Με οπερετικές κινήσεις προσπαθεί απεγνωσμένα η κυβέρνηση να αποκοιμίσει τους μαθητές και φοιτητές, φοβούμενη ένα νέο γύρο κινητοποιήσεων μετά τις γιορτές, να ρετουσάρει, ει δυνατόν, το στραπατσαρισμένο της πρόσωπο και να αντιρροπήσει τη δυσαρέσκεια και τον πιθανό ξεσηκωμό των φοιτητών, ενόψει της έκδοσης του ΠΔ για την ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας για την αναγνώριση των «κολεγίων». Το φάντασμα της πρωτοφανούς νεολαιίστικης εξέγερσης του Δεκέμβρη πλανιέται πάνω από τα σαλόνια του συστήματος, σκορπώντας τον φόβο ότι μπορεί η λαϊκή αντιβία (έκδηλη και πλατιά κατά τη διάρκεια της εξέγερσης) να νομιμοποιηθεί στη συνείδηση της νεολαίας και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, μεσούσης της καπιταλιστικής κρίσης. Μετά τις δακρύβρεχτες παραστάσεις «κατανόησης» της οργής και του θυμού της νεολαίας, η κυβέρνηση πέρασε σε νέες βερσιόν προσπαθειών ενσωμάτωσης. Αρον άρον ο Καραμανλής έσπευσε να ζητήσει προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη βουλή για την Παιδεία, και ο Στυλιανίδης ανακοίνωσε την άμεση έναρξη του «διαλόγου» για την «αναμόρφωση του Λυκείου».
Διάλογος προσχηματικός και παραπλανητικός
Ο Στυλιανίδης διαβεβαιώνει σε όλους του τόνους ότι ο «διάλογος» έχει στόχο τη «διαμόρφωση του νέου ποιοτικού Λυκείου», ότι «θα είναι εξαντλητικός», ότι «η κυβέρνηση δεν τον προκαταλαμβάνει» και ότι «το υπουργείο Παιδείας προσεγγίζει με σεβασμό τη νέα γενιά και είναι έτοιμο να την ακού-σει, να εξετάσει τις προτάσεις της και να τις υιοθετήσει». Παράλληλα, τα διάφορα παπαγαλάκια έχουν ξαμολυθεί, σκορπίζοντας φήμες ότι η κατάληξη αυτού του διαλόγου θα είναι η ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ. Αρα χαράς ευαγγέλια για τη νεολαία, που απαλλάσσεται από έναν μεγάλο βραχνά -αυτόν των εξετάσεων- και επομένως περιττεύει κάθε σκέψη για περαιτέρω συνέχιση των κινητοποιήσεων, αφού έγινε πια η αρχή και η κυβέρνηση έστησε ευήκοον ους. Πέρα από την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής για την Παιδεία, που θα αναφέρουμε αμέσως παρακάτω, είναι χαρακτηριστικό να υπογραμμίσουμε ότι πουθενά ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Παιδείας δεν δεσμεύονται ότι θα υπάρξει τέτοια εξέλιξη, ελεύθερη πρόσβαση δηλαδή στα Πανεπιστήμια. Αντίθετα, ο Στυλιανίδης, στο εγγύς παρελθόν έχει αναφερθεί «στην αποσύνδεση του Λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις», που δε σημαίνει κατ’ ανάγκην και κατάργηση των εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (οι εξετάσεις μπορούν κάλλιστα να τοποθετηθούν μετά το Λύκειο), ενώ και στο παρελθόν, αλλά και τώρα, αρκείται στην παπαρολογία για «παρακολούθηση της ευρωπαϊκής τάσης για τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, που είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης» , η οποία όμως, όπως τονίζει, απαρέγκλιτα συνοδεύεται «από τις αρχές της αντικειμενικότητας, της αξιοκρατίας και της συνεχούς αξιολόγησης». Με άλλα λόγια, εξετάσεις και πάλι (εκεί παραπέμπει η αντικειμενικότητα και η αξιοκρατία) και ένταση των ταξικών φραγμών των αξιολογικών κρίσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του Λυκείου (εκεί παραπέμπει η συνεχής αξιολόγηση), γιατί, όπως έχει ο ίδιος πει «δεν κάνουν όλοι για όλα».
