Το γεγονός ότι ο Τραμπ έσπευσε αμέσως να αναγνωρίσει τον αυτοανακηρυχθέντα ως «μεταβατικό πρόεδρο» της Βενεζουέλας Χουάν Γκάιντο, αρχηγό της αντιπολίτευσης και πρόεδρο της Βουλής, δείχνει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται πίσω από τη νέα απόπειρα να εκδιωχτεί ο Νικολάς Μαδούρο και να γκρεμιστούν από την εξουσία οι τσαβιστές. Ο Μαδούρο απάντησε διακόπτοντας τις διπλωματικές σχέσεις της Βενεζουέλας με τις ΗΠΑ και δίνοντας προθεσμία 72 ημερών στο αμερικάνικο διπλωματικό προσωπικό να εγκαταλείψει το Καράκας. Ακολούθησε, όμως, ένα μπαράζ αναγνωρίσεων του Γκάιντο, από τον Καναδά και από λατινοαμερικάνικες χώρες (Βραζιλία, Αργεντινή, Κολομβία, Χιλή, Παραγουάη, Γουατεμάλα, που δείχνει πως η πίεση αυτή τη φορά είναι μεγαλύτερη.
Κομβικός παράγοντας για τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα, όμως, είναι ο στρατός της χώρας. Ο Μαδούρο κάλεσε τις ένοπλες δυνάμεις να παραμείνουν ενωμένες και πειθαρχημένες υπό την ηγεσία του. Ο Γκάιντο κάλεσε τις ένοπλες δυνάμεις να μην αναγνωρίσουν την εξουσία του Μαδούρο και να αρνηθούν να υπακούσουν σε εντολές που θα τις στρέφουν ενάντια στον ίδιο και τους οπαδούς του. «Δεν σας ζητάμε να κάνετε πραξικόπημα, δεν σας ζητάμε να πυροβολήσετε, σας ζητάμε να μην πυροβολείτε εμάς», ήταν τα λόγια που χρησιμοποίησε στο μήνυμά του προς τους στρατιωτικούς.
Ο Μαδούρο κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του περασμένου Μάη με 70% των ψήφων, έναντι του αντιπάλου του Χένρι Φαλκόν (πρώην υποστηριχτή του Τσάβες, που τα έσπασε μαζί του το 2010), όμως η αποχή άγγιξε το 54% (υπερδιπλάσια σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές). Αποτέλεσμα κι αυτή της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, με τον πληθωρισμό από 21% που ήταν το 2012 (σύμφωνα με τα επίσημα «μαγειρεμένα» στοιχεία) να εκτινάσσεται σε ποσοστό πάνω από το 100% το 2015, για να φτάσει να γίνει υπερπληθωρισμός (της τάξης των κάμποσων χιλιάδων τοις εκατό) το 2018!
Αν κανείς μείνει μόνο στα επιφαινόμενα και τα ωραία λογάκια περί «μπολιβαριανής επανάστασης», που τόσες φορές έχουν ακουστεί από τα χείλη του Τσάβες (παλαιότερα) και του Μαδούρο (σήμερα), καθώς και στη στάση των ΗΠΑ, που όντως θεωρούν εχθρό τους τον Μαδούρο γιατί δεν τον έχουν στο χέρι τους, όπως έχουν την αμερικανόδουλη αντιπολίτευση (ο Μαδούρο «παίζει» και με άλλους ιμπεριαλιστές, όπως η Ρωσία), θα οδηγηθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η Βενεζουέλα έχει μπει στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού γιατί προσπαθεί να οικοδομήσει το σοσιαλισμό ή τουλάχιστον ένα πιο δίκαιο σύστημα οικονομικής ανάπτυξης.
Αν όμως προσπαθήσει να αναλύσει την πολιτική του τσαβισμού, θα διαπιστώσει ότι πίσω από το «σοσιαλιστικό προφίλ» κρύβεται ο καπιταλισμός. Ενας καπιταλισμός που αρχικά εμφανίστηκε με ρεφορμιστικό προσωπείο, προκειμένου να πλασαριστεί σαν σοσιαλισμός. Πατώντας πάνω στο αβαντάζ της αύξησης των διεθνών τιμών του πετρελαίου, είχε τη δυνατότητα να το κάνει αυτό. Ταυτόχρονα όμως διατηρούνταν ανέπαφες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.
Μετά το θάνατο του Τσάβες και την πτώση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, ο «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» έφαγε τα ψωμιά του. Και σε επικοινωνιακό επίπεδο (αφού ο Μαδούρο δεν είναι χαρισματικός, όπως ο Τσάβες) αλλά κυρίως σε οικονομικό. Από το Φλεβάρη του 2015 και μετά, ο Μαδούρο εισήγαγε νέο σύστημα στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι οποίες γίνονταν τρεις: μία για τα τρόφιμα και φάρμακα με 6.3 μπολίβαρ ανά δολάριο, μία για προϊόντα πολυτελείας και για την αγορά συναλλάγματος από πολίτες που θέλουν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό με ισοτιμία 12 μπολίβαρ ανά δολάριο και μία με ισοτιμία βάσει της αγοράς και ζήτησης στην αγορά νομισμάτων. Στη μαύρη αγορά το δολάριο αγοραζόταν τότε γύρω στα 170 με 186 μπολίβαρ, για να ξεπεράσει δυο χρόνια αργότερα τα 2.700 μπολίβαρ!
Πού οδήγησε αυτό το σύστημα; Οσοι εισαγωγείς τροφίμων και φαρμάκων είχαν διασυνδέσεις στον κρατικό μηχανισμό μπορούσαν να προμηθευτούν από το κράτος φτηνά δολάρια (στην ισοτιμία 12 προς 1). Οσοι όμως δεν είχαν, θα έπρεπε να προμηθευτούν δολάρια από τη μαύρη αγορά (σε ισοτιμία που έφτασε τα 2.752 προς 1 στα τέλη του 2016), μετακυλίοντας αναγκαστικά αυτό το κόστος στις τιμές των εισαγόμενων προϊόντων.
Η έλλειψη δολαρίων είχε ως συνέπεια τις ελλείψεις εισαγόμενων προϊόντων πλατιάς κατανάλωσης. Ακόμα χειρότερα ήταν τα πράγματα στη ντόπια βιομηχανία, αφού οι μηχανές (οι οποίες είναι από το εξωτερικό, αφού η Βενεζουέλα δε διαθέτει βιομηχανία παραγωγής μηχανών – μέσων παραγωγής) για να λειτουργήσουν χρειάζονται ανταλλακτικά (πολλά από τα οποία είναι εισαγόμενα, εκτός κι αν υπάρχει δυνατότητα να κάνεις πατέντες για να τα αντικαταστήσεις). Η εκτίναξη του πληθωρισμού ήταν φυσική συνέπεια.
Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η λαϊκή δυσαρέσκεια, η οποία το 2015 έδωσε στην αμερικανόδουλη αντιπολίτευση την πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές. Ταυτόχρονα, κύματα βίαιων διαδηλώσεων και λεηλασιών κατέκλυσαν τη χώρα ανά περιόδους. Στο περσινό κύμα τέτοιων διαδηλώσεων, που κράτησε μήνες, σκοτώθηκαν πάνω από 100 άτομα και τραυματίστηκαν εκατοντάδες.