Xτες, συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από το ξέσπασμα της Ιντιφάντα του Αλ-Ακσα ή Δεύτερης Ιντιφάντα (28 Σεπτέμβρη του 2000), που ξεκίνησε μετά την εισβολή του σιωναζιστή βουλευτή και μετέπειτα πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν στο τέμενος Αλ-Ακσα. Στη συνέχεια, οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε διάφορες περιοχές των παλαιστινιακών εδαφών, από τη Δυτική Οχθη μέχρι τη Λωρίδα της Γάζας.
Ο σιωναζιστής υπουργός Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης Νετανιάχου, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ διάλεξε αυτή τη μέρα για να κυκλοφορήσει το βίντεο που τον δείχνει, κρυμμένο πίσω από δύο πάνοπλους φρουρούς, να απειλεί τον θρυλικό παλαιστίνιο κρατούμενο Χασάν Σαλάμε ότι θα τον σκοτώσει, κι αυτός (ο Σαλάμε) να τον κοιτάζει αγέρωχα στα μάτια.
Το βίντεο έγινε viral σε όλο τον κόσμο. Στη «δημοκρατική» Δύση στηλίτευσαν τη συμπεριφορά του Μπεν Γκβιρ. Στην Παλαιστίνη και στον αραβικό κόσμο, ιδιαίτερα στα σόσιαλ μίντια, εξήραν την αγέρωχη στάση του Χασάν Σαλάμε, του θρυλικού μαχητή των Ταξιαρχιών Ιζ ελ-Ντιν αλ-Κασάμ, που έχει συμπληρώσει 30 χρόνια στα σιωνιστικά κολαστήρια, καταδικασμένος σε 48 φορές ισόβια.
Το πιο σημαντικό είναι ότι ανασύρθηκαν μνήμες που διδάσκουν τις σημερινές γενιές, όπως διδάχτηκαν οι παλαιότερες. Μνήμες όπως αυτή η φωτογραφία του Χασάν Σαλάμε στο σιωνιστικό δικαστήριο. Περιτριγυριζόμενος από πάνοπλους στρατιώτες, χαμογελάει πλατιά με όλη την ομορφιά της νιότης του, λίγο προτού «ακούσει» τα 48 ισόβια. Τρεις δεκαετίες αργότερα, τσακισμένος σωματικά από τα συνεχή βασανιστήρια και απισχνασμένος από τον σκόπιμο υποσιτισμό, δεν έχασε τίποτα από την παλικαριά του.
Ο δειλός σιωναζιστής Μπεν Γκβιρ, πλημμυρισμένος από το ρατσιστικό μίσος, δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πως πρόσφερε στους Παλαιστίνιους live το πορτραίτο ενός από τους ήρωές τους.
Πολλοί θα διαβάσουν τώρα το βιβλίο «Ιερές Επιχειρήσεις Εκδίκησης», στο οποίο ο Χασάν Σαλάμε κατέγραψε μια σειρά από επιχειρήσεις που επέβλεψε, κατόπιν εντολής του Μοχάμεντ Ντέιφ, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Γιάχια Αγιάς, του «μηχανικού», πρώτου ανώτατου διοικητή των Ταξιαρχιών Ιζ ελ-Ντιν αλ-Κασάμ. Βιβλίο που αποτέλεσε εγκόλπιο μάχης για τη γενιά της Ιντιφάντα του Αλ-Ακσα.
Ο Χασάν Σαλάμε γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου του 1971 στη Χαν Γιούνις, στη νότια Λωρίδα της Γάζας. Στα 16 του χρόνια συμμετείχε μαχητικά στην Πρώτη Ιντιφάντα που ξεκίνησε το 1987. Τότε ήρθε σε επαφή με τη Χαμάς και εντάχτηκε στην αντιστασιακή οργάνωση.
Κατά τη διάρκεια εκείνων των χρόνων τέθηκε πέντε φορές υπό σιωνιστική διοικητική κράτηση (φυλάκιση χωρίς δίκη), σύμφωνα με την Παλαιστινιακή Επιτροπή Υποθέσεων Κρατουμένων και την Κοινότητα Παλαιστίνιων Κρατουμένων.
Οσο βάθαινε η Ιντιφάντα και εξελισσόταν σε ένοπλη αντιπαράθεση, ο Σαλάμε άρχισε να εμπλέκεται και στην ένοπλη δράση, για να εξελιχτεί σε έναν από τους διοικητές των Ταξιαρχιών Αλ-Κασάμ, της ένοπλης πτέρυγας της αντιστασιακής οργάνωσης. Παλαιστινιακές πηγές αναφέρουν ότι ο Σαλάμε ήταν κοντά στον πρώην διοικητή των Ταξιαρχιών Αλ-Κασάμ, Μοχάμεντ Ντέιφ, ο οποίος έπεσε μάρτυρας το 2024.
