Εργάτες, εργάτριες
Εργαζόμενοι, εργαζόμενες
Νέοι και νέες
Η Πρωτομαγιά του 2009 είναι η πιο μαύρη των τελευταίων χρόνων. Οι σημερινές γενιές για πρώτη φορά γνωρίζουν μια καταστροφική παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, που μόνο με την κρίση του 1929 μπορεί να συγκριθεί. Τη χειρότερη κρίση μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όπως παραδέχονται πια όλοι οι αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί.
Αυτά που γίνονται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στις μητροπόλεις του ιμπεριαλισμού, είναι ο καθρέφτης στον οποίο μπορούμε να δούμε και το δικό μας μέλλον. Εκατομμύρια εργαζόμενοι πετιούνται στο δρόμο. Ανθρωποι διώχνονται από τα σπίτια τους που κατάσχονται. Ζουν σε σκηνές όχι μόνο στις παρυφές αλλά και στα πάρκα των μεγαλουπόλεων. Τρέφονται στα συσσίτια του κράτους και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Οι νεόφτωχοι, οι άστεγοι, οι εξαθλιωμένοι πολλαπλασιάζονται με τρομακτική ταχύτητα.
Αυτοί που μέχρι πριν μερικούς μήνες μας μιλούσαν για τις «αιώνιες αξίες της οικονομίας της αγοράς» ανακάλυψαν ξαφνικά λέξεις ξεχασμένες, όπως καπιταλισμός και κρίση. Αυτοί που καταριόνταν τον «κρατισμό» και εξυμνούσαν την «ελευθερία της αγοράς», ανακάλυψαν ξαφνικά τη σημασία της «κρατικής παρέμβασης και ρύθμισης».
Ο σκοπός τους είναι διπλός. Από τη μια θέλουν να συσκοτίσουν την αλήθεια και να ενσωματώσουν στο δικό τους λεξιλόγιο λέξεις και έννοιες που συνδέονται με την ιστορική διαδρομή του εργατικού κινήματος. Από την άλλη, θέλουν να δικαιολογήσουν τις μεταφορές τεράστιων κρατικών κονδυλίων στα ταμεία των επιχειρήσεων.
Κρίση του συστήματος
Οταν τα πρώτα σημάδια της κρίσης έκαναν την εμφάνισή τους στις ΗΠΑ, οι ευρωπαίοι ηγέτες μας διαβεβαίωναν ότι πρόκειται μόνο για μια περιορισμένη κρίση της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, που δεν πρόκειται να περάσει τον Ατλαντικό. Οταν η κρίση επεκτάθηκε και στην Ευρώπη, άρχισαν να μιλούν για τα «golden boys», που με την «αστόχαστη» συμπεριφορά τους προκάλεσαν όλο το πρόβλημα. Οταν η κρίση πέρασε και στην παραγωγική σφαίρα, δεν είχαν πολλά να πουν. Αρχισαν να μιλούν ακατάπαυστα, να ζητούν «νέους διεθνείς ρυθμιστικούς κανόνες», να καταφέρονται ενάντια στον «καπιταλισμό καζίνο», να μέμφονται τον «άκρατο νεοφιλελευθερισμό», στο όνομα του οποίου μέχρι πρότινος έπιναν νερό. Είναι κοροϊδία και φτύσιμο σε όλους μας ν’ ακούμε τον πρόεδρο του ΣΕΒ να μιλά για «παρασιτικό καπιταλισμό». Ποιος; Ο άνθρωπος που ήταν ιδιοκτήτης ενός βιομηχανικού ομίλου, τον οποίο πούλησε για να τζογάρει τα κεφάλαια στα διεθνή χρηματιστήρια.
Κάνουν τα πάντα για να μη συνειδητοποιήσουν οι εργάτες, οι εργαζόμενοι, οι νέοι, πως η σημερινή κρίση δεν είναι παρά μια τυπική καπιταλιστική κρίση, μια κρίση του ίδιου του συστήματος κι όχι κάποιων κλάδων του ή κάποιων πολιτικών διαχείρισής του.
