Στην περίπτωση του τηλεπλασιέ-υπουργού Γεωργιάδη ο Μητσοτάκης είχε πολλές αφορμές για να του δείξει την πόρτα. Ξημεροβραδιάζεται σε κανάλια και ραδιόφωνα και μιλά επί παντός του επιστητού, καπελώνοντας άλλους υπουργούς που έχουν την αρμοδιότητα. Ενίοτε καπελώνει και τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αναφερόμενος σε θέματα όπως οι διεθνείς σχέσεις της χώρας. Δε δίστασε, εν μέσω πανδημίας, να βγει και να διαφημίσει «τηλεμαθήματα» που πουλούσε το προσωπικό του μαγαζί. Εχει εξαγγείλει καμιά εικοσαριά φορές τις μπουλντόζες που μπαίνουν στο Ελληνικό και γελάει μαζί του το σύμπαν. Η δήλωση για την Τουλουπάκη, με την οποία έχει ανοιχτούς λογαριασμούς, ήταν απλά το κερασάκι στην τούρτα.
Ομως, ο Γεωργιάδης είναι το γκεσέμι του σαμαρισμού στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ και στην κυβέρνηση του Κούλη. Και δε διστάζει να το διακηρύξει, ψάλλοντας με κάθε ευκαιρία ύμνους στον Σαμαρά. Για παράδειγμα, την περασμένη βδομάδα, κατά τη συζήτηση επίκαιρης επερώτησης 53 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, με το που ακούστηκε το όνομα Σαμαράς, έπιασε το ψαλτήρι: «Το αν έχει πολιτικό θάρρος ή όχι ο Σαμαράς δεν θα το κρίνετε εσείς, κύριε Παππά. Το έχει κρίνει η πολιτική του διαδρομή όλο αυτό το διάστημα που ο ελληνικός λαός τον τίμησε με όλα τα αξιώματα. Ξέρετε τι άλλο τον έχει κρίνει; Η φράση που θα σας πάει μέχρι τέλους, όπως και σας πάει».
Ολο αυτό ακούστηκε περισσότερο ως απειλή για τον Μητσοτάκη, παρά για τους συριζαίους. Ως απειλή για την ύπαρξη ενός πυρήνα με αρχηγό τον Σαμαρά, που θέλει να κρατήσει ψηλά τη σκανδαλολογία, παρά τις προειδοποιήσεις της Ντόρας Μπακογιάννη για μη ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, για μη επιδίωξη νίκης επί του ΣΥΡΙΖΑ με συνεχή επεισόδια σκανδαλολογίας.