Στο ευρύ τηλεοπτικό κοινό είναι γνωστό πως ο νορβηγός ακροδεξιός που ματοκύλησε το νησί στο οποίο παραθέριζαν νεολαίοι του κυβερνώντος κόμματος της Νορβηγίας ήταν ακροδεξιός και μισούσε τους μετανάστες και δη όσους έχουν προέλευση από μουσουλμανικές χώρες. Οτι είχε συντάξει ένα μακροσκελές μανιφέστο-πόνημα χιλιάδων σελίδων, που συμπύκνωνε την ρατσιστική και φασιστική του κοσμοθεωρία για τη συγκρότηση μια «καθαρής» χριστιανικής Ευρώπης. Σε αντίθεση με τα καθ’ ημάς ΜΜΕ που στένεψαν το ζήτημα σε ψυχολογικές περιγραφές του προφίλ του δράστη, το αντιμουσουλμανικό του μένος, έναυσμα των αποτρόπαιων δολοφονικών του πράξεων, πυροδότησε μια σειρά από αντιπαραθέσεις στην πολιτική φιλολογία και το δημοσιογραφικό λόγο χωρών της Ευρώπης, όπου η ακροδεξιά κλασικού τύπου, που υιοθετεί κατά γράμμα την κοσμοθεωρία του δράστη, ευδοκιμεί (Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία) και αυξάνεται ανατροφοδοτούμενη από την κρατική ρατσιστική πολιτική (απελάσεις, φυλακίσεις, εξοντωτικές ποινές, διώξεις, βασανιστήρια) εις βάρος των χιλιάδων μεταναστών που συρρέουν καθημερινά στο «φρούριο Ευρώπη» προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.
Μια από τις λιγότερο φωτισμένες πλευρές αυτού του ρατσιστικού πονήματος του νορβηγού ακροδεξιού είναι η συμμαχία με το σιωνισμό εις βάρος των… εχθρών μουσουλμάνων-αράβων. «Να πολεμήσουμε μαζί με το Ισραήλ, με τους σιωνιστές αδελφούς μας ενάντια σε όλους τους αντισιωνιστές, ενάντια σε όλους τους κουλτουριάρηδες Μαρξιστές και τους οπαδούς της πολυπολιτισμικής κοινωνίας». Κι όμως, η πρόταση αυτή δεν αποτελεί την «ιδιαιτερότητα» ενός φαντασμένου χιτλεράκου που ανασύστησε (συν τοις άλλοις) και το τάγμα των Ναϊτών ιπποτών από τις αναβιώσεις της μεσαιωνικής μυθολογίας στα βίπερ, τη λογοτεχνία (σημειολογίας το ανάγνωσμα: «Το εκκρεμές του Φουκώ») και τις κινηματογραφικές μπαλαφάρες τύπου «Κώδικα Ντα Βίντσι». Εκφράζει ήδη μια συντελεσμένη μετατόπιση του ευρωπαϊκού φασιστικού λόγου από τον αντισημιτισμό και τα «πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» στη συμμαχία με το σιωνισμό εις βάρος των αράβων μεταναστών – «εισβολέων-εχθρών».
Δεν πέρασε καιρός από τότε που στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz η Μαρί Λεπέν, θυγατέρα του Ζαν Μαρί Λεπέν και διάδοχος στην ηγεσία του «Εθνικού Μετώπου», δήλωνε ότι το κόμμα της ήταν πάντα φιλοσιωνιστικό. Παρότι ο πατέρας της δήλωνε στο παρελθόν αρνητής του ολοκαυτώματος. Το 2009, ο ηγέτης του ακροδεξιού Εθνικού Βρετανικού Κόμματος Νικ Γκρίφιν καμάρωνε ότι το κόμμα του ήταν το μοναδικό στη Βρετανία που υποστήριζε τον πόλεμο του Ισραήλ ενάντια στους «τρομοκράτες» στη Γάζα.
Κατά το τρέχον έτος, το περιοδικό «Νewsweek»[1] παρουσίασε τρεις ακροδεξιούς: έναν Βέλγο, γνωστό για τις σχέσεις του με πρώην βετεράνους των ΕΣ-ΕΣ, έναν Αυστριακό με νεοναζιστικές αναφορές και έναν φασίστα Σουηδό που επισκέφτηκαν το μουσείο του Ολοκαυτώματος στο μουσείο Γιάντ Βάσεμ στην Ιεσρουσαλήμ, συνάντησαν μέλη της Κνεσέτ και υπέγραψαν την εξής κοινή δήλωση: «Βρισκόμαστε στην πρωτοπορία του αγώνα για τη δυτική δημοκρατική κοινωνία, ενάντια στην απειλή του ολοκληρωτισμού που επιφυλάσσει ο ισλαμιστικός φονταμενταλισμός».
Πάντα η ακροδεξιά αναζητούσε έναν «δόλιο» εσωτερικό εχθρό για να απευθυνθεί στα πιο συντηρητικά και ταπεινά ένστικτα των εργατών και των «νοικοκυραίων». Η ρατσιστική-φασιστική θεωρία των «εβραίων υπονομευτών» που επιβουλεύονται τις παραδεδεγμένες αξίες… της χριστιανοσύνης, της οικογένειας και της πατρίδας, παραχωρούν τη θέση τους στον άραβα μετανάστη «που θέλει να τινάξει τον πολιτισμό της Ευρώπης, επιβάλλοντας τη νέα τάξη πραγμάτων».
[1] https://www.newsweek.com/2011/02/27/europe-s-extreme-righteous.html
Σ.Σ.







