του καθηγητή Δρ Μόχσεν Μοχάμεντ Σάλεχ *
Ο Νετανιάχου περιγράφεται ευρέως ως πολιτικός με εξαιρετική ικανότητα πολιτικής επιβίωσης, η οποία του έχει επιτρέψει να παραμένει στην πρώτη γραμμή της ισραηλινής πολιτικής για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Μια τέτοια αντοχή προϋποθέτει υψηλό βαθμό πραγματισμού, καθώς και μια διαρκή ικανότητα τοποθέτησης και επανατοποθέτησης του εαυτού του με τρόπους που διασφαλίζουν τη συνέχιση της κυριαρχίας του. Αυτό συχνά απαιτούσε τη σύναψη συμμαχιών με πρώην αντιπάλους ή με δρώντες των οποίων οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί αποκλίνουν έντονα από τους δικούς του.
Παράλληλα, περιλάμβανε την παρεμπόδιση ή την αναβολή πολιτικών διαδικασιών και υποχρεώσεων, την αντιπαράθεση με λαϊκές πιέσεις όταν η θέση του βρισκόταν υπό απειλή, καθώς και την επίδειξη ιδιαίτερης δεξιότητας στη διαχείριση κρίσεων και στους τακτικούς ελιγμούς. Εξίσου σημαντική είναι η ικανότητά του να εκμεταλλεύεται πολιτικές και κοινωνικές διαιρέσεις, όχι με σκοπό την επίλυσή τους, αλλά την εργαλειοποίησή τους ως πλεονεκτήματα σε μια ευρύτερη στρατηγική επιβίωσης και ηγεμονίας.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν δίστασε να στηριχτεί σε ένα σύνολο πρακτικών που περιλαμβάνουν την παραπληροφόρηση, την εξαπάτηση και την πολιτική και οικονομική διαφθορά, χρησιμοποιώντας τες ως επικουρικά εργαλεία για τη διατήρηση της εξουσίας του. Τα χαρακτηριστικά αυτά εξηγούν σε μεγάλο βαθμό τη διαρκή κυριαρχία του στο ισραηλινό πολιτικό σκηνικό από το 2009 και μετά, πέραν της πρώτης πρωθυπουργικής του θητείας την περίοδο 1996–1999. Ως αποτέλεσμα, έχει καταστεί ο μακροβιότερος ηγέτης στην ιστορία του Ισραήλ από την ίδρυσή του το 1948, ξεπερνώντας ακόμη και την ιδρυτική φυσιογνωμία του κράτους, τον Νταβίντ Μπεν-Γκουριόν.
Ωστόσο, το 2026 ο Νετανιάχου φαίνεται να κινείται μέσα σε ένα εξαιρετικά πυκνό πολιτικό ναρκοπέδιο, η επιβίωση από το οποίο ενδέχεται να αποδειχτεί πολύ δυσκολότερη από κάθε προηγούμενη φορά, ανεξαρτήτως της επιδεξιότητας του πολιτικού του «χορού»!! Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, είναι αν το έτος αυτό θα σηματοδοτήσει την πολιτική του κατάρρευση ή αν θα καταφέρει, για ακόμη μία φορά, έστω και με μεγάλο κόστος και έντονη πίεση, να αντέξει, συνεχίζοντας τη διακυβέρνησή του μέσω τακτικού αυτοσχεδιασμού, υπολογισμένων ελιγμών και υψηλού βαθμού πολιτικού οπορτουνισμού.
Η διαχείριση του φακέλου της Γάζας
Ενα από τα πιο κρίσιμα «ναρκοπέδια» που αντιμετωπίζει ο Νετανιάχου αφορά τη διαχείριση του φακέλου της Λωρίδας της Γάζας (ΛΓ). Από τους πέντε στόχους που είχε διακηρύξει κατά τη διάρκεια του πολέμου του εναντίον της ΛΓ τα τελευταία δύο χρόνια, κανένας δεν έχει επιτευχθεί, με κυριότερο την εξόντωση της Αντίστασης. Σήμερα, ο Νετανιάχου βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στον Θρησκευτικό Σιωνισμό και την άκρα δεξιά, που αντιτίθενται στην εφαρμογή της δεύτερης φάσης του σχεδίου Τραμπ και απορρίπτουν οποιαδήποτε αποχώρηση από την «κίτρινη γραμμή» στη ΛΓ, εκτός εάν η Αντίσταση αφοπλιστεί πλήρως.