Οσο κι αν ακούγεται παράξενο, κινητήριος μοχλός της κρίσης είναι η υπερσυσσώρευση κερδών. Κερδών που βγαίνουν από την κλοπή της απλήρωτης εργασίας των εργατών, μετατρέπονται σε κεφάλαιο και αναζητούν χώρους επικερδούς τοποθέτησης που θα αποδώσουν όχι ένα μέσο ποσοστό κέρδους, αλλά το μέγιστο κέρδος. Ομως, οι τεράστιες παραγωγικές δυνατότητες του καπιταλισμού σκοντάφτουν στη στενή καταναλωτική δυνατότητα των εργαζόμενων μαζών του πλανήτη, που αποτελούν τη βασική καταναλωτική δύναμη. Ετσι, τα κεφάλαια που συσσωρεύονται στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε παρασιτικές δραστηριότητες της χρηματοπιστωτικής σφαίρας, αναζητώντας εκεί το μέγιστο κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται η μια «φούσκα» μετά την άλλη, να χάνεται κάθε έλεγχος, να κορυφώνεται η αναρχία σε όλες τις οικονομικές σφαίρες του καπιταλισμού, παραγωγικές και μη, και να φτάνουμε στην κρίση. Τέτοιες κρίσεις γνωρίσαμε πολλές στα μεταπολεμικά χρόνια. Κάποια στιγμή το σύστημα θα έφτανε σε μια κρίση σαν τη σημερινή, που αγκαλιάζει το σύνολο της οικονομίας και απλώνεται σε όλο τον πλανήτη, αφού η κορύφωση της διεθνοποίησης του κεφάλαιου τις τελευταίες δεκαετίες, αυτό που ονόμασαν «παγκοσμιοποίηση», έχει κάνει την κάθε εθνική καπιταλιστική οικονομία ένα κρίκο στην αλυσίδα του παγκόσμιου καπιταλισμού.
Πιο άγρια η επίθεση
Από τη μεριά του κεφάλαιου και των πολιτικών ηγεσιών που διαχειρίζονται τα συμφέροντά του η πολιτική διαχείρισης της κρίσης είναι σαφής και κρυστάλλινη:
♦ Ιλιγγιώδη ποσά μεταβιβάζονται από τα κράτη στις τράπεζες, προκειμένου να καλύψουν τα κενά που αφήνουν οι «φούσκες» που σκάνε. Το κράτος φορτώνεται τα χρέη των τραπεζών και γίνεται μέτοχός τους, με τη δέσμευση να τους επιστρέψει τις μετοχές όταν εξομαλυνθεί η κατάσταση. Τα μόνα που παραμένουν ιερά και απαραβίαστα είναι τα τεράστια προσωπικά κέρδη που συσσώρευσαν οι μεγαλομέτοχοι και διαχειριστές των τραπεζών.
♦ Τα τεράστια ελλείμματα που δημιουργούνται στους κρατικούς προϋπολογισμούς αντιμετωπίζονται με ακόμα πιο σκληρή, ακόμα πιο αντιλαϊκή δημοσιονομική πολιτική. Η φορολογία των λαϊκών στρωμάτων αυξάνεται. Οι κοινωνικές δαπάνες πετσοκόβονται. Η Παιδεία, η Υγεία, η Κοινωνική Ασφάλιση, η Πρόνοια βρίσκονται συνεχώς στο στόχαστρο. Σε μια εποχή που καλπάζουν η ανεργία και η φτώχεια, το κράτος φορτώνει νέα βάρη στις πλάτες των εργαζόμενων, για να μπορέσει να στηρίξει τους τραπεζίτες και τους άλλους καπιταλιστές.
♦ Οι καπιταλιστές αφήνονται ελεύ-θεροι να ξεχαρβαλώσουν τις εργασιακές σχέσεις, χρησιμοποιώντας την κρίση σαν εργαλείο για την επιβολή ενός εργασιακού μεσαίωνα. Ενός μεσαίωνα που τον παρουσιάζουν σαν έκτακτο, αλλά σκοπός τους είναι να παραμείνει μόνιμα. Αυτό εννοούν όταν λένε ότι «η κρίση είναι ταυτόχρονα και μια ευκαιρία». Είναι μια ευκαιρία να ξεθεμελιώσουν τις εργασιακές σχέσεις, να καταργήσουν κατακτήσεις που ήρθαν μετά από σκληρούς και συχνά αιματηρούς αγώνες δεκαετιών, ώστε στη φάση της αναζωογόνησης του συστήματος η κερδοφορία να εκτιναχτεί στα ύψη, σαν αποτέλεσμα μιας τρομακτικής αύξησης του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Γι’ αυτούς ο εργαζόμενος άνθρωπος δεν είναι παρά μια πρώτη ύλη. Οι ανάγκες του, ακόμα και η ανάγκη της επιβίωσης, τους είναι αδιάφορες.