Ολα τούτα αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να ανοίξει τις πόρτες των Πανεπιστημίων σε όλους.
Προς επίρρωση αυτού του συμπεράσματος έρχεται η ίδια η ουσία της πολιτικής για την Παιδεία, που αποκαλύπτει και τις πραγματικές προθέσεις. Μόλις προχθές ψηφίστηκε ένας ακόμη προϋπολογισμός, στον οποίο οι έτσι και αλλιώς εξευτελιστικές δαπάνες για την Παιδεία εμφανίζονται παραπέρα μειούμενες. Θεσμοθετήθηκαν φραγμοί, όπως η βάση του 10, που πετούν κάθε χρόνο έξω από την τριτοβάθμια εκπαίδευση δεκάδες χιλιάδες υποψήφιους, ενώ ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μας, οι αμετακίνητες τοποθετήσεις του υπουργού Παιδείας για την «ευεργετική διάσταση» αυτού του μέτρου, παρά τις αντιδράσεις και συστημικών παραγόντων των «τοπικών κοινωνιών». Περιορίστηκαν και αυτή τη χρονιά οι προσφερόμενες θέσεις στις σχολές-φιλέτα των μεγάλων αστικών κέντρων, αυξάνοντας δραματικά το σκληρό ανταγωνισμό των υποψήφιων και δημιουργήθηκε μια εικονική πραγματικότητα «αύξησης» των θέσεων των περιφερειακών ΤΕΙ, της οποίας η κατάληξη είναι να μένουν κενές χιλιάδες από τις προσφερόμενες θέσεις. Μόνο τα τελευταία τρία χρόνια, που εφαρμόζεται η βαθμολογική βάση του 10 και το εφεύρημα του «ανώτατου αριθμού εισακτέων» χάθηκαν 50.412 θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ακόμη και αυτός ο νέος νόμος-πλαίσιο για τα ΑΕΙ-ΤΕΙ, αλλά και τα νομοθετήματα για τα μεταπτυχιακά και την έρευνα, σηματοδοτούν την ελαχιστοποίηση των κρατικών δαπανών για τα Ιδρύματα, με προφανή στόχο να τα ρίξουν στην αγκαλιά των επιχειρήσεων και την απεύθυνση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε έναν περιορισμένο αριθμό υποταγμένων νέων (ρύθμιση για τους «αιώνιους φοιτητές»), που ανεβαίνοντας τους «κύκλους σπουδών», κατά τις κατευθύνσεις της Μπολόνια, θα είναι όλο και μικρότερος και αποτελούμενος από τους «εχούμενους» αυτής της κοινωνίας. Αλλωστε, η πρεμούρα για την κατάργηση του άρθρου 16 (που δεν κατέστη εφικτή) και στη συνέχεια για την ανωτατοποίηση των «κολεγίων», που ισοτιμούνται με τα ΑΕΙ-ΤΕΙ με τις ευλογίες της ΕΕ, αυτό ακριβώς φανερώνει: Συστηματική συρρίκνωση του δημόσιου Πανεπιστήμιου και ενίσχυση των «μαγαζιών» που πουλούν «πτυχία» σε όσους έχουν τη δυνατότητα.
