηματογράφο και άρα ξανά με ιστορίες. Μία προβληματική που θέτει ο Μπουλμέτης και διαπερνά όλη την ταινία του είναι η λειτουργία των μύθων στη ζωή των ανθρώπων, είτε σε προσωπικό είτε σε συλλογικό επίπεδο.
Η ταινία έχει αρκετά κοινά στοιχεία με την προηγούμενη του σκηνοθέτη. Ο Μπουλμέτης επιλέγει να αναδείξει τις εκάστοτε πολιτικές εξελίξεις μέσα από το προσωπικό φίλτρο του πρωταγωνιστή του, το οποίο υπαγορεύει το ανακάτεμα μύθων, ιστοριών, επιθυμιών, ερώτων κι ελπίδων και στο τέλος αναδύεται μια γλυκιά και νοσταλγική θεώρηση, που στηρίζεται στο συναίσθημα και το χιούμορ. Αρα, έχουμε να κάνουμε με ένα είδος σινεμά που ίσως να παρακολουθείται ευχάριστα, αλλά σίγουρα δεν προσφέρει καμιά ουσιαστική κινηματογραφική εμπειρία.
Και αν αυτό το μείγμα στην προηγούμενη ταινία του πέτυχε, ίσως χάρη στη φρεσκάδα του, σ' αυτή εδώ κάτι φαίνεται να μην πηγαίνει τόσο καλά. Ο σκηνοθέτης ξέρει πολύ καλά τι στοιχεία θα χρησιμοποιήσει για το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτά τα στοιχεία όμως δεν είναι οργανικά δεμένα. Ετσι, δίνεται η εντύπωση μιας πιο ακαδημαϊκής προσέγγισης. Τελικά, οι όποιες έξυπνες ιδέες του χάνονται μέσα στην επιτήδευση και το σενάριο καταλήγει πολύ επεξηγηματικό. Η τελική αίσθηση που αφήνει η ταινία είναι η αμηχανία (του σκηνοθέτη και όχι του θεατή που αναζητά ένα σινεμά ουσίας, προβληματισμού και ανάτασης).
Ελένη Π.