♦ Οι καπιταλιστές και το πολιτικό τους προσωπικό ξέρουν καλά, ότι η διέξοδος από την κρίση του συστήματός τους απαιτεί την καταστροφή κεφάλαιου και παραγωγικών δυνάμεων. Ακόμα και της βασικής παραγωγικής δύναμης, του εργαζόμενου ανθρώπου. Δεν διστάζουν με μια υπογραφή να πετάξουν χιλιάδες εργαζόμενους στο δρόμο. Δεν διστάζουν να επιβάλλουν εβδομάδα τριών ή τεσσάρων ημερών, αδιαφορώντας για την αδυναμία του εργαζόμενου να ζήσει με τα μισά απ’ αυτά που έπαιρνε προηγούμενα. Στην εξαθλίωση που προκαλεί η διαχείριση της κρίσης το μέγιστο που έχουν να «προσφέρουν» είναι επιδόματα πτωχοκομείου και συσσίτια, που εξαθλιώνουν και ηθικά τον εργαζόμενο. Τα κέρδη που απομύζησαν παραμένουν καλά προφυλαγμένα, ενώ ακόμα και στην κρίση οι επιχειρήσεις τους εξακολουθούν να αποκομίζουν κέρδη.
♦ Ταυτόχρονα, τα κράτη ενισχύουν τα κατασταλτικά τους οπλοστάσια. Στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιταλία, τη Γαλλία, ακόμα και στρατιωτικές δυνάμεις έχουν τεθεί στη διάθεση των κυβερνήσεων για την αντιμετώπιση «εσωτερικών ταραχών». Ξέρουν πολύ καλά ότι η φτώχεια και η εξαθλίωση κυοφορούν ταξικές εκρήξεις και παίρνουν τα μέτρα τους για να τις αντιμετωπίσουν.
Ενα σύστημα ιστορικά τελειωμένο
Για μια ακόμη φορά ο καπιταλισμός αποδεικνύει ότι είναι ένα σύστημα ιστορικά τελειωμένο. Ενα σύστημα εχθρικό προς τους εργαζόμενους. Ενα σύστημα εχθρικό ακόμα και για τον αέρα που αναπνέουμε.
Οι εργαζόμενοι είναι οι μοναδικοί παραγωγοί του κοινωνικού πλούτου. Από τη δική τους εργασία δημιουργούνται τα πάντα. Οι καπιταλιστές σαν παράσιτα απομυζούν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου. Σε περιόδους κρίσης, το μέγεθος της εκμετάλλευσης, το μέγεθος της αδικίας φαίνονται πιο καθαρά.
Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν είναι μια συνηθισμένη μέρα. Είναι μια μέρα συνδεμένη όχι μόνο με αγώνες για καλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αλλά και με τον αγώνα για την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής σκλαβιάς.
Αυτές τις μέρες, καθώς οι συνέπειες της κρίσης σφίγγουν σαν θηλιά γύρω από το λαιμό μας, πρέπει να ξαναπροβάλλουμε αυτό το μεγάλο ιστορικό πρόταγμα.
Να πάψουμε να αισθανόμαστε σαν καταδικασμένοι σε μια αιώνια μοίρα.
Να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμή μας.
Να διακηρύξουμε τη θέλησή μας να εξαφανίσουμε από προσώπου γης το σύστημα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από ανθρώπου, την κοινωνική αδικία, τη βαρβαρότητα.
Κανένα μέλλον για μας και για τις ερχόμενες γενιές δεν υπάρχει στον καπιταλισμό. Το μέλλον μας θα το χτίσουμε μόνοι μας. Κανένας δεν πρόκειται να μας το χαρίσει.
Η προλεταριακή επανάσταση παραμένει πάντοτε το μεγάλο ζητούμενο της εποχής μας. Μόνο αυτή μπορεί να σαρώσει τον παλιό κόσμο και πάνω στα συντρίμια του να χτίσει ένα νέο κόσμο, της δουλειάς, της αλληλεγγύης, της αδελφοσύνης, έναν κόσμο που τα αγαθά θ’ ανήκουν σ’ αυτούς που τα παράγουν, έναν κόσμο κομμουνιστικό.
