Μπορεί ο Λευκός Οίκος και οι δυτικοί εταίροι του να χαρακτηρίζουν το δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε στις 11 Μάη στις περιφέρειες Ντονέτσκ και Λουχάνσκ «παράνομο» και «αναξιόπιστο» και να δηλώνουν ότι δεν θα το αναγνωρίσουν, μπορεί όντως να είναι «παράνομο» με την έννοια της τυπικής νομιμότητας, γιατί δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το σύνταγμα διαδικασία, έχει ωστόσο δημιουργήσει δεδομένα τα οποία είτε δεν μπορούν να τα αμφισβητήσουν είτε τα αποσιωπούν οι δυτικές κυβερνήσεις και τα φερέφωνά τους που στηρίζουν την κυβέρνηση των νεοναζί – εθνικιστών του Κιέβου.
Καταρχάς, δεν αμφισβητείται από καμιά πλευρά η μεγάλη συμμετοχή στο δημοψήφισμα, η οποία, σύμφωνα με τους διοργανωτές του, έφτασε στην περιφέρεια του Ντονέτσκ στο 74.87% και του Λουχάνσκ στο 75% των ψηφοφόρων. Ενδεικτικά, ιδού το σχετικό σχόλιο του «Reuters» την ημέρα του δημοψηφίσματος: «Παρά τους φόβους ότι εν μέσω της συνεχιζόμενης στρατιωτικής καταστολής, κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο πολίτες την ημέρα του δημοψηφίσματος, η προσέλευση στις κάλπες θα ήταν χαμηλή, και στις δύο περιοχές ήταν απροσδόκητα υψηλή, φτάνοντας στο Ντονέτσκ στο 74.87% και στο Λουχάνσκ στο 75% όσων είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν».
Δεύτερο, δεν αμφισβητείται ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων που προσήλθαν στις κάλπες τάχθηκε υπέρ της αυτονομίας (89.07% στο Ντονέτσκ και 96.2% στο Λουχάνσκ).
Τρίτο, το δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε σε σχετικά ήρεμο περιβάλλον στις περισσότερες περιοχές, με εξαίρεση λίγες περιπτώσεις που ο στρατός επιχείρησε να εμποδίσει την πραγματοποίησή του, όπως στην πόλη Krasnoarmeisk, όπου άντρες της Εθνικής Φρουράς σταμάτησαν την ψηφοφορία, κατέλαβαν το δημαρχείο της πόλης και έπειτα άνοιξαν πυρ κατά των συγκεντρωμένων ψηφοφόρων σκοτώνοντας δύο πολίτες. Επίσης, δεν καταγράφηκαν από δημοσιογράφους του διεθνούς Τύπου, που παρακολουθούσαν τη διαδικασία, σοβαρές παρατυπίες ή περιστατικά εκφοβισμού ή πιέσεων στους ψηφοφόρους να ψηφίσουν υπέρ του «ναι».
Με λίγα λόγια, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος εκφράζει αναμφίβολα τη θέση της πλειοψηφίας του λαού της Ανατολικής Ουκρανίας υπέρ της αυτονομίας, η οποία εδράζεται στους στενούς εθνικούς, οικονομικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τη Ρωσία, αλλά και στη φτώχεια που πλήττει το λαό της Ουκρανίας και ενισχύθηκε μετά τη νεοναζιστική θηριωδία του εμπρησμού του κτιρίου των συνδικάτων στην Οδησσό και τα πυρά κατά άοπλων πολιτών στη Μαριούπολη και αλλού. Ταυτόχρονα, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος καταφέρνει καίριο πλήγμα στην προπαγάνδα της κυβέρνησης του Κιέβου περί μικρών ομάδων ένοπλων «τρομοκρατών», που επιβάλλουν τη θέλησή τους στον πληθυσμό, τον οποίο προσπαθεί να προστατέψει με την «αντιτρομοκρατική εκστρατεία» που έχει εξαπολύσει στην ανατολική Ουκρανία.
Η ανακοίνωση του αποτελέσματος συνοδεύτηκε από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ από τους αυτονομιστές ηγέτες μπροστά σε ενθουσιώδεις μαζικές συγκεντρώσεις. Στο Λουχάνσκ, ο Βαλέρι Μπολότοφ περιορίστηκε στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας, ενώ στο Ντονέτσκ ο Ντένις Πουσίλιν έκανε ένα βήμα παραπέρα δηλώνοντας ότι επιθυμία του λαού είναι η ένωση με τη Ρωσία.