Ωστόσο, ο Νετανιάχου γνωρίζει πολύ καλά ότι κανένα κράτος δεν είναι διατεθειμένο να αναπτύξει δικά του στρατεύματα για να επιτύχει όσα ο ίδιος απέτυχε να επιβάλει επί δύο χρόνια, παρά τη στήριξη της ισχυρότερης δύναμης στον κόσμο, των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, αντιλαμβάνεται ότι η επιμονή του στην επιβολή των τετελεσμένων του θα τον κρατήσει βυθισμένο στο τέλμα της Λωρίδας της Γάζας, οδηγώντας στην παράλυση και τελικά στην εκτροχίαση του σχεδίου Τραμπ, υπονομεύοντας την ικανότητα του τελευταίου να προωθήσει την ειρηνευτική διαδικασία και τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» και διαιωνίζοντας την παγιωμένη εικόνα της ισραηλινής κατοχής ως βίαιης και ανεξέλεγκτης.
Κατά συνέπεια, ο Νετανιάχου οφείλει να «παίξει» τα χαρτιά του με τρόπο που να μην αποξενώνει την εξτρεμιστική του βάση, αλλά ούτε και να τον φέρνει σε ευθεία σύγκρουση με τον Τραμπ. Αυτό είναι πιθανό να λάβει τη μορφή τακτικών αποχωρήσεων και μερικής χαλάρωσης του αποκλεισμού, διατηρώντας ταυτόχρονα βασικά εργαλεία πίεσης και καταναγκασμού, τα οποία θα μπορεί να ενεργοποιεί όποτε το κρίνει αναγκαίο.
Εκλογές για την Κνεσέτ
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο καμπής αφορά τις αναμενόμενες εκλογές για την Κνεσέτ, οι οποίες εκτιμάται ότι θα διεξαχτούν αργότερα εντός του έτους. Οι ισραηλινές δημοσκοπήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία δύο χρόνια υποδεικνύουν σταθερά μια πιθανή νίκη της συμμαχίας της αντιπολίτευσης έναντι του μπλοκ που ηγείται ο Νετανιάχου. Η πιο πρόσφατη έρευνα προβλέπει ότι η αντιπολίτευση θα εξασφαλίσει 58 έδρες, έναντι 52 εδρών για τον συνασπισμό του Νετανιάχου, ενώ τα αραβικά κόμματα αναμένεται να καταλάβουν 10 έδρες. Επιπλέον, μια οριακή πλειοψηφία της ισραηλινής κοινής γνώμης (52%) φέρεται να μην επιθυμεί ο Νετανιάχου να είναι υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές.
Παράλληλα, έρευνα του Ισραηλινού Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας (INSS), η οποία δημοσιεύτηκε στις 25/12/2025, καταγράφει μια έντονη διάβρωση της δημόσιας εμπιστοσύνης. Σύμφωνα με τα ευρήματα, το 68% των Ισραηλινών δηλώνει χαμηλή εμπιστοσύνη προς τον Νετανιάχου, εκ των οποίων το 49% δηλώνει πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης. Επιπλέον, το 76% των ερωτηθέντων ανέφερε χαμηλή εμπιστοσύνη προς την κυβέρνησή του στο σύνολό της.
Ο Νετανιάχου στοιχειώνεται ολοένα και περισσότερο από το φάσμα –ή τον «επικείμενο φόβο»– της πολιτικής κατάρρευσης, ένα ενδεχόμενο που θα μπορούσε όχι μόνο να θέσει τέρμα στην πολιτική του σταδιοδρομία, αλλά και να οδηγήσει ακόμα και στη φυλάκισή του, εφόσον η δίκη του συνεχιστεί και καταλήξει σε καταδίκη.
Βρίσκεται, έτσι, αντιμέτωπος με δύσκολες επιλογές και περιορισμένα περιθώρια για να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής. Από τη μία πλευρά, η συνέχιση της συμμαχίας του με τον Θρησκευτικό Σιωνισμό υπονομεύει σημαντικά τις εκλογικές του προοπτικές, ιδίως υπό το ενδεχόμενο το κόμμα του Σμότριτς να μην καταφέρει να ξεπεράσει το εκλογικό όριο για την είσοδο στην Κνεσέτ. Από την άλλη, η εξεύρεση εναλλακτικού πολιτικού εταίρου καθίσταται εξίσου δύσκολη, καθώς οι περισσότεροι από τους αντιπάλους του στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης έχουν ως βασικό τους στόχο την προσωπική πολιτική του απομάκρυνση. Παρότι το ισραηλινό κομματικό σύστημα έχει συχνά προσομοιάσει σε μια «αγορά» συναλλαγών και πολιτικών ανταλλαγμάτων, ο Νετανιάχου αντιμετωπίζει πλέον αυξανόμενη δυσκολία στο να εξασφαλίσει βιώσιμους εταίρους ή αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις.