Από την άλλη, είναι τουλάχιστον αφελές να θεωρήσουμε ότι πρόθεση του ΥΠΕΠΘ είναι να διαμορφώσει «ένα νέο ποιοτικό Λύκειο», που θα «πάψει να είναι χώρος επίδειξης φροντιστηριακών γνώσεων, που θα πάψει να προωθεί την αποστήθιση σε βάρος της κριτικής σκέψης και της αναλυτικής ικανότητας του μαθητή», όπως ανέξοδα κομπορρημονεί ο υπουργός Παιδείας. Γιατί εδώ επικρατεί μια αναντίρρητη αλήθεια: σχολείο έξω από την πολιτική είναι ψέμα και υποκρισία. Και σήμερα κυρίαρχη πολιτική είναι η πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Που με τη σειρά τους επιτάσσουν από το εκπαιδευτικό σύστημα να «παράγει» μια μεγάλη μάζα μισομορφωμένων, μισοειδικευμένων ανθρώπων-μερικών εργαλείων, φθηνών και «ευέλικτων» (φαινόμενο ιδιαίτερα έντονο στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης και της ανάπτυξης της πληροφορικής), ιδεολογικά και πολιτικά επηρεασμένων από τις «αξίες» του καπιταλισμού, ώστε να υποτάσσονται χωρίς αντίρρηση στη βουλιμία του κεφάλαιου. Το σχολείο δεν προσφέρει πλατύ και στέρεο πεδίο γνώσεων, δε μορφώνει ολόπλευρα την προσωπικότητα του νέου ανθρώπου, μέσω της ολόπλευρης ανάπτυξης όλων των ικανοτήτων και δεξιοτήτων του, δεν του δίνει τη δυνατότητα να ζήσει και να χαρεί τον υλικό και πνευματικό πολιτισμό. Αντίθετα, με όλα τα μέσα (μαθησιακή διαδικασία, ποινές, βαθμολογία κ.λ.π.) επιβραβεύει την άκριτη αποστήθιση ξερών πληροφοριών, τον ανταγωνισμό και όχι το ομαδικό πνεύμα, την υποταγή στην ιεραρχία. Η ένταση των ταξικών φραγμών (συνεχείς εξετάσεις, καθημερινά τεστ, συνεχής ενίσχυση της ύλης και αύξηση του βαθμού δυσκολίας της, βαθμολογία, διαχωρισμός του Λυκείου σε Γενικό και Επαγγελματικό που ξεχωρίζει από νωρίς την ήρα απ’ το στάρι, πετώντας στον μορφωτικό Καιάδα τα παιδιά της εργατικής τάξης, η βάση του 10 κ.λ.π.) χτυπά ανελέητα τα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων και ξεζουμίζει με τη φάμπρικα των φροντιστηρίων το εισόδημα της λαϊκής οικογένειας. Η ασθένεια του εκπαιδευτικού συστήματος στον καπιταλισμό είναι ανίατη και κανένα ρετουσάρισμα του τρόπου εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν θα το αναμορφώσει «ποιοτικά».
Επειτα, είναι τουλάχιστον γελοίο να πιστέψουμε ότι ενός πανεπιστήμιου υποταγμένου στην αγορά και τις επιχειρήσεις (κεντρική ιδέα της Μπολόνια, της οποίας φανατικός υποστηρικτής είναι η κυβέρνηση, αλλά και το ΠΑΣΟΚ) θα προηγείται ένα σχολείο, ένα Λύκειο που θα προσφέρει πραγματική μόρφωση και θα καλλιεργεί την κριτική σκέψη.
Είναι λάθος επίσης να πιστέψουμε πως η αστική τάξη μπορεί να αγκαλιάσει την ιστορικά διαμορφωμένη τάση της ελληνικής εργαζόμενης κοινωνίας για πανεπιστημιακή μόρφωση. Γιατί είναι σαν να βάζει τα ίδια της τα χέρια και να βγάζει τα μάτια της, αφού θα συνηγορήσει στη γιγάντωση του «στρατού της κοινωνικής ανατροπής», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο διορατικός πατενταρισμένος αστός Γεώργιος Παπανδρέου (ένα από τα αίτια που τροφοδότησαν την οργή της νεολαίας είναι το αβέβαιο και γκρίζο μέλλον παρά τα πανεπιστημιακά πτυχία που διαθέτουν πολλοί).
Παραλλαγές στο ίδιο θέμα
Παράλληλα με την κήρυξη έναρξης του «διαλόγου», διαρρέουν και τα διάφορα σενάρια «ελεύθερης πρόσβασης», καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες. Τα σενάρια αυτά προέρχονται από το γνωστό μας φανατικό πολέμιο του φοιτητικού κινήματος, Βερέμη, πρόεδρο του πεθαμένου στην πράξη Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ), τον Μπαμπινιώτη, που βάζει τις δικές του πινελιές ως υπεύθυνος της «αναμόρφωσης των αναλυτικών προγραμμάτων» σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο και τον ΣΥΡΙΖΑ και όλα αποτελούν παραλλαγές στο ίδιο θέμα. Βασική φιλοσοφία είναι η τοποθέτηση του ταξικού φραγμού των εξετάσεων σε υψηλότερο επίπεδο, μέσα στα ίδια τα Πανεπιστήμια, με την καθιέρωση ενός «προπαρασκευαστικού έτους» και η διατήρηση του κλειστού αριθμού εισακτέων.