Νέα κατάσταση
Είναι φανερό, ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις με τη συμμετοχή των νεοναζί δεν κατάφεραν να καταστείλουν το αυτονομιστικό κίνημα (αντίθετα το δυνάμωσαν), να εμποδίσουν τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος και τελικά να θέσουν υπό έλεγχο τις περιφέρειες του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ.
Δεύτερο, είναι επίσης φανερό ότι δίνουν ώθηση στο αυτονομιστικό κίνημα και ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση του Κρεμλίνου. Αντίθετα, αυξάνουν την πίεση στην κυβέρνηση του Κιέβου να αποδεχτεί ως νόμιμους συνομιλητές στις διαπραγματεύσεις τους αυτονομιστές ηγέτες της ανατολικής Ουκρανίας.
Τρίτο, υπονομεύουν την εγκυρότητα των προεδρικών εκλογών της 25ης Μάη, αφού έχει ήδη ανακοινωθεί ότι δε θα πραγματοποιηθούν στις ανεξάρτητες πλέον Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ.
Τέταρτο, η απώλεια του ελέγχου στις ανθρακοφόρες περιφέρειες Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, με 7 εκατομμύρια πληθυσμό, θα είναι καίριο πλήγμα για την οικονομία της Ουκρανίας, γιατί αποτελούν τη βιομηχανική καρδιά της χώρας με τις γιγάντιες χαλυβουργίες και άλλες μονάδες της βαριάς βιομηχανίας, όπου παράγεται το ένα τρίτο της βιομηχανικής παραγωγής της χώρας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας εξάγεται στη Ρωσία. Το ΔΝΤ έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα πρέπει να γίνει αναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας χορήγησης του δανείου 17 δισ. δολαρίων σε περίπτωση που χαθεί ο έλεγχος της ανατολικής Ουκρανίας από την κυβέρνηση του Κιέβου.
Η στάση της Μόσχας
Το Κρεμλίνο ανακοίνωσε ότι σέβεται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και επεσήμανε ότι η πρακτική εφαρμογή του πρέπει να προχωρήσει με πολιτισμένο τρόπο, χωρίς επιστροφή στη βία, μέσω διαλόγου ανάμεσα σε εκπροσώπους του Κιέβου, του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ.
Μια μέρα μετά το δημοψήφισμα, στις 12 Μάη, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ κάλεσαν για μια δεύτερη σύνοδο (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία, Ουκρανία) στη Γενεύη, σε υπουργικό επίπεδο, για την αποκλιμάκωση της ουκρανικής κρίσης με τη βοήθεια του ΟΑΣΕ. Ομως ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ απάντησε ότι δε βλέπει καμιά ανάγκη για μια νέα τετραμερή συνάντηση, επεσήμανε ότι οι ουκρανικές αρχές πρέπει να επικεντρωθούν στο διάλογο με την ανατολική Ουκρανία, κατηγόρησε Ουάσιγκτον και Κίεβο ότι κωλυσιεργούν στην εφαρμογή του «οδικού χάρτη» του ΟΑΣΕ και προειδοποίησε ότι οι προσπάθειες αποκλιμάκωσης της κρίσης δε θα πετύχουν χωρίς απευθείας διάλογο με τους αντιπάλους της κυβέρνησης του Κιέβου.
Ο «οδικός χάρτης» του ΟΑΣΕ
Στις 13 Μάη, ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών,Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγιερ πήρε το αεροπλάνο για το Κίεβο, «για να βοηθήσει», σύμφωνα με ρεπορτάζ του Associated Press, «να αρχίσουν οι συνομιλίες ανάμεσα στην ουκρανική κυβέρνηση και τους αντιπάλους της μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των δύο ανατολικών περιοχών». Με την επίσκεψη του γερμανού υπουργού στο Κίεβο γίνεται η πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του «οδικού χάρτη» του ΟΑΣΕ, ο οποίος προβλέπει την αποχή από τη βία, τον εκφοβισμό και τις προκλήσεις, την εκκένωση των κατειλημμένων κτιρίων και δημόσιων χώρων, τον αφοπλισμό όλων των ένοπλων ομάδων και τη χορήγηση αμνηστίας στους εμπλεκόμενους στις ταραχές. Κεντρικό ζήτημα στον «οδικό χάρτη» είναι η γρήγορη έναρξη διαλόγου στρογγυλής τραπέζης ανάμεσα στην κυβέρνηση του Κιέβου και στους αντιπάλους της στην ανατολική Ουκρανία με θέμα τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις για την αποκέντρωση και το καθεστώς της ρωσικής γλώσσας.