Την κρίση να πληρώσει η πλουτοκρατία
Το παραμύθι της συνυπευθυνότητας και της κοινωνικής συναίνεσης πρέπει να τελειώσει από τη δική μας μεριά. Δεν φταίμε όλοι για την κρίση, φταίνε οι καπιταλιστές και το σύστημά τους. Δεν θα πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα της κρίσης. Αλλωστε, δεν υπήρξαμε ποτέ συμμέτοχοι στα κέρδη για να γίνουμε τώρα συμμέτοχοι στην πτώση των κερδών ή στις ζημιές. Κι ούτε θα μας δώσουν μερίδιο από τα κέρδη, όταν αυτά αρχίσουν και πάλι να καλπάζουν προς τα ύψη.
Οι εκβιασμοί είναι καθημερινοί: ή δέχεστε αυτά που απαιτούμε ή βάζουμε λουκέτο. Οποιοι υποταχτούν σ’ αυτούς τους εκβιασμούς θα το πληρώσουν ακριβά. Ποτέ οι καπιταλιστές δεν έδωσαν πίσω κάτι που πήραν με το πρόσχημα των «έκτακτων αναγκών». Με διάφορες «έκτακτες ανάγκες» παίρνονται αντεργατικά μέτρα εδώ και χρόνια. Πόσες φορές δεν μας έχουν καλέσει να σφίξουμε το ζωνάρι, για «να μεγαλώσει η πίτα» και μετά «να τη διανείμουμε καλύτερα»; Οποιοι πίστεψαν σ’ αυτά τα παραμύθια ακόμα περιμένουν την καλύτερη διανομή. Κι ενώ την περιμένουν, έρχεται τώρα η κρίση και βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο.
Οι εργαζόμενοι δεν έχουμε παρά μόνο τα χέρια μας και το μυαλό μας. Ζούμε μόνο από τη δουλειά μας, χωρίς να εκμεταλλευόμαστε ξένη εργατική δύναμη. Δεν έχουμε, λοιπόν, περιθώρια να συναινέσουμε σε μέτρα που θα μας αφαιρούν τη μοναδική πηγή επιβίωσης.
Απαιτούμε επιδότηση όλων των ανέργων, παλιών και νέων, ντόπιων και μεταναστών, για όσο διάστημα δεν μπορούν να βρουν δουλειά.
Απαιτούμε μείωση των ωρών εργασίας, χωρίς καμιά μείωση μισθού.
Απαιτούμε μείωση των ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση κατά 5 χρόνια.
Ο δικός μας δρόμος
Η οικονομική κρίση μεγεθύνει και τη σαπίλα του πολιτικού και συνδικαλιστικού εποικοδομήματος. Ενός εποικοδομήματος που πολύ πριν το ξέσπασμα της σημερινής κρίσης είχε δείξει τα όριά του και το ρόλο του ως υπηρέτη της κεφαλαιοκρατίας.
Στο κοινοβουλευτικό επίπεδο οι ρόλοι είναι μοιρασμένοι. Η εκάστοτε κυβέρνηση αποφασίζει τα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα, η αξιωματική αντιπολίτευση την καταγγέλλει και ετοιμάζεται να πάρει τα ηνία στις επόμενες εκλογές, για να συνεχίσει την ίδια πολιτική, και η αστική-κοινοβουλευτική αριστερά φροντίζει για τη διατήρηση της ταξικής ειρήνης, λειτουργώντας σαν αμορτισέρ και προσπαθώντας να κρατήσει το κίνημα μέσα στα πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Να το κρατήσει στο επίπεδο ενός κινήματος διαμαρτυρίας, εμποδίζοντάς το να εξελιχθεί σ’ ένα κίνημα διεκδίκησης, σύγκρουσης και νίκης.
Εντελώς ξεφτιλισμένη είναι και η ποικιλόχρωμη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Μια σύγχρονη εργατοπατερία της συναίνεσης, του κοινωνικού εταιρισμού, του συμβιβασμού, της υποταγής, της μικρότερης αντίστασης, της νομιμοφροσύνης, της ήττας.