u Ο Βερέμης ανακοινώνει πως το πόρισμα του ΕΣΥΠ θα είναι έτοιμο περί τα τέλη Ιανουαρίου. Θα περιλαμβάνει: α) την κατάργηση των πανελλαδικών, που είναι συγχρόνως και εισαγωγικές και απολυτήριες β)την εισαγωγή όλων των απόφοιτων του Λυκείου, εφόσον το επιθυμούν, χωρίς περιορισμούς σε μεταλυκειακό-προπαρασκευαστικό έτος γ) το χωρισμό του μεταλυκειακού έτους σε τέσσερις κατευθύνσεις, θετικών επιστημών (Ιατρικές, Φυσικομαθηματικές, κ.λ.π.), εφαρμοσμένων επιστημών (Πολυτεχνεία), οικονομικών και ανθρωπιστικών επιστημών (Νομικές, Φιλολογίες, κ.λ.π.) δ) Την επιλογή από κάθε απόφοιτο Λυκείου μιας μόνο από τις τέσσερις κατευθύνσεις, ώστε να είναι υποψήφιος μόνο για τις σχολές που θα ανήκουν σ’ αυτή ε) τη διδασκαλία τεσσάρων μαθημάτων σε κάθε κατεύθυνση, στα οποία θα εξετάζονται οι υποψήφιοι στο τέλος του μεταλυκειακού έτους στ) τη διενέργεια των εξετάσεων από εθνικό εξεταστικό οργανισμό, που θα λειτουργεί υπό την εποπτεία του υπουργείου Παιδείας ζ) τη διατήρηση του κλειστού αριθμού εισακτέων. Ο Βερέμης απέκλεισε την άμεση εμπλοκή των Πανεπιστημίων, είτε στη διεξαγωγή των εξετάσεων, είτε στον καθορισμό του αριθμού των θέσεων εισακτέων, είτε στην επιλογή των θεμάτων, ώστε να διαφυλαχθεί το «αδιάβλητο». Τη δημιουργία μεταλυκειακού-προπαρασκευαστικού έτους, το ΕΣΥΠ την ισοσκελίζει με την αφαίρεση ενός έτους από την υποχρεωτική εκπαίδευση.
u Κατηγορηματικά αντίθετος με την αφαίρεση ενός έτους από την υποχρεωτική εκπαίδευση, εμφανίζεται ο Μπαμπινιώτης, ο οποίος δίνει και διάφορες παραλλαγές του συνυπολογισμού του προπαρασκευαστικού έτους στις πανεπιστημιακές σπουδές (1+3 ή 1+4). Προτείνει επίσης ως εναλλακτικό σενάριο τις εισαγωγικές εξετάσεις απευθείας στις σχολές, οι οποίες θα καθορίζουν την ύλη και θα επιλέγουν τα θέματα. Σε κάθε περίπτωση, ο Μπαμπινιώτης πρεσβεύει με φανατισμό τη θεσμοθέτηση του συνυπολογισμού της επίδοσης των μαθητών σε όλο το Λύκειο και την επαναφορά του επιθεωρητισμού, που τώρα λέγεται κομψά «αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου».
