Σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει έστω κι έναν μικρό αντιπερισπασμό, η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή το νομοσχέδιο για τα δημοψηφίσματα. Δεν υπάρχει καμιά διαφορά σε σχέση με το αρχικό σχέδιο που είχε ανακοινώσει ο Καστανίδης, εκτός από την καθιέρωση ποσοστού συμμετοχής για να είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεσμευτικό για την κυβέρνηση. Οπως είχαμε γράψει όταν είχε κάνει τις ανακοινώσεις ο Καστανίδης, το βασικό δεν είναι το δεσμευτικό ή μη, αλλά το ότι η κυβέρνηση μπορεί να ελέγχει ολόκληρη τη διαδικασία.
Τα δημοψηφίσματα είναι δύο τύπων. Ο πρώτος τύπος είναι δημοψήφισμα για «κρίσιμα εθνικά θέματα εξωτερικής πολιτικής ή εθνικής άμυνας», αλλά και κάθε άλλο ζήτημα που απασχολεί την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική ζωή. Για τη διεξαγωγή του απαιτείται πρόταση της κυβέρνησης και απόφαση της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών. Αρα, η κυβέρνηση έχει στα χέρια της όλη την πρωτοβουλία. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι δεσμευτικό για την κυβέρνηση εφόσον σ’ αυτό συμμετείχε το 40% του εκλογικού σώματος. Η κυβέρνηση, φυσικά, δεν πρόκειται να προχωρήσει σε πρόταση δημοψηφίσματος, αν δεν είναι σίγουρη ότι θα το κερδίσει.
Ο δεύτερος τύπος είναι δημοψήφισμα για ψηφισμένο νομοσχέδιο που αφορά «σοβαρό κοινωνικό ζήτημα», με εξαίρεση τα δημοσιονομικά. Η πλάκα είναι ότι δημοσιονομικά μπορούν να βαφτι- στούν τα πάντα, όπως για παράδειγμα τα αντιλαϊκά πακέτα που παίρνονται συνέχεια την τελευταία διετία για δημοσιονομικούς λόγους, όπως λένε. Ομως και για τα νομοσχέδια που δεν θα χαρακτηριστούν δημοσιονομικά, για να προκηρυχθεί δημοψήφισμα χρειάζεται πρόταση από τα 2/5 της Βουλής (120 βουλευτές) και ψήφισή της από τα 3/5 (180 βουλευτές). Αρα, η κυβέρνηση έχει σε κάθε περίπτωση βέτο. Ακόμα και αν συνασπιστεί ολόκληρη η αντιπολίτευση και φέρει πρόταση στη Βουλή, ο κυβερνητικός λόχος, που έχει ήδη ψηφίσει το νομοσχέδιο, θα απορρίψει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Οπότε, η πρόβλεψη για δεσμευτικότητα, αν η συμμετοχή είναι τουλάχιστον 50%, δεν έχει καμιά πρακτική αξία.
Ακόμα και τη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων την περιχαρακώνουν όσο μπορούν. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι θα δημιουργούνται δυο επιτροπές προεκλογικού αγώνα, μία για το «ναι» και μία για το «όχι». Σ’ αυτές και μόνο σ’ αυτές θα διατίθεται δωρεάν χρόνος στα ΜΜΕ, ενώ όποιο κόμμα δεν μπει σε μία από τις δύο επιτροπές δεν θα ‘χει δωρεάν χρόνο.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση δεν ανακινεί θέμα άμεσης διεξαγωγής δημοψηφίσματος με τα θέματα που είχε αναφέρει ο Παπανδρέου παλιότερα (λειτουργία της Βουλής, αριθμός βουλευτών, ευθύνη υπουργών, χρηματοδότηση κομμάτων, θητεία αιρετών, εκλογικό σύστημα κ.ά.). Ξέρουν καλά ότι στις σημερινές συνθήκες, με τον ορυμαγδό των αντιλαϊκών μέτρων, όχι μόνο δεν θα πετύχαινε ένας τέτοιος αποπροσανατολισμός, αλλά θα έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα, με το ξέσπασμα της οργής του λαού στο δημοψήφισμα. Αν ηρεμήσουν τα πράγματα, όμως, δεν αποκλείεται ο Παπανδρέου να το αποτολμήσει, σε μια προσπάθεια ν’ αποφύγει την πίεση για εκλογές. Είναι γνωστός, άλλωστε, και ο διακαής πόθος του για εισαγωγή του γερμανικού εκλογικού συστήματος, με πλειοψηφικό σε στενή περιφέρεια, σε συνδυασμό με έδρες που θα διανέμονται σε πανελλαδικό επίπεδο.
Δεν αξίζει τον κόπο, όμως, ν’ ασχολούμαστε με το αν ο Παπανδρέου θα κάνει ή δεν θα κάνει δημοψήφισμα, γιατί έτσι πέφτουμε στην παγίδα του. Γιατί δεν έχουμε να κάνουμε με πρόβλημα του πολιτικού συστήματος που διαχειρίζεται τον ελληνικό καπιταλισμό, αλλά με κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, στο πλαίσιο της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.
Οσες αλλαγές κι αν κάνουν στο πολιτικό σύστημα, τίποτα δεν θ’ αλλάξει για τους εργαζόμενους και τους νέους, οι οποίοι θα εξακολουθούν να υφίστανται την άγρια επίθεση του κεφάλαιου, για να παγιωθεί ένα καθεστώς υπερεκμετάλλευσης κινέζικου τύπου. Αλλα, λοιπόν, είναι τα καυτά θέματα και σ’ αυτά πρέπει να επικεντρωθούμε.
Οσες αλλαγές κι αν κάνουν στο πολιτικό σύστημα, τίποτα δεν θ’ αλλάξει για τους εργαζόμενους και τους νέους, οι οποίοι θα εξακολουθούν να υφίστανται την άγρια επίθεση του κεφάλαιου, για να παγιωθεί ένα καθεστώς υπερεκμετάλλευσης κινέζικου τύπου. Αλλα, λοιπόν, είναι τα καυτά θέματα και σ’ αυτά πρέπει να επικεντρωθούμε.