Ξεκινώντας από τη Γάζα, διηύθυνε καταδρομικές επιχειρήσεις και στη Δυτική Οχθη. Συνελήφθη στην Αλ-Χαλίλ (Χεβρώνα) το 1996, έπειτα από ένοπλη συμπλοκή κατά την οποία πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε.
Σύμφωνα με την Επιτροπή Υποθέσεων Κρατουμένων και την Κοινότητα Παλαιστίνιων Κρατουμένων, ο Σαλάμε υποβλήθηκε σε ανάκριση για περίπου τέσσερις μήνες, κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με τις δύο οργανώσεις, υπέστη βασανιστήρια.
Το 1997 καταδικάστηκε σε 48 ποινές ισόβιας κάθειρξης, τον τρίτο υψηλότερο αριθμό ποινών ισόβιας κάθειρξης που επιβλήθηκαν σε παλαιστίνιο κρατούμενο, μετά τον Αμπντουλά Μπαργκούτι και τον Ιμπραχίμ Χάμεντ, επίσης στελέχη της Χαμάς.
Ο Χασάν Σαλάμε είναι ένας από τους έξι ηγετικούς κρατούμενους με το τεράστιο συμβολικό βάρος, που δεν μπόρεσε να αποφυλακίσει η Παλαιστινιακή Αντίσταση στις τελευταίες ανταλλαγές, παρά τη σκληρή διαπραγμάτευση: Μαρουάν Μπαργούτι (5 ισόβια και 40 χρόνια κάθειρξη), ιστορικό στέλεχος της Φατάχ, εκ των ηγετών της Δεύτερης Ιντιφάντα, που βρίσκεται βέβαια εκτός Φατάχ εδώ και χρόνια, Αχμαντ Σααντάτ (χωρίς καταδίκη! – κατηγορείται για την εκτέλεση του ακραίου σιωναζιστή υπουργού Ζεεβί), γενικός γραμματέας του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Αμπντουλά Μπαργούτι (67 ισόβια), ηγετικό στέλεχος της Χαμάς, Ιμπραΐμ Χάμεντ (56 ισόβια), Αμπάς Αλ-Σαγίντ (35 ισόβια) και Χασάν Σαλάμα (48 ισόβια), σημαίνοντα στελέχη της Χαμάς και οι τρεις.
30 χρόνια πίσω από τα κάγκελα
Ο Σαλάμε έχει περάσει σχεδόν 30 χρόνια σε σιωνιστικά κολαστήρια, συμπεριλαμβανομένων περίπου 14 ετών σε απομόνωση κατά τη διάρκεια δύο ξεχωριστών περιόδων, σύμφωνα με την Επιτροπή Υποθέσεων Κρατουμένων και την Κοινότητα Παλαιστίνιων Κρατουμένων. Η απομόνωσή του τερματίστηκε έπειτα από απεργία πείνας παλαιστίνιων κρατουμένων το 2012.
Κατά τη διάρκεια των ετών που πέρασε στη φυλακή, η οικογένεια του Σαλάμε μπόρεσε να τον επισκεφτεί μόνο δύο φορές! Η μητέρα του, Χαντίτζα, πέθανε τον Μάρτη του 2024, έχοντας περάσει χρόνια κατά τα οποία της αρνούνταν το επισκεπτήριο στον γιο της.
Το 2010, ο Σαλάμε παντρεύτηκε την αποφυλακισθείσα παλαιστίνια κρατούμενη Γκούφραν Ζάμελ, αλλά η οικογένειά του και παλαιστινιακές οργανώσεις κρατουμένων αναφέρουν ότι οι σιωνιστικές αρχές δεν της έχουν επιτρέψει να τον επισκεφθεί έκτοτε.
Η δραστηριότητα του Σαλάμε στη φυλακή δεν περιορίστηκε στην οργανωτική δουλειά. Στράφηκε επίσης στη συγγραφή και την καταγραφή της εμπειρίας του από την κράτηση και την απομόνωση. Μεταξύ των πιο γνωστών έργων του είναι το «Πέντε χιλιάδες ημέρες στον κόσμο του Μπαρζάχ», το οποίο αφηγείται την παρατεταμένη εμπειρία του στην απομόνωση και έχει καταγραφεί από παλαιστινιακές οργανώσεις κρατουμένων ως μέρος της παλαιστινιακής λογοτεχνίας των φυλακών.