u Στο ίδιο μοτίβο παίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ, που έχει πάρει στις πλάτες του την «υπεράσπιση» της νεολαίας και κάνει εκκλήσεις στον Καραμανλή να δώσει κάτι για να βουλώσει τα στόματα. Η περιβόητη «ελεύθερη πρόσβασή» του στα ΑΕΙ-ΤΕΙ έχει στον πυρήνα της μια συνεχή αξιολογική διαδικασία του νέου σε όλη τη διάρκεια του εκπαιδευτικού του βίου. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να δημαγωγήσει προτείνοντας την κατάργηση της αριθμητικής βαθμολογίας στο Λύκειο, που όμως την επαναφέρει καμουφλαρισμένη με την καθιέρωση κλίμακας με τα χαρακτηριστικά «κάτω από τη βάση, βάση, καλά, πολύ καλά, άριστα»! Τις ενδολυκειακές εξετάσεις αντικαθιστά το απολυτήριο που θα «συμπυκνώνει και θα συνθέτει τις επιδόσεις στις διάφορες σχολικές δραστηριότητες» ( όπως επιδόσεις σε μαθήματα, εργασίες, εξετάσεις σε λογισμικό υπολογιστών, γλωσσομάθεια, κ.λ.π.), μια παραλλαγή δηλαδή του συνυπολογισμού της βαθμολογίας όλων των τάξεων του Λυκείου. Με αυτό το απολυτήριο, που είναι δεδομένο ότι δεν θα αποχτιέται εύκολα και απ’ όλους, οι νέοι θα μπορούν να εγγράφονται στο Πρώτο Πανεπιστημιακό Ετος, που όμως δεν θα είναι οριοθετημένο σε Πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ, σε Σχολή ή Τμήμα. Θα διαμορφώνεται με βάση κατευθύνσεις και το «γνωστικό τους περιεχόμενο» και στο τέλος αυτού του έτους-σούπα θα «γίνεται η κατάταξη του φοιτητή στη συγκεκριμένη σχολή ή Τμήμα», με βάση «την απόδοση στα μαθήματα του πρώτου έτους», δηλαδή με αυστηρές εξετάσεις και πάλι. Πρόκειται για παραλλαγή του προπαρασκευαστικού έτους των Βερέμη-Μπαμπινιώτη, με τη διευκρίνιση ότι αυτό θεωρείται μέρος του χρόνου των σπουδών (1+3). Η αναφορά ότι στο Πρώτο Ετος οι σπουδές θα αφορούν απλά «γνωστικά αντικείμενα» και η τοποθέτηση των επιστημονικών σπουδών στα επόμενα 3 έτη, παραπέμπουν ευθέως στη Μπολόνια, που ορίζει τον πρώτο κύκλο σπουδών σε τρία έτη. Βεβαίως, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κατεύθυνση δήθεν της «αριστεράς», ντύνει την πρότασή του με ζωηρές πινελιές, όπως αυτές της γενναίας χρηματοδότησης της Παιδείας, της «απελευθέρωσης της διδασκαλίας στο Λύκειο», μέσω της ανάδειξης της συνεργατικής μάθησης, της ανάπτυξης της συνδυαστικής γνώσης, της διεπιστημονικότητας, της ενεργούς και βιωματικής μάθησης, της διαφοροποιημένης μάθησης για τα παιδιά με ιδιαιτερότητες και προέλευση διαφορετικής πολιτιστικής καταγωγής και άλλα πολλά ηχηρά. Τα οποία, όμως, στον καπιταλισμό γίνονται σκόνη και εκείνο που μένει είναι το θλιβερό «δια ταύτα», των εξετάσεων και της συνεχούς αξιολόγησης.
♦ Κάπως διαφοροποιημένη εμφανίζεται η πρόταση του ΠΑΣΟΚ, που επαναφέρει το Εθνικό Απολυτήριο του Γιωργάκη και από κει και πέρα η ευθύνη μετατοπίζεται στα ίδια τα Πανεπιστήμια, που καθορίζουν τα κριτήρια και τους όρους εισαγωγής. Πρόκειται για την ακραία μορφή της «ελεύ-θερης πρόσβασης», που στενεύει ασφυκτικά τα όρια εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