Η Μόσχα υποστηρίζει τον «οδικό χάρτη» του ΟΑΣΕ στο βαθμό που περιλαμβάνει το ζήτημα-κλειδί του διαλόγου Κιέβου και εκπροσώπων της ανατολικής Ουκρανίας, το οποίο μέχρι τώρα έθετε μόνο η Ρωσία και τώρα υποστηρίζεται για πρώτη φορά από τη Γερμανία, τη Γαλλία και συνολικά την ΕΕ. Το γεγονός αυτό συνιστά ένα νέο σημαντικό δεδομένο στη διπλωματική σκακιέρα.
Ο Λευκός Οίκος κρατά επιφυλακτική στάση στο σχέδιο του ΟΑΣΕ, γιατί προφανώς βλέπει τη Ρωσία να κερδίζει έδαφος. Ασαφής είναι και η θέση της κυβέρνησης των νεοναζί-εθνικιστών του Κιέβου σε σύμπλευση με τους αμερικάνους πάτρωνές της. Αρχικά, την επομένη του δημοψηφίσματος, ο εκλεκτός του Λευκού Οίκου ουκρανός πρωθυπουργός Αρσένι Γιατσένιουκ δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στις Βρυξέλλες ότι τάσσεται υπέρ ενός πλατιού εθνικού διαλόγου με όλες τις περιοχές, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες, προσθέτοντας ότι η ατζέντα των συνομιλιών πρέπει να περιλαμβάνει τις αλλαγές στο σύνταγμα, που θα δώσουν περισσότερες εξουσίες στις περιοχές. Μια μέρα αργότερα, στις 13 Μάη, σε κοινή συνέντευξη Τύπου με τον πρόεδρο της Κομισιόν Μπαρόζο, δήλωσε ότι «το σχέδιο διευθέτησης (της κρίσης) πρέπει να είναι καθαρά ουκρανικό» και ότι «η ουκρανική κυβέρνηση προωθεί το δικό της οδικό χάρτη, ο οποίος έχει κάποια κοινά σημεία με τον οδικό χάρτη του ΟΑΣΕ, αλλά η διαδικασία διευθέτησης πρέπει να είναι ουκρανική». Παρόλο που μετά τις τελευταίες εξελίξεις περιορίζονται τα περιθώρια ελιγμών για την κυβέρνηση του Κιέβου, εξακολουθεί να προβάλλει αντιστάσεις με τις πλάτες των Αμερικάνων για να περιορίσει τις απώλειες.
Από την άλλη, η Ρωσία είναι καβάλα στ’ άλογο. Φαίνεται ότι δεν έχει πρόθεση να ενσωματώσει την ανατολική Ουκρανία με τον τρόπο που ενσωμάτωσε την Κριμαία. Στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και τις μετέπειτα εξελίξεις στην ανατολική Ουκρανία για να αναγκάσει το Κίεβο να αποδεχτεί ως νόμιμους εκπροσώπους της ανατολικής Ουκρανίας τους φιλορώσους αυτονομιστές ηγέτες, να εδραιώσει τον έλεγχό τους στην ανατολική Ουκρανία και να πετύχει μέσω διαπραγματεύσεων την ομοσπονδοποίηση της Ουκρανίας, με ευρείες εξουσίες στις περιφέρειες, χωρίς να αναγκαστεί να καταφύγει στην αποστολή ρωσικών στρατευμάτων ή στην αναγνώριση της απόσχισης από την Ουκρανία, που θα προκαλούσαν σκληρές κυρώσεις από τη Δύση. Στο πλαίσιο του σχεδίου αυτού, η κυβέρνηση Πούτιν εκμεταλλεύεται στο έπακρο το αίμα των εκατομμυρίων νεκρών Ρώσων και Ουκρανών του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου και τα αντιφασιστικά αισθήματα του ρωσικού λαού, μέσα από την καθημερινή κυβερνητική προπαγάνδα, αλλά και με τη ρητορική και τις σαφείς αναφορές στην ηρωική ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, που σημάδεψαν τις εντυπωσιακές παρελάσεις για την 69η επέτειο της αντιφασιστικής νίκης στις 9 Μάη.