Η ταυτότητα του «κράτους» και τα διακυβεύματα της Δικαιοσύνης
Ένας τρίτος κρίσιμος παράγοντας αποσταθεροποίησης αφορά τον προσδιορισμό της ταυτότητας του «κράτους» και τις συνακόλουθες δικαστικές και νομοθετικές προεκτάσεις, καθώς και τη διαχρονική θρησκευτικο-κοσμική διαίρεση στο εσωτερικό της ισραηλινής κοινωνίας. Η σύγκρουση αυτή, η οποία είχε ήδη φτάσει σε οξύτατο σημείο πριν από την Επιχείρηση Κατακλυσμός του Αλ-Ακσα, έχει πλέον επανέλθει με ανανεωμένη ένταση και σημασία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Νετανιάχου έχει κρίνει στρατηγικά επωφελές να αξιοποιήσει τη συμμαχία του με τις δυνάμεις του Θρησκευτικού Σιωνισμού, προκειμένου να προωθήσει μια σειρά μεταρρυθμίσεων που θα ενίσχυαν ουσιαστικά τις εξουσίες της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος της δικαστικής. Τέτοια μέτρα θα μπορούσαν, με τη σειρά τους, να του προσφέρουν έναν μηχανισμό παράκαμψης της δίωξης και της φυλάκισης, εξασφαλίζοντάς του ευνοϊκότερη θέση ενόψει των επικείμενων εκλογών.
Προεδρική χάρη
Στενά συνδεδεμένη με τα παραπάνω είναι η αγωνιώδης επιδίωξη του Νετανιάχου για την εξασφάλιση «προεδρικής χάρης», ένα ενδεχόμενο που παραμένει απομακρυσμένο, παρά την παρέμβαση του αμερικανού προέδρου Τραμπ υπέρ του προς τον πρόεδρο του Ισραήλ. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Haaretz (7/1/2026), έχουν ανακύψει εντάσεις μεταξύ της γενικής εισαγγελέως του Ισραήλ και του Νετανιάχου. Η γενική εισαγγελέας υποστηρίζει ότι το αίτημα του Νετανιάχου για προεδρική χάρη στο πλαίσιο της ποινικής του δίκης «δεν πληροί τις νομικές προϋποθέσεις». Η νομική της γνωμοδότηση αναμένεται «να διαβιβαστεί στο Τμήμα Χαρίτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, το οποίο είναι αρμόδιο να υποβάλει τη θέση του επί του αιτήματος στον Πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ».
Παρότι η ιδέα αυτή είναι εξαιρετικά δυσάρεστη για τον Νετανιάχου, ενδέχεται να εξαναγκαστεί να την εξετάσει σοβαρά, αν τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών του περιοριστούν δραστικά — δηλαδή να διαπραγματευτεί μια συμφωνία που θα έθετε τέλος στην πολιτική του σταδιοδρομία με αντάλλαγμα την απόσυρση των κατηγοριών εναντίον του. Ωστόσο, θα επιδιώξει πρωτίστως, και στο μέτρο του δυνατού, να διατηρήσει την πολιτική του καριέρα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την απαλλαγή του από τις κατηγορίες.