♦ Ο Περισσός αναλαμβάνει να κριτικάρει τους πάντες, αποφεύγοντας επιμελώς να διατυπώσει τη δική του πρόταση. Είναι χαρακτηριστική η έλλειψη της έστω και παραμικρής νύξης, σε σχετικό εκτενές άρθρο του Ριζοσπάστη (6 Γενάρη 2009). Είναι γνωστό, ότι παλιότερα είχε ταχθεί υπέρ των εισαγωγικών εξετάσεων, τοποθετούμενων μετά το πέρας του Λυκείου, ενώ οι θέσεις του για τα «πτυχία με αξία» και τα «πτυχία τα συνδεδεμένα με επαγγελματικά δικαιώματα» παραπέμπουν ευθέως στον κλειστό αριθμό εισακτέων. Κριτικάροντας μάλιστα παλιότερα τον ΣΥΡΙΖΑ για την «ελεύθερη πρόσβαση», χρησιμοποιούσε ως επιχείρημα ενισχυτικό των θέσεών του, που και πάλι κρύβονταν επιμελώς, πλην όμως διαφαίνονταν, την άποψη ότι «στο διεκδικητικό πλαίσιο των αγώνων των μαθητών δεν υπήρχε το αίτημα για ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια, αλλά η κοινωνική απαίτηση για Ενιαίο Δωδεκάχρονο Σχολείο για όλα τα παιδιά με ενιαίο πρόγραμμα και βιβλία». Ο Περισσός ψεύδεται ασύστολα, αφού το μαθητικό κίνημα στις παλιότερες κινητοποιήσεις του, όταν ήταν πολύ συχνά τα ξεσπάσματά του, είχε προβάλλει δυνατά το αίτημα της ελεύθερης πρόσβασης. Επικαλείται μόνο τις τελευταίες κινητοποιήσεις, που όντως δεν έβαζαν αυτό το αίτημα, αφού είναι ζητού-μενο η συνέχεια στο κίνημα, γιατί έτσι απλά τον βολεύει. Και βεβαίως τώρα σιωπά και κρύβει τις θέσεις του, γιατί δεν τον παίρνει να τις αποκαλύψει μετά την εξέγερση της νεολαίας, που ανάγκασε και τον Καραμανλή να «παίζει» με σενάρια «ελεύθερης πρόσβασης».
Προβλέψεις
Τι πρόκειται να γίνει, λοιπόν, παρά τα όσα «ελπιδοφόρα» ακούγονται;
Η κυβέρνηση θα επιδοθεί σ’ έναν προσχηματικό και παραπλανητικό «διάλογο», στον οποίο είναι πολύ αμφίβολο αν θα συμμετάσχει ακόμα και το ΠΑΣΟΚ, με το χάλι που έχει τώρα ο Καραμανλής, που παίζει με το εξεταστικό το τελευταίο του χαρτί, αφήνοντάς τον ακάλυπτο, προσβλέποντας στη δική του εκλογική άνοδο. Σ’ όλη τη διάρκειά του, η κυβέρνηση, θα φλερτάρει με ιδέες σαν αυτή της «ελεύθερης πρόσβασης», προσπαθώντας να παραπλανήσει και να κερδίσει χρόνο. Είναι χαρακτηριστικό πως ο υπουργός Παιδείας δεν είναι πια τόσο σαφής και ως προς το χρόνο που θα ολοκληρωθεί ο «διάλογος» και ως προς το πότε θα εκδηλωθεί η νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ προ της νεολαιΐστικης εξέγερσης την τοποθετούσε στην επόμενη τετραετία. Οταν θα έρθει, όμως, ο καιρός να νομοθετήσει, θα ανακατέψει την «τράπουλα» των εξεταστικών συστημάτων για πολλοστή φορά στην ιστορία και θα επιλέξει ένα εξεταστικό μοντέλο που θα δανείζεται στοιχεία από πολλά παλιότερα, που θα τοποθετείται, απ’ ό,τι διαφαίνεται, μετά το Λύκειο. Στην περίπτωση αυτή, η «αποδέσμευση» του Λυκείου από τις εξετάσεις θα είναι εικονική, αφού αυτές θα εξακολουθούν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον και την προσοχή των μαθητών, τουλάχιστον των τελευταίων τάξεων του Λυκείου, ενώ θα επιτείνεται η αγωνιώδης προσπάθεια και τα φροντιστήρια θα συνεχίζουν να ανθούν, αφού έτσι το επιβάλλουν ο σκληρός αγριανθρωπικός ανταγωνισμός και ο κλειστός αριθμός εισακτέων.
Μας είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε πως τελικά θα επιλεγεί η «ελεύθερη πρόσβαση», έτσι όπως προτείνεται από Βερέμη, Μπαμπινιώτη, ΣΥΡΙΖΑ, με τη δημιουργία ενός προπαρασκευαστικού έτους στα Πανεπιστήμια. Γιατί απαιτεί μεγάλη αύξηση των δαπανών για την Παιδεία, απαιτεί υποδομές που τα Ιδρύματα δεν διαθέτουν. Ενώ καλλιεργεί και προσδοκίες στη νεολαία που θα είναι ήδη μέσα σ’ αυτό το προπαρασκευαστικό έτος και θα διεκδικεί το πέρασμά της στην επόμενη φάση. Συνεπώς θα είναι πολύ δύσκολο να της κλείσουν σ’ αυτή τη φάση την πόρτα στα μούτρα, δεδομένης της τάσης της ελληνικής εργαζόμενης κοινωνίας για πανεπιστημιακή μόρφωση.
Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε ότι υιοθετείται τελικά αυτή η πρόταση, το σίγουρο είναι ότι θα σκληρύνουν πολύ οι ταξικοί φραγμοί μέσα στο Λύκειο, ώστε στο απολυτήριό του να φθάνουν ελάχιστοι, τόσοι όσοι θα αντιστοιχούν στον κλειστό αριθμό εισακτέων.
Ελεύθερη πρόσβαση χωρίς περικοκλάδες
Το μαθητικό κίνημα, η νεολαία, η εργαζόμενη κοινωνία, πρέπει να προβάλλουν δυνατά ένα και μόνο αίτημα: ελεύθερη πρόσβαση στα Πανεπιστήμια, με την ταυτόχρονη κατάργηση όλων των εξετάσεων και των αξιολογικών κρίσεων σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες (της τριτοβάθμιας συμπεριλαμβανομένης). Γιατί είναι διαπιστωμένο, ακόμα και από έρευνες αστών παιδαγωγών, ότι οι εξετάσεις είναι σώμα ξένο και επένθετο στην αγωγή, δεν προωθούν καμιά κατάκτηση της «γνώσης», αντίθετα μετρούν το βαθμό αποστήθισης, καλλιεργούν το άγχος και τις περισσότερες φορές δεν καλλιεργούν παρά τη δύναμη αντίστασης στην αγωνία και βεβαίως σ’ αυτές υπεισέρχεται σε μεγάλο βαθμό ο παράγοντας «τύχη». Η αποτυχία σ’ αυτές σπάνια αποτελεί κέντρισμα και κίνητρο για περισσότερες προσπάθειες και τις πιο πολλές φορές η αποτυχία είναι δημιουργός άλλης αποτυχίας. Οι εξετάσεις δεν είναι κοινωνικά ουδέτερες, αλλά καθιερώνουν την ανισότητα και την κοινωνική αδικία. Προωθούνται τα παιδιά των μεσαίων και υψηλών στρωμάτων και αποκλείονται τα παιδιά των εργατών, των αγροτών και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ολες οι έρευνες το καταμαρτυρούν αυτό. Ο μόνος «θετικός» τους ρόλος -κατά τους αστούς πάντα-, είναι «ότι ετοιμάζουν τους μαθητές για τη ζωή, όπου υπάρχει αυστηρός κανόνας επιλογής». Δηλαδή η θετική τους πλευρά είναι ότι εξυπηρετούν τον ιεραρχικό καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας!
Δεν τρέφουμε αυταπάτες, ότι η κατάργηση αυτού του αναχρονιστικού θεσμού (που αναπτύχθηκε κάτω από ειδικούς κοινωνικούς όρους στο Μεσαίωνα και πήρε συγκεκριμένη μορφή στα τέλη του 19ου αιώνα με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και των αναγκών της αποικιοκρατίας), που αποτελεί δαμόκλειο σπάθη για την εργατική τάξη και τα παιδιά της, θα άρει ταυτόχρονα και όλους τους ταξικούς φραγμούς, που ο καπιταλισμός ορθώνει καθημερινά, με όλα τα μέσα, μπροστά στην εργαζόμενη κοινωνία και τη νεολαία της. Η «απόδοση» της μορφωτικής προσπάθειας των παιδιών της εργατικής τάξης, της φτωχής αγροτιάς, είναι εν πολλοίς συνυφασμένη με τη θέση αυτών των τάξεων στην καπιταλιστική κοινωνία. Τα χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα δεν διαθέτουν το επίπεδο, την κουλτούρα και την οικονομική δυνατότητα να στηρίξουν τη μορφωτική προσπάθεια των παιδιών τους. Οι εξαιρέσεις (που αφορούν κυρίως επιτυχίες σε σχολές χαμηλής ζήτησης και όχι σε περιζήτητες σχολές υψηλού κοινωνικού γοήτρου και αυξημένων προσδοκιών επαγγελματικής αποκατάστασης) υπάρχουν μόνο για να επιβεβαιώσουν το σκληρό κανόνα.