Ο Σαλάμε εξελέγη αρκετές φορές στο ανώτερο ηγετικό όργανο των κρατουμένων της Χαμάς, το οποίο διαχειρίζεται τις οργανωτικές υποθέσεις του κινήματος μέσα στις σιωνιστικές φυλακές, σύμφωνα με το Γραφείο Μέσων Ενημέρωσης των Κρατουμένων.
Εξοντωτικές συνθήκες κράτησης
Τον Μάη του 2025, το Γραφείο Μέσων Ενημέρωσης των Κρατουμένων ανέφερε ότι ο Σαλάμε είχε δεχτεί σωματική επίθεση έξι φορές μέσα σε δύο μήνες και ότι το βάρος του είχε πέσει στα 62 κιλά (137 λίβρες) εξαιτίας «σκόπιμης λιμοκτονίας» που επιβλήθηκε από τη διοίκηση της φυλακής κατόπιν οδηγιών του Μπεν Γκβιρ.
Η Κοινότητα Παλαιστίνιων Κρατουμένων κατέγραψε άλλη μία επίθεση τον Αύγουστο του 2025, καθώς ο Σαλάμε μεταφερόταν από τη φυλακή Μεγκίντο στη βόρεια σιωνιστική οντότητα στη φυλακή Γκανότ στην κεντρική σιωνιστική οντότητα. Ανέφερε ότι ξυλοκοπήθηκε ενώ τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα με χειροπέδες και δεσμά, με τα χτυπήματα να επικεντρώνονται στο κεφάλι του.
Ρεπορτάζ τον Ιούλη του 2026 επικαλέστηκαν επιστολή του Σαλάμε από τη φυλακή Γκανότ, η οποία διέρρευσε, στην οποία περιέγραφε ελλείψεις τροφίμων, περιορισμένο χώρο για άσκηση σε εξωτερικό χώρο και επιδείνωση της υγείας του. Είπε ότι υπέφερε από επίμονη διάρροια επί έναν χρόνο και περίμενε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις.
Το όνομα του Σαλάμε έχει επανειλημμένα εμφανιστεί στις διαπραγματεύσεις για ανταλλαγές κρατουμένων μεταξύ της Χαμάς και του Ισραήλ όλα αυτά τα χρόνια. Κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής κρατουμένων του 2011, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση του σιωνιστή στρατιώτη Γκιλάντ Σαλίτ με αντάλλαγμα 1.027 παλαιστίνιους κρατουμένους, η Χαμάς επιδίωξε να συμπεριληφθεί ο Σαλάμε μεταξύ εκείνων που θα απελευθερώνονταν. Το Ισραήλ αρνήθηκε και αυτός παρέμεινε μεταξύ των κρατουμένων τους οποίους έχει αρνηθεί σταθερά να απελευθερώσει.
Το όνομά του συνέχισε να εμφανίζεται σε μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις ως ένας από τους κρατουμένους που εκτίουν μακροχρόνιες ποινές, των οποίων η απελευθέρωση αποτέλεσε ευαίσθητο ζήτημα στις συνομιλίες για ανταλλαγή κρατουμένων.
Η απειλή του Μπεν-Γκβιρ κατά του Σαλάμε έρχεται εν μέσω κλιμάκωσης των σιωναζιστικών μέτρων κατά των παλαιστινίων κρατουμένων και έπειτα από χρόνια κατά τα οποία ο ίδιος υποστηρίζει την εφαρμογή της θανατικής ποινής εναντίον τους. Τον περασμένο Μάρτη, η σιωνιστική Κνεσέτ ψήφισε νόμο που επιτρέπει την επιβολή της θανατικής ποινής σε παλαιστίνιους κρατουμένους με ψήφους 62-48.
Σύμφωνα με τον νόμο, οι εκτελέσεις πραγματοποιούνται με απαγχονισμό από φρουρούς που διορίζονται από την Ισραηλινή Υπηρεσία Φυλακών, με την ταυτότητά τους να παραμένει εμπιστευτική και να παρέχεται νομική ασυλία σε όσους εκτελούν την ποινή. Ο νόμος επιτρέπει επίσης την έκδοση θανατικής καταδίκης χωρίς αίτημα από την εισαγγελία και δεν απαιτεί ομόφωνη δικαστική απόφαση.