♦ Μπορεί ο εργαζόμενος να ελπίζει σε βελτίωση –ή έστω σε μη χειροτέρευση– της θέσης του από την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών;
♦ Μπορεί ο εργαζόμενος να ελπίζει ότι η συνδικαλιστική γραφειοκρατία όλων των τάσεων θα τον οδηγήσει σε αγώνες με νικηφόρα προοπτική;
Η απάντηση είναι όχι.
Αυτό το όχι, όμως, έχει δυο άκρες.
Η μία άκρη οδηγεί στη μοιρολατρία και την παραίτηση, στην επιλογή του μικρότερου κακού, στην ανάθεση σε κάποιους άλλους να μας εκπροσωπήσουν, ν’ αποφασίζουν αυτοί για λογαριασμό μας και εμείς να περιοριζόμαστε να τους χειροκροτάμε ή να τους ακολουθούμε σε πορείες που θυμίζουν κηδεία.
Η άλλη άκρη οδηγεί στην εγκατάλειψη της αδράνειας και στην ανάληψη δράσης. Στο χτίσιμο μιας καινούργιας συλλογικότητας. Μιας συλλογικότητας εργατικής και δημοκρατικής, με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας, στο πλαίσιο της οποίας αυτοί που θα αποφασίζουν θα είναι οι ίδιοι που θα εκτελούν τις αποφάσεις.
Μιας συλλογικότητας που θα κάνει πράξη το παλιό σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Που δεν θα έχει σαν όριο των διεκδικήσεών της τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος αλλά τις ανάγκες των εργαζόμενων. Που δεν έχει σαν όριο των μορφών πάλης που χρησιμοποιεί την αστική νομιμότητα, αλλά την ανάγκη της νίκης των εργατικών δυνάμεων πάνω στις δυνάμεις του κεφάλαιου.
Πρέπει ν’ αρχίσουμε να οργανωνόμαστε όχι μόνο στο επίπεδο του εργασιακού χώρου, όχι μόνο για τις ανάγκες του άμεσου –αμυντικού εκ των πραγμάτων– αγώνα για το μεροκάματο, τις συνθήκες εργασίες, την ασφάλιση, αλλά και στο πολιτικό επίπεδο. Οχι για να γίνουμε κομμάτι του κοινοβουλευτικού συστήματος και των θεσμών του, αλλά για να πάρει πάλι σάρκα και οστά ο αγώνας για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού. Η πολιτική οργάνωση της εργατικής τάξης, πέρα από τα στενά όρια του αγώνα για την προστασία από τον ηθικό και φυσικό εκφυλισμό του καπιταλισμού, είναι όρος για την οικοδόμηση ενός επαναστατικού εργατικού κινήματος με προοπτική νίκης.
Πριν τέσσερις μήνες, όλες οι δυνάμεις του συστήματος συνασπίστηκαν ενάντια στην εξέγερση της ελληνικής νεολαίας, που έβγαλε στους δρόμους όλη τη βία που τόσο καιρό συσσωρευόταν πάνω της. Ταυτόχρονα, όλες οι συστημικές δυνάμεις της γηραιάς ηπείρου έστρεψαν την προσοχή τους σ’ αυτή την εξέγερση, που δεν την είδαν σαν μια ελληνική ιδιομορφία, σαν κάτι το παροδικό που πέρασε, αλλά «σαν σκηνές από ταινία προσεχώς», σαν μια πρώιμη εκδήλωση των κοινωνικών εξεγέρσεων που περιμένουν να ξεσπάσουν στη διάρκεια της κρίσης.
Τις τελευταίες μέρες, όλες οι δυνάμεις του συστήματος εστιάζουν την προσοχή τους στους εργάτες της γαλλικής Continental, που με τη βιαιότητα του αγώνα τους παρουσιάζουν ένα καινούργιο μέτρο των εργατικών αντιστάσεων.
Αυτές είναι οι εκδηλώσεις που πρέπει ν’ αποτελέσουν οδηγό της δράσης μας. Εκδηλώσεις ταξικές, ενωτικές, μαχητικές, βίαιες, ανυποχώρητες. Μόνο αυτές μπο- ρούν να κάνουν το μαύρο μέτωπο των καπιταλιστών και των αστών πολιτικών να υποχωρήσει.
ΖΗΤΩ Η ΕΡΓΑΤΙΚΗ-ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