Ολα τα ιδεολογήματα, που προβάλλουν οι υπερασπιστές των εξετάσεων, ότι δήθεν, αν αυτές καταργηθούν, θα προωθηθούν οι «ανίκανοι», θα μεγαλώσει η ανεργία, θα πλημμυρίσει η κοινωνία από γιατρούς, δασκάλους και τα ρέστα, κ.λ.π., καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος, αν αναλογιστεί κανείς ότι
♦ τα νοσοκομεία έχουν ανάγκη από γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικό, που όμως οι κυβερνήσεις δεν διορίζουν, τα σχολεία έχουν ανάγκη από δασκάλους (μόνιμους και όχι εξαθλιωμένους εργασιακά) αν κρίνει κανείς με βάση τις πραγματικές ανάγκες και όχι μια μίζερη και κουτσή πραγματικότητα, κομμένη και ραμμένη στα στενά όρια των ασφυκτικών «κοινωνικών αναγκών»,
♦ όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα τελικά σπουδάζουν στα πανεπιστήμια του εξωτερικού ή στα ντόπια μαγαζιά των «κολεγίων», που οσονούπω ισοτιμούνται με τα Πανεπιστήμια, ενώ είναι γνωστό ότι στη ζωή τελικά διαπρέπουν άνθρωποι, που το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα έκρινε ως «ανίκανους» και «αποτυχημένους». Πανεπιστημιακή έρευνα έχει αποδείξει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, που φοιτούν στα σχολεία, είναι ικανή να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο,
♦ κανένας μακροχρόνιος σχεδιασμός δεν είναι εφικτός (είτε από το αστικό κράτος, είτε από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα), εφόσον η αναρχία στην παραγωγή βάζει τη σφραγίδα της, σπρωγμένη από την ζωτική ανάγκη των καπιταλιστών για αποκόμιση μέγιστου κέρδους. Η ανεργία είναι σαράκι συνυφασμένο με τον καπιταλισμό. Γι’ αυτό και το αίτημα για ελεύθερη πρόσβαση πάει «πακέτο» με το αίτημα για διαχωρισμό της μόρφωσης από το επάγγελμα. Το αίτημα της ΜΟΡΦΩΣΗΣ και ΔΟΥΛΕΙΑΣ για ΟΛΟΥΣ είναι το μοναδικό προωθητικό αίτημα,
♦ το δικαίωμα στη μόρφωση πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτο. Αν θέλουμε η εργατική τάξη, η φτωχή αγροτιά, τα φτωχά λαϊκά στρώματα να διεξάγουν την ταξική πάλη από καλύτερη μοίρα, πρέπει να απαιτήσουμε το δικαίωμα αυτό να είναι αναπαλλοτρίωτο, πρέπει να διεκδικήσουμε τα παιδιά τους να έχουν πρόσβαση στα Πανεπιστήμια.
Σε τελική ανάλυση, τα πάντα εξαρτώνται από ποια πλευρά βλέπει κανείς τα πράγματα: απ’ τη σκοπιά της εργατικής τάξης και των συμφερόντων της ή από τη σκοπιά του κεφάλαιου και της διαιώνισης του συστήματος.
Το αίτημα της ελεύθερης πρόσβασης, χωρίς εξετάσεις και αξιολογικές κρίσεις, αποκτά δικαίωση, αν το δει κανείς και στην προοπτική του, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας με κέντρο τον ΑΝΘΡΩΠΟ και τις ανάγκες του, απαλλαγμένης από κάθε εκμετάλλευση. Γιατί συνδράμει στην αποκατάσταση της ενότητας ανάμεσα στη σωματική και πνευματική δουλειά, μιας και οι αντιθέσεις που κληρονομεί αυτή η κοινωνία από τον καπιταλισμό δε σβήνουν μονομιάς, αν και παύουν να είναι ανταγωνιστικές.
Γιούλα Γκεσούλη







