Σε πρόσφατη ομιλία του, ο γενικός γραμματέας της Χεζμπολά, σεΐχης Ναΐμ Κάσεμ, τόνισε:
«Οι θρασείες επιθέσεις της σιωνιστικής οντότητας εναντίον των δυνάμεών μας και εναντίον αμάχων, σε κατάφωρη και συνεχιζόμενη παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, δεν μπορούν να συνεχιστούν.
Για μήνες παραμείναμε σιωπηλοί από ενδιαφέρον για τον Λίβανο, για να διαφυλάξουμε την ειρήνη και να δώσουμε στο λιβανέζικο κράτος την ευκαιρία να αντιμετωπίσει αυτές τις παραβιάσεις, όμως αυτό δεν συνέβη. Στην πραγματικότητα, η λιβανέζικη κυβέρνηση φέρει μέρος της ευθύνης για την κλιμάκωση των επιθέσεων, λόγω της απροθυμίας της να ασκήσει πίεση στο Ισραήλ.
Καλούμε τον Λιβανέζικο Στρατό να σταματήσει κάθε προσπάθεια αφοπλισμού εναντίον της Χεζμπολά και προειδοποιούμε τη λιβανέζικη κυβέρνηση ότι η συνέχιση αυτής της πολιτικής θα αποτελέσει σοβαρό λάθος.
Οσον αφορά τη συνεχιζόμενη επιθετικότητα, ο εχθρός μπορεί να μας προκαλεί πόνο, αλλά μπορούμε κι εμείς να τους προκαλέσουμε πόνο. Δεν θέλουμε πόλεμο ούτε τον επιδιώκουμε, όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της άμυνας απέναντι σε επιθετικότητα και της έναρξης πολέμου.
Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οσο για το πότε, το πώς και ποιες εξελίξεις μπορεί να αλλάξουν αυτή την πραγματικότητα, θα αφήσουμε τα γεγονότα στο πεδίο να μιλήσουν».
Μετά τις αυξανόμενες απειλές της Χεζμπολά ότι θα απαντήσει στην κλιμακούμενη ισραηλινή επιθετικότητα, η λιβανέζικη κυβέρνηση ζήτησε από τις ΗΠΑ να «συγκρατήσουν» το Ισραήλ και να αποτρέψουν την πραγματοποίηση εκτεταμένων επιθέσεων. Ως εκεί φτάνει ο… πατριωτισμός των μεγαλοαστών του Λιβάνου.
Η αμερικάνικη ιμπεριαλιστική κυβέρνηση δεν έχει, βέβαια, τέτοιες διαθέσεις. Αν ήταν να «συγκρατήσει» τους σιωναζιστές, θα το είχε κάνει μόνη της, χωρίς να χρειάζεται εκκλήσεις από τη λιβανέζικη κυβέρνηση.
Αυτή η κυβέρνηση, όπως και ο λιβανέζικος στρατός, δεν έχουν την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ, καθώς απέτυχαν στο βασικό καθήκον που αυτές τους ανέθεσαν: να αφοπλίσουν τη Χεζμπολά. Ο αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τη Συρία και τον Λίβανο, Τομ Μπάρακ, έχει σχεδόν εξαφανιστεί τους τελευταίους μήνες. Αυτός που εμφανιζόταν σαν ανθύπατος του Λεβάντε, απηύθυνε τελεσίγραφα και διέταζε τον λιβανέζικο στρατό να προχωρήσει στον αφοπλισμό της Χεζμπολά εντός τακτών χρονικών διαστημάτων, συνειδητοποίησε ότι αυτό είναι αδύνατο.
Οι ξενόδουλοι πολιτικοί του Λιβάνου το ήξεραν, βέβαια, πιο καλά από τον Μπάρακ. Γι’ αυτό, μολονότι έπαιρναν σχετικές αποφάσεις, δεν δοκίμασαν να επιτεθούν κατά της Χεζμπολά. Σκόνταψαν και στην απροθυμία της ηγεσίας του λιβανέζικου στρατού να συνδέσει το όνομά της με έναν νέο εμφύλιο πόλεμο στον Λίβανο, τον οποίο μάλιστα θα έχανε, γιατί ο άκαπνος λιβανέζικος στρατός δεν είναι σε θέση να αντιπαρατεθεί πολεμικά στους μπαρουτοκαπνισμένους μαχητές της Χεζμπολά και το μόνο που θα έβλεπε θα ήταν μονάδες του να λιποτακτούν και να περνούν με το μέρος της Λιβανέζικης Αντίστασης.
Ξέροντας ότι μια επίθεση κατά της Χεζμπολά θα τους απομόνωνε από όποια πολιτική επιρροή διαθέτουν, με αποτέλεσμα να ξεπηδήσουν φιλο-αντιστασιακοί πολιτικοί σχηματισμοί και στις σέκτες των σουνιτών και των χριστιανών, οι αστοί πολιτικοί του Λιβάνου δεν έκαναν καμιά ουσιαστική πρακτική επιθετική ενέργεια κατά των ένοπλων σχηματισμών της Αντίστασης και περιορίστηκαν στις ρητορικές επιθέσεις. Γι’ αυτό και οι αμερικάνοι ιμπεριαλιστές έβαλαν τους σιωναζιστές του Τελ Αβίβ να πυκνώσουν τις βομβαρδιστικές επιχειρήσεις τους, εστιασμένες κυρίως στον νότιο Λίβανο.
Παρά τα χτυπήματα που δέχτηκε, με τις στοχευμένες δολοφονίες ηγετικών πολιτικών και στρατιωτικών στελεχών της, μεταξύ των οποίων και ο ηγέτης της οργάνωσης Χασάν Νασράλα, και τη διακοπή των παραδοσιακών οδών εξοπλισμού της, μέσω Συρίας, η Χεζμπολά δεν παραδόθηκε, δεν αφοπλίστηκε και όλα τα ρεπορτάζ από την περιοχή αναφέρουν ότι διατηρεί το αξιόμαχο των αντιστασιακών ένοπλων δυνάμεων και έχει χτίσει νέες οχυρές θέσεις στη γραμμή του ποταμού Λιτάνι. Αν οι σιωναζιστές δοκιμάσουν να εισβάλουν ξανά στον Λίβανο, οι μαχητές της Λιβανέζικης Αντίστασης θα είναι αυτοί που θα τους αντιμετωπίσουν και πάλι, προασπίζοντας την ανεξαρτησία του Λιβάνου.