Μεταξύ αποτροπής και ηγεμονίας, και μεταξύ διευθέτησης και εξομάλυνσης
Από μια πέμπτη αναλυτική οπτική, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με την ένταση ανάμεσα σε δύο σημαντικές αλλά θεμελιωδώς αντικρουόμενες ατζέντες. Η πρώτη αφορά τη γενικότερη επιδίωξη του Ισραήλ να επαναβεβαιώσει μια ισχυρή εικόνα αποτροπής, προωθώντας μια πολιτική αδιάλλακτης ισχύος και αξιοποιώντας καταναγκαστικά μέσα για την εγγύηση της «ασφάλειας». Η ατζέντα αυτή περιλαμβάνει τη συνέχιση των πολιτικών προσάρτησης, ιουδαιοποίησης, καταστροφής και εκτοπισμού στα παλαιστινιακά εδάφη, σε συνδυασμό με μια επιθετική περιφερειακή στάση, ιδίως απέναντι στον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη και το Ιράν. Παράλληλα, αντανακλά την επιδίωξη εγκαθίδρυσης περιφερειακής ηγεμονίας στη βάση των ισραηλινών επιταγών και προτύπων «ασφάλειας», αποκαλύπτοντας μια έντονα επεκτατική και υπεροπτική νοοτροπία.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την επείγουσα ανάγκη του Ισραήλ να «επιδιορθώσει» τη διεθνή του εικόνα και να ανακτήσει ένα βαθμό νομιμοποίησης τόσο σε περιφερειακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τη μαζική κριτική και την απομόνωση που αντιμετωπίζει στη διεθνή σκηνή. Η επίτευξη αυτού του στόχου προϋποθέτει στρατηγικές παραχωρήσεις και μεγαλύτερη ευελιξία σε καίρια ζητήματα, όπως η μεταπολεμική κατάσταση στη Λωρίδα της Γάζας, οι αρμοδιότητες της Παλαιστινιακής Αρχής, το καθεστώς της Ιερουσαλήμ και της Δυτικής Οχθης, καθώς και ο περιορισμός της επιθετικής του συμπεριφοράς στην περιοχή.
Ενώ οι Θρησκευτικοί Σιωνιστές και πολλά στελέχη του Λικούντ πιέζουν για τη συνέχιση της πρώτης γραμμής, αρκετές δυνάμεις της ισραηλινής αντιπολίτευσης, μαζί με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους ευρωπαίους εταίρους, δίνουν προτεραιότητα στη «βελτίωση» της εικόνας του Ισραήλ, στη μείωση των εντάσεων και στην υιοθέτηση μιας πιο ευέλικτης προσέγγισης. Στόχος τους είναι η προώθηση της εξομάλυνσης, συμπεριλαμβανομένων των «Συμφωνιών του Αβραάμ», και η εφαρμογή της δεύτερης φάσης του σχεδίου Τραμπ.
Παρά τη «δεινή» κατάσταση πολλών αραβικών χωρών και παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ και η ομάδα του έχουν ακολουθήσει λαϊκιστικές αποικιοκρατικές πολιτικές, αδιάφορες προς το διεθνές δίκαιο και τις ανθρωπιστικές αξίες, ενισχυμένες από το ευαγγελικό σιωνιστικό τους υπόβαθρο, η υπόθεση ότι η περιοχή μπορεί να υποταχτεί, να ταπεινωθεί και ότι το παλαιστινιακό ζήτημα μπορεί να κλείσει οριστικά συνιστά θεμελιώδη εσφαλμένη εκτίμηση. Από την Αραβική Άνοιξη και μετά, η περιοχή βιώνει διαρκή βαθιά αστάθεια, με τη δυνατότητα ισχυρών κυμάτων αλλαγής να εκραγούν ανά πάσα στιγμή. Οι δυναμικές αυτές εδράζονται σε κοινωνικά περιβάλλοντα όπου συντριπτικές πλειοψηφίες αντιτίθενται στο σιωνιστικό εγχείρημα και στέκονται σταθερά στο πλευρό των παλαιστινιακών δικαιωμάτων. Σε τέτοια πλαίσια, οι προσπάθειες εξαναγκασμού ή πίεσης είναι πιθανό να εντείνουν τη δυσαρέσκεια, την οργή και την αποφασιστικότητα για αντίσταση, παράγοντας αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα — συνέπειες που, ως δύναμη κατοχής, το Ισραήλ θα κληθεί τελικά να επωμιστεί.
Ετσι, παρότι ο Νετανιάχου επιδεικνύει σημαντική δεξιότητα στη διαχείριση κρίσεων, παραμένει ο κίνδυνος κάποια από αυτές τις «προϋπάρχουσες νάρκες» να εκραγεί εναντίον του, θέτοντας σε κίνδυνο τους προσεκτικά υπολογισμένους σχεδιασμούς του για «πολιτική επιβίωση».
Επιπλέον, τα λερωμένα με το αίμα αθώων χέρια του και η αποκλειστική, επεκτατική και απροκάλυπτα ρατσιστική ιδεολογία του, συνιστούν μια διαρκή μαρτυρία μιας από τις πιο βίαιες περιόδους που γνώρισε η περιοχή υπό την ισραηλινή κυριαρχία κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του.